Του χρόνου θα συμπληρωθούν πενήντα χρόνια από τότε που γνώρισα τους ποιητές της γενιάς μου. Όλοι μας σχεδόν πρωτοσυναντηθήκαμε στο βιβλιοπωλείο «Ηνίοχος», στη γωνία Σόλωνος και Ομήρου. Ήταν φθινόπωρο του 1972, μόλις είχα εκδώσει τη Μετοικεσία, ήμουν φοιτητής στην Αθήνα αλλά πηγαινοερχόμουν στη Θεσσαλονίκη όπου μέναμε οικογενειακώς. Είχα πάρει μια περίεργη επιστολή από τον Μιχάλη Κατσαρό, όπου μου έγραφε κάτι ακατανόητα για το δάσος του Σέιχ-Σου, κι ένα βράδυ τον συνάντησα τυχαία σε κάποιον κινηματογράφο. «Θα είμαι αύριο στη μία μετά το μεσημέρι στο βιβλιοπωλείο Ηνίοχος του κυρίου Κόντου. Ελάτε να τα πούμε», μου είπε.
Τότε δεν ήξερα πως ο Κατσαρός δεν ήταν πλέον ο ποιητής του συγκλονιστικού Κατά Σαδδουκαίων, κι από τους παλαιότερους ποιητές συναναστρεφόμουν μόνον τους Θεσσαλονικείς: τον Βαφόπουλο, τον Θέμελη, την Καρέλλη, τον Αναγνωστάκη. Από τους ποιητές της γενιάς μου είχα συναντήσει δύο χρόνια νωρίτερα τον φίλο Γιώργο Μαρκόπουλο στο σπίτι του. Ήμασταν και οι δύο μειράκια, τότε αρχίσαμε να δημοσιεύουμε τα πρώτα μας ποιήματα.
Πήγα στον «Ηνίοχο» την επομένη, στην καθορισμένη ώρα. Πίσω από τον πάγκο στεκόταν ο Γιάννης Κοντός.
«Καλημέρα. Το βιβλιοπωλείο του κυρίου Κόντου; Δεν είναι εδώ ο Κατσαρός;» ρώτησα.
Ο Γιάννης γέλασε: «Δεν με λένε Κόντο αλλά Γιάννη Κοντό. Ο Κατσαρός μόλις έφυγε. Εσύ ποιος είσαι»;
Έτσι γνωριστήκαμε. Τον «Ηνίοχο» τον είχαν ανοίξει συνεταιρικά ο Κοντός και ο Θανάσης Νιάρχος. Εκεί, το απόγευμα της ίδια μέρας, θα γνώριζα και τον Θανάση. Και με τους δύο θα συνδεόμασταν με φιλία. Με τον δεύτερο θα ήταν στενότερη. Ο Θανάσης μάλιστα, τρία χρόνια αργότερα (σε μια πολύ δύσκολη περίοδο της ζωής μου), θα μου εύρισκε δουλειά και σπίτι.
Από τον Ηνίοχο περνούσα σχεδόν κάθε μέρα κι έτσι γνώρισα και τους άλλους ποιητές της γενιάς μου, «του ’70», όπως επικράτησε να λέγεται, όρο που τότε μου φαινόταν καταχρηστικός και δεν μου πολυάρεσε. Η δεκαετία του 1970 ωστόσο ήταν πυκνή σε γεγονότα, κι αν σήμερα ο όρος έχει μια σημασία πέραν των γραμματολογικών, νομίζω ότι ορίζει μια εποχή κι ένα πολύ ιδιαίτερο φαινόμενο: η γενιά μας είναι μια γενιά πρωτίστως ποιητών, ασχέτως του ότι οι περισσότεροι από εμάς, τότε ή αργότερα, αρχίσαμε να γράφουμε και πρόζα. Σε ό,τι με αφορά θεωρώ, παραφράζοντας τον Κλαούζεβιτς, πως η πρόζα μου είναι η συνέχεια της ποίησής μου με άλλα μέσα –κι αυτό ισχύει πιστεύω, εν μέρει τουλάχιστον, και για τα κριτικά μου κείμενα. Το αν είναι κανείς ποιητής είναι θέμα συνείδησης και οι όποιες κατηγοριοποιήσεις ζήτημα άλλης τάξεως. Το πώς μεταμορφώνεται το γενετικό υλικό πάνω στο χαρτί συνιστά ερώτημα τόσο περίπλοκο που μπορούμε απλώς να το προσεγγίσουμε κι όχι να το εξηγήσουμε. Ούτως ή άλλως, μικρή σημασία θα είχε.
