Το Φρέαρ, για το αφιέρωμά του στη Γενιά του ʼ70, ζήτησε να καταθέσουμε, εμείς οι περιλειπόμενοι, την προσωπική μας μαρτυρία σχετικά με το ξεκίνημα και την πορεία της, μια «αυτοβιογραφική, ένδον χαρτογράφησή» της, ένα παζλ που θα προκύψει από την ένδον χαρτογράφηση της πορείας που ακολουθήσαμε καθένας χωριστά και όλοι μαζί. Αφού λοιπόν η πρόσκληση το απαιτεί, θα επιχειρήσω να μιλήσω αυτοβιογραφικά, με τη συνακόλουθη νοσταλγία της αναδρομής αλλά και με την αμηχανία της μοιραίας αυτοαναφοράς.
Το 1970, γενέθλιο έτος της Γενιάς, ήμουν δεκαεφτά χρονών. Την άνοιξη της προηγούμενης χρονιάς, μαθητής τής Α΄ Λυκείου, είχα ήδη εκδώσει μια πρώτη συλλογή, με ποιήματα που είτε είχαν δημοσιευτεί στη Διάπλαση των Παίδων (που εξέδιδαν οι αδελφοί Παράσχοι) ή στη φιλολογική σελίδα της Βραδυνής (που την ευθύνη της είχε ο Μπάμπης Κλάρας) είτε είχαν παραμείνει ώς εκείνη τη στιγμή ανέκδοτα. Τα παλαιότερα από αυτά ήταν γραμμένα σε παραδοσιακή μορφή και τα νεότερα σε ελεύθερο στίχο, με τον τίτλο της συλλογής, Στροφές και Μεταλλάξεις, να σηματοδοτεί αμφίσημα τόσο τις ομοιοκατάληκτες στροφές των παραδοσιακών ποιημάτων όσο και την προσωπική «στροφή και μετάλλαξη» της γραφής μου (έτσι θεωρούσα, με την έπαρση της μετεφηβείας) προς τις αδέσμευτες μορφές της νεωτερικότητας. Την εποχή εκείνη –από την επιβολή της δικτατορίας του 1967 ώς τον Οκτώβρη του 1969– λειτουργούσε η προληπτική λογοκρισία, η υποχρέωση δηλαδή να υποβάλεις στο Υπουργείο Προεδρίας την ύλη του βιβλίου που σκόπευες να εκδώσεις, προκειμένου να εγκριθεί (ή να απορριφθεί) από την αρμόδια Υπηρεσία· το ίδιο ίσχυε και για τα περιοδικά, τις εφημερίδες, κάθε είδους έντυπο, οποιουδήποτε περιεχομένου. Θεώρησα την υποχρέωση προσβλητική και εξέδωσα τη συλλογή (εννοείται με δικά μου έξοδα, τυπωμένη σε χειροκίνητο πολύγραφο, μια τεχνική που νομίζω πως έχει πλέον εκλείψει), χωρίς να την υποβάλω σε έγκριση. Η «παρανομία» μου δεν είχε καμιά επίπτωση, κυρίως γιατί σχεδόν κανείς δεν ενδιαφέρθηκε, ούτε καν πήρε είδηση την έκδοση του βιβλίου, εκτός ίσως από τον Αντρέα Καραντώνη, ο οποίος έγραψε δυο λόγια συμπάθειας ως κριτική στο Ραδιοπρόγραμμα του Ε.Ι.Ρ.