Τον όρο «γενιά του’70» τον εισήγαγε ο Βασίλης Στεριάδης. Κάποιοι είχαν προτείνει το «γενιά της αμφισβήτησης», αλλά αυτό δεν επικράτησε –και δικαίως, κατά τη γνώμη μου. Δεν πιστεύω ότι κι εκείνο που προτείνεται για τη σημερινή γενιά των νεώτερων: «γενιά της κρίσης», θα επικρατήσει τελικά. Οι εποχές άλλωστε είναι διαφορετικές και στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970 είχαμε δικτατορία. Είναι επόμενο σε εποχές καταστολής και καθεστωτικής καταπίεσης η ποίηση κυρίως να εκφράζει τους νεώτερους. Είτε ευθέως είτε μέσω της αλληγορικής της γλώσσας και της ακαριαίας αποτύπωσης. Το να γράφεις λ.χ. τη λέξη «ελευθερία» με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα σήμαινε τότε πολύ περισσότερα από όσα φαντάζεται σήμερα κανείς. Η γραφή αποκτούσε απελευθερωτικό χαρακτήρα.
Η ποίηση, εκτός των άλλων, ήταν η δική μας απάντηση στην άθλια γλώσσα των συνταγματαρχών, κι ο καθένας τη χειριζόταν με βάση τα ατομικά του βιώματα, γι’ αυτό και σήμερα το βρίσκω εντυπωσιακό που όλοι οι ποιητές της γενιάς μου είχαν βρει από την αρχή σχεδόν τον δικό τους «τόνο φωνής». Κι αυτό είναι που την έκανε να ξεχωρίσει αμέσως –όχι οι ανοησίες που εξακολουθούν δυστυχώς να διαδίδουν κάποιοι μεταγενέστεροι: ότι τάχα μου κάναμε δημόσιες σχέσεις. Αν έτσι αντιλαμβάνονται την ανάγκη της επικοινωνίας, ας κοιταχτούν πρώτα οι ίδιοι στον καθρέφτη.
Φυσικά είχαμε κι έχουμε ακόμη τις διαφορές και τις αντιρρήσεις μας, κάποτε τις υπερβολές ή και τις αντιπαλότητές μας. Αλλά έτσι δεν ήταν πάντα ό,τι ονομάζουμε «πνευματική ζωή»; Θα πρέπει όμως εδώ να τονίσω κάτι που το θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό: εμείς δεν είχαμε βάλει τους παλαιότερους «απέναντι», από αυτούς είχαμε να μάθουμε, ιδιαίτερα από τους μεταπολεμικούς ποιητές, που εξαρχής στάθηκαν δίπλα μας όχι από «φιλονεϊσμό», όπως θα έλεγε πρόχειρα κανείς, αλλά γιατί έβλεπαν σ’ εμάς τη δική τους συνέχεια, ίσως και τη δικαίωσή τους, αφού η γενιά του’30 δεν είχε δείξει την ίδια συμπεριφορά απέναντί τους, όταν οι ίδιοι έδιναν τα πρώτα δείγματα γραφής.
Είχαμε βέβαια τους ενθουσιασμούς μας, αλλά τι νέος μπορεί να είναι κάποιος νέος ποιητής αν δεν έχει ενθουσιασμούς; Αν δηλαδή δεν προσπαθεί να κάνει κάτι παρόμοιο μ’ αυτά που θαυμάζει στους άλλους; Κι αν δεν νιώθει τη δύναμη της ζωής, πώς θα εκφράσει και το δράμα της; Η ποίηση δεν είναι νεκροταφείο ιδεών. Ήταν πάντα και παραμένει τέχνη της νεότητας κι αυτό δεν έχει να κάνει με την ηλικία του ποιητή. Ο αληθινός ποιητής παραμένει νέος ακόμη κι όταν έχει πάψει να γράφει. Μπορεί να αλλάζει μέσα του η θέα ή ο «ρυθμός του κόσμου», αλλά κατά βάθος παραμένει ο ίδιος. Όποιος διαβάσει τους πολλούς καλούς ποιητές της γενιάς μας θα το διαπιστώσει από την πρώτη στιγμή.
Ήμουν από αυτούς που είχαν εκφράσει πριν από κάμποσα χρόνια επιφυλάξεις σχετικά με τις πρώιμες ανθολογίες της γενιάς μας, όμως δεν είχα δίκιο. Όσο μικρό κι αν είναι το χρονικό διάστημα που καλύπτει το corpus μιας ανθολογίας, δεν παύει να είναι χρήσιμο –συχνά μάλιστα και κρίσιμο. Αρκεί φυσικά να μην οδηγεί σε αυθαίρετα συμπεράσματα και αποφάνσεις ex cathedra. Σήμερα η γενεαλογία τραβάει ενδεχομένως σε μάκρος. Μήπως όμως είναι αναπόφευκτο;
Δεν ήταν λίγοι κι όσοι έφυγαν κάπως πρόωρα από τη ζωή. Προσωπικά μετράω πάνω από δέκα. Δεν θέλω να αναφέρω τα ονόματά τους, γιατί θα μοιάζει σαν να κάνω μνημόσυνο ή να μιλάω για μια τελειωμένη ιστορία. Όσο κι αν θέλει κανείς να τον μνημονεύουν οι μεταγενέστεροι, εκείνο που πρωτίστως τον ενδιαφέρει είναι να τον διαβάζουν –κι αυτό για τη λογοτεχνία έχει μεγάλη σημασία. Για τούτο και αρκετοί από εμάς ακολουθώντας ίσως το παράδειγμα του Σεφέρη, του Αναγνωστάκη, του Σαχτούρη, του Πατρίκιου, του Βαφόπουλου και του Θέμελη (αναφέρω όσους μου έρχονται πρόχειρα στον νου), αρχίσαμε από νωρίς να εκδίδουμε σε συγκεντρωτικές εκδόσεις τα ποιήματά μας. Ακόμη κι όσοι είχαν αντίθετη άποψη, τα τελευταία είκοσι και πλέον χρόνια προχώρησαν κι εκείνοι σε συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων τους. Διότι μπορεί μεν η κάθε συλλογή –δεοντολογικά πάντα– να έχει τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της, αλλά σε τελική ανάλυση ο ποιητής ένα βιβλίο γράφει σ’ όλη του τη ζωή. Οι εξαιρέσεις, όπως αυτές του Ρίτσου ή του Ελύτη, επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Όμως κι ο Ρίτσος είχε προβεί σε συγκεντρωτικές εκδόσεις του έργου του, χωρίζοντάς το σε ενότητες γιατί είναι τεράστιο και δεν μπορεί να χωρέσει σε έναν ή δύο τόμους.
Σκέφτομαι πολλές φορές, διαβάζοντας τα καλύτερα ποιήματα των ποιητών της γενιάς μου, αυτό που είχε πει ο Θωμάς Ακινάτης: «Τίποτε δεν υπάρχει στη διάνοια που να μην προϋπάρχει στις αισθήσεις». Βγήκαμε όλοι μας πολύ μικροί, παιδιά σχεδόν, στην ποίηση χωρίς τότε να έχουμε σκεφτεί εκείνο που είπε ο μέγας Μπωντλαίρ: πως ποιητής είναι αυτός που γεννιέται με την εμπειρία μέσα του. Και χωρίς να θέλω να κάνω ανόητες συγκρίσεις ή παραλληλισμούς, το παράδειγμα και σήμερα δεν είναι ο –κορυφαίος βέβαια– Καβάφης αλλά ο Ρεμπώ, πίσω από τον οποίον στοιχίζεται μια στρατιά ποιητών πρώτης κατηγορίας.
Θυμούμαι με ακρίβεια πώς, πότε και πού έγραψα τα περισσότερα ποιήματά μου. Δεν μπορώ να πω το ίδιο και για τα πεζά μου. Κι είμαι βέβαιος πως αυτό δεν συμβαίνει μόνον σ’ εμένα.