Πολύ σύντομα κατάλαβα πως οι Στροφές περιείχαν ποιήματα εντελώς πρωτόλεια, που θα ήταν καλύτερα να μην είχαν εκδοθεί. Ευτυχώς είχαν τυπωθεί μόνο εκατό αριθμημένα αντίτυπα, που τα περισσότερα είχα χαρίσει σε συμμαθητές και φίλους. Χωρίς ιδιαίτερες εξηγήσεις τούς ζήτησα να μου τα επιστρέψουν, τα εξαφάνισα, και από τότε αναφέρω ως πρώτη μου συλλογή Το Μεγάλο Ταξίδι, που είδε το φως δυο χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 1971, λίγες μέρες πριν αποφοιτήσω οριστικά από το Λύκειο. Το βιβλίο –μια βασική ενότητά του είχε πάρει το βραβείο σε λογοτεχνικό διαγωνισμό μεταξύ των ιδιωτικών σχολείων της Αττικής, με κριτική επιτροπή τον Άγγελο Τερζάκη, τον Κίμωνα Φράιερ και τον Αντώνη Σαμαράκη– κυκλοφόρησε επίσης ιδίοις αναλώμασι· αυτή ήταν τότε η συνήθης πρακτική, καθώς ουδείς εκδότης εξέδιδε νέους ποιητές, παρά μόνο αν έρχονταν συστημένοι από κάποιον επιφανή συγγραφέα ή από κάποιο πρόσωπο που του χρωστούσαν χάρη. Όπως το προηγούμενο, βγήκε και αυτό σε πολύγραφο, μόνο το εξώφυλλο τυπώθηκε σε τυπογραφείο. Συνέθεσα τα πολυγραφημένα φύλλα και το εξώφυλλο, φτιάχνοντας ένα-ένα κάθε αντίτυπο, τα πήγα σε βιβλιοδετείο, τα έδεσαν σε σώμα και, παραμονές των εισαγωγικών (σημερινών Πανελληνίων) που επρόκειτο να δώσω, επισκέφθηκα καμιά δεκαριά κεντρικά βιβλιοπωλεία αφήνοντας, με το σύστημα της «παρακαταθήκης», τέσσερα-πέντε αντίτυπα στο καθένα. Κατά σύμπτωση, τρεις μήνες αργότερα βγήκαν τα αποτελέσματα των εισαγωγικών, είχα περάσει πρώτος στη Νομική Αθηνών, οπότε μαζί με τον βασιλικό ποτίστηκε κι η γλάστρα: Μερικά βιβλιοπωλεία έβαλαν Το Μεγάλο Ταξίδι στη βιτρίνα, με πλάι του μεγεθυμένο ένα απόκομμα εφημερίδας που συνέδεε τα δύο γεγονότα. Κριτική δεν γράφτηκε καμία, αλλά ο Φοίβος Δέλφης (τον οποίον δεν γνώριζα πριν ούτε κατ’ όψιν) έδωσε διάλεξη στην «Αίθουσα Παλαμά» με τίτλο «Ο Αντώνης Φωστιέρης και Το Μεγάλο Ταξίδι του», ενώ αρκετοί γνωστοί ποιητές, στους οποίους είχα στείλει τη συλλογή εν είδει μποτίλιας στο πέλαγος, είχαν την ευγένεια να μου απαντήσουν με θετικές επιστολές (άλλη συνήθεια της εποχής, εγκαταλειμμένη σήμερα από τους περισσότερους), που βέβαια είχαν χαρακτήρα ιδιωτικό, πρόσφεραν ωστόσο μιαν ενθάρρυνση. Στην αναβροχιά, καλό και το χαλάζι.
Δεν είμαι σίγουρος αν η ενθάρρυνση ήταν που λειτούργησε, πάντως ύστερα από άλλα δυο χρόνια, τον Μάρτη του 1973, επανήλθα απτόητος με νέα συλλογή, που είχε τίτλο Εσωτερικοί χώροι ή Τα είκοσι –άμεση αναφορά στον αριθμό των ποιημάτων, αλλά και έμμεση στα χρόνια της ηλικίας μου–, ιδιωτική έκδοση πάλι, τη φορά όμως αυτή με φροντισμένη εκτύπωση σε κλασικό τυπογραφείο. Και την επόμενη χρονιά άρχισα να εκδίδω ένα λιγοσέλιδο περιοδικό, τη Νέα Ποίηση, που φιλοξενούσε μόνο ελληνική και μεταφρασμένη ποίηση, δοκίμια περί ποιητικής και κριτικές νέων συλλογών. Κυκλοφόρησαν ώς τον Δεκέμβρη του 1976 δέκα τεύχη συνολικά, με πρωτότυπες συνεργασίες παλαιότερων –Βάρναλη, Παπατσώνη, Εγγονόπουλου, Βρεττάκου, Θέμελη, Καρούζου, Δημουλά– και νεότερων ποιητών, επί το πλείστον όσων είχαν αρχίσει να στελεχώνουν τη Γενιά του ʼ70.
(Ξέρω πως φαίνεται να έχω ξεστρατίσει εντελώς και να βρίσκομαι εκτός θέματος –αν ήταν έκθεση σχολική θα έπαιρνα μάλλον κάτω απ’ τη βάση–, όμως νομίζω πως έχει κάποια αξία η χαρτογράφηση του ευρύτερου περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία της η Γενιά του ʼ70. Και κυρίως θεωρώ ότι μπορεί μεν να εκθέτω προσωπικές εμπειρίες, αλλά, λίγο ώς πολύ, ανάλογες ήταν οι εμπειρίες όλων μας στο ξεκίνημα· ίδιες ή παρόμοιες οι πρώτες επαφές με τη συντεχνία, οι εκδοτικές δυσκολίες, οι ανασφάλειες, οι δολιχοδρομίες, σχεδόν στα τυφλά, σ’ ένα τοπίο θολό και ακαθόριστο, που αρχικά το έκανε ακόμα πιο θολό η βαριά σκιά της δικτατορίας).
Κλείνω την παρένθεση επιστρέφοντας εκεί που είχαμε μείνει, και ολοκληρώνω τη δική μου «ένδον χαρτογράφηση»: Από το 1975 ώς το 1981, σε συνεργασία με τον Θανάση Νιάρχο συνθέσαμε εφτά τόμους της ετήσιας συλλογικής έκδοσης Ποίηση (Ποίηση ʼ75 έως Ποίηση ʼ81), καθώς και τέσσερις θεματικές Ανθολογίες (Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση, Έλληνες ποιητές για τη θάλασσα, Ποίηση για την Ποίηση, Ποιητικές Συνομιλίες – Ελληνικά ποιήματα για ξένους ποιητές), ενώ τον Ιανουάριο του 1981 ιδρύσαμε τη Λέξη, λογοτεχνικό περιοδικό που έζησε επί τριάντα χρόνια, ώς τα τέλη του 2010. Σε όλες αυτές τις εκδοτικές προσπάθειες η παρουσία και η προβολή των ποιητών του ʼ70, με τακτικές τους συνεργασίες, ήταν σημαίνουσα και διαρκής.
Το Φρέαρ, στην πρόσκληση που μας απηύθυνε, ζητάει να επικεντρώσουμε τις αναφορές μας «στις συντροφιές, τα περιοδικά, τα στέκια, τις επιρροές κ.λπ. […] Καλό θα ήταν τα κείμενα να μην ξεπεράσουν τις 1.500 λέξεις». Μπορεί από την ποίηση να έχουμε προπονηθεί στη συμπύκνωση και στη βραχυλογία, όμως μνήμες και βιώματα από πέντε ολόκληρες δεκαετίες, εκατοντάδες συναντήσεις, εκδηλώσεις, ταξίδια, συνεργασίες και επαφές με ομότεχνους και «ομο-γενείς» –που σχεδόν όλοι ήταν πρεσβύτεροί μου, έως και δώδεκα χρόνια, αλλά σύντομα γίναμε μεταξύ μας φίλοι προσωπικοί οι περισσότεροι– μοιάζει αδύνατον να χωρέσουν σε ένα κείμενο, παρά μόνο τηλεγραφικά, σχεδόν συνθηματικά. Ιδιαίτερα στη δική μου περίπτωση, η έκδοση των δέκα τευχών της Νέας Ποίησης, των εφτά τόμων της Ποίησης, των Ανθολογιών και των διακοσίων πέντε τευχών της Λέξης με έφερε τόσο κοντά με όλα, ή σχεδόν όλα, τα μέλη της Γενιάς, ώστε είναι αδύνατον να απομονώσω μερικά μόνο περιστατικά, από τα άπειρα. Εκείνο που θα προσπαθήσω είναι να ανακαλέσω στη μνήμη πρόσωπα αγαπητά από τη χορεία αυτή, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά στο αναγνωστικό κοινό, με τα οποία συνοδοιπορήσαμε για τόσο μεγάλο διάστημα, χωρίς ανταγωνισμούς ή αντιπαλότητες. Και προσπαθώ να τα συνδέσω με χώρους στους οποίους συνυπήρξαμε, γνωρίζοντας βέβαια πως δεν είναι οι μοναδικοί, ούτε ίσως οι πιο σημαδιακοί.
Με τον Γιώργο Μαρκόπουλο πρωτοσυναντηθήκαμε στην απονομή διακρίσεων ενός νεανικού λογοτεχνικού διαγωνισμού, και αργότερα σε αμέτρητες εκδηλώσεις, από την Άρτα ώς την Κάλυμνο και από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ώς τις Βρυξέλλες· με τον Γιάννη Βαρβέρη ταξιδέψαμε στον Στρόβολο της Κύπρου και στη Δράμα· με τον Θανάση Νιάρχο συνεργαστήκαμε στην έκδοση της Ποίησης, της Λέξης, των Ανθολογιών, και στη μετάφραση δύο βιβλίων, του Χένρυ Μίλλερ και του Μπορίς Βιαν· με τον Αργύρη Χιόνη ανταλλάξαμε φιλοξενία στο Παρίσι και στο Άμστερνταμ· με τον Γιώργο Καραβασίλη κάναμε μαζί διακοπές στη Νάξο, στην Αμοργό, πλεύσαμε μαζί ώς την Ιθάκη και πολλά βράδια ώς το μπαρ «Intime» της οδού Φερών· με την Δήμητρα Χριστοδούλου βρεθήκαμε σε πλαϊνά έδρανα της Νομικής και στο Literaturwerkstatt του Βερολίνου· με την Βερονίκη Δαλακούρα στην Πράσινη Γραμμή της Λευκωσίας· με τον Χριστόφορο Λιοντάκη στο «Salon du Livre», με την Άντεια Φραντζή στο Institut Νéo–hellénique της Σορβόνης και με την Μπίλη Βέμη στην Avenue Laplace, στο Παρίσι·με τον Γιώργο Βέη στη Σούδα και στα Χανιά· με τον Γιάννη Κοντό στην Παιανία· με τον Δημήτρη Ποταμίτη στο «Θέατρο Έρευνας»· με τον Κώστα Παπαγεωργίου και τον Ηλία Γκρη σε ταβέρνες του Θησείου· με τον Θ.Π. Ζαφειρίου στα γραφεία της Διάπλασης των Παίδων· με τον Μανόλη Πρατικάκη και τον Αναστάση Βιστωνίτη στην πόλη του Μεξικού· με τον Ντίνο Σιώτη στη Νέα Υόρκη και στη Βοστώνη· με τον Νάσο Βαγενά στη Φλωρεντία και στην Πάρμα· με την Μαρία Κυρτζάκη και τον Βασίλη Στεριάδη στην άνοδό μας («Άνοδο των Νοτίων») στη Θεσσαλονίκη· με την Μαρία Λαϊνά στο Barbican Center, στο Λονδίνο· με τον Μιχάλη Γκανά στη Σκόπελο· με τον Θανάση Μαρκόπουλο στη Βέροια, εξακολουθητικά· με την Τζένη Μαστοράκη και τον Λευτέρη Πούλιο στις εβδομαδιαίες συνάξεις που οργάνωνε ο Κίμων Φράιερ σπίτι του· με την Ιωάννα Ζερβού, μεσάνυχτα με πανσέληνο, στους Δελφούς· με τον Γιώργο Χρονά στη Ζάκυνθο· με τον Τηλέμαχο Χυτήρη στο Διήμερο Λόγου του Πόρφυρα, στην Κέρκυρα· με τον Αλέξη Τραϊανό στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης· με τον Ηλία Κεφάλα στα Τρίκαλα και στη Μονεμβασιά· με την Τασούλα Καραγεωργίου στο Αιγάλεω· με την Έλενα Χουζούρη στο Μέγαρο Μουσικής· με την Αθηνά Παπαδάκη στην Αμοργό, στο μετόχι της Χοζοβιώτισσας· με τον Γιώργο Θεοχάρη στα Άσπρα Σπίτια· με τον Κώστα Λογαρά και τον Διονύση Καρατζά στην Πάτρα.
Εννοείται πως ο κατάλογος των ποιητών δεν είναι εξαντλητικός, ούτε πως έχουν οι πάντες ισότιμη παρουσία στα Γράμματα. Ούτε ξέρω πόσους θα διασώσει εντέλει η κοινή μνήμη, πόσους από όλους μας θα δεχτεί και πόσους θα απορρίψει, ποιους εντέλει θα εντάξει στον κύκλο της Γενιάς και ποιους όχι. Ούτως ή άλλως, δεν είναι δική μας υπόθεση να επιλέξουμε τα μέλη της ούτε να ορίσουμε τα κριτήρια για την πολιτογράφησή τους. Οι ανθολόγοι και οι μελετητές, από την άλλη, φαίνεται να παίζουν μέχρι στιγμής ακορντεόν: άλλοτε το ανοίγουν προσθέτοντας ονόματα, άλλοτε το κλείνουν αφαιρώντας. Όταν πάντως γίνουν οι οριστικές αποτιμήσεις και ληφθούν οι τελικές αποφάσεις, εμείς δεν θα είμαστε εκεί για να τις μάθουμε.