Κάποια πράγματα, που τα συλλαμβάνει κανείς ενστικτωδώς, τα επιβεβαιώνει όταν γνωρίζει πολύ αργότερα πώς τα ανέπτυξαν τα μεγάλα παραδείγματα. Λ.χ. τα τρία τέταρτα των ποιημάτων που απαρτίζουν τη συλλογή μου Τέφρες τα έγραψα στη Θεσσαλονίκη στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Μέναμε τότε στη συνοικία του Αγίου Παύλου, κάτω ακριβώς από τα κάστρα, και αργά το βράδυ, όταν γυρνούσα στο σπίτι από την παραλία και είχαν σταματήσει τα δρομολόγια των αστικών λεωφορείων, έπαιρνα τον ανηφορικό δρόμο της επιστροφής και βαδίζοντας συνέθετα προφορικά το ποίημα που θα έγραφα αμέσως μετά στο σπίτι.
Το 1984, όταν ζούσα στη Νέα Υόρκη, διάβασα το εξαίσιο δοκίμιο του κορυφαίου Όσιπ Μαντελστάμ για τον Ντάντε και τα όσα έγραφε στον πρώτο τόμο των απομνημονευμάτων της η γυναίκα του Ναντιέζντα: πως ο Μαντελστάμ συνέθετε τα ποιήματά του προφορικά, όταν περπατούσε. Ο ποιητικός ρυθμός λοιπόν δεν είναι μόνο μουσική αλλά και βηματισμός και κίνηση. Για τον Ρόμπερτ Γκρέηβς συνιστά συνδυασμό του βηματισμού των ρωμαϊκών λεγεώνων, του ρυθμού των κουπιών των βρετανικών πλοίων και του διονυσιακού χορού. Προτιμώ αυτό το τριαδικό σχήμα (ό,τι κι αν σημαίνει) από το φανοποιία–μελοποιία–λογοποιία του Έζρα Πάουντ που έφαγα μια ζωή να μελετώ και τις χειρότερες ανοησίες του, ώσπου να τις διαχωρίσω από τα όσα σπουδαία έχει καταθέσει.
Αν τα λέω τώρα αυτά, δεν το κάνω για να μιλήσω για τον εαυτό μου, αλλά επειδή πιστεύω ότι λίγο πολύ τέτοια και παρόμοια ισχύουν για όλους μας. Η Ελλάδα ήταν ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970 μια «κλειστή χώρα» κι ό,τι «ανακαλύψαμε» εμείς οφειλόταν όχι μόνο στα βιώματά μας αλλά και στο πάθος να εκφραστούμε και στον φαντασιακό κόσμο που προσλαμβάναμε από τα ελληνικά, κυρίως, διαβάσματά μας.
Η γενιά μας δεν είναι μια γενιά «αγράμματη», όπως με άκρα προχειρότητα είπαν κάποιοι κάποτε. Κι όπως όλες οι γενιές, έκανε κι εκείνη τα λάθη της. Όμως μάθαμε απ’ αυτά –οι περισσότεροι τουλάχιστον. Λένε μερικοί πως ούτε καταστατικές αρχές διατυπώσαμε, ούτε μανιφέστα εκδώσαμε, αγνοώντας πως τα μανιφέστα, τα σκάνδαλα και οι προγραμματικές διακηρύξεις είχαν πεθάνει μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κι εδώ και διεθνώς, και πως η ποίηση που θα γραφόταν εφεξής θα ήταν πικρή, γκρίζα ή ακόμη και μαύρη. Τέτοια ήταν η κληρονομιά των μεταπολεμικών μας ποιητών και σε μεγάλο βαθμό από αυτήν προκύψαμε κι εμείς, έστω κι εξ αντανακλάσεως. Ζούσαμε σε μια κλειστή χώρα κι εντούτοις μπορούσαμε ν’ ακούσουμε τον απόηχο της δεκαετίας του 1960.
Κάποιος θα πρέπει κάποτε να γράψει το χρονικό της δεκαετίας του 1970, όπως περίπου το έκανε ο Ελύτης για τη δική του γενιά στα Ανοιχτά χαρτιά. Για τη γενιά του ’70 έχουν δημοσιευτεί φιλολογικές μελέτες, έχουν εκπονηθεί διατριβές, έχουν εκδοθεί μονογραφίες και προγραμματίζονται κι άλλες, αλλά το χρονικό λείπει, αυτό δηλαδή που θα αναπαραγάγει το κλίμα και την ατμόσφαιρα μιας εποχής και τις εκφάνσεις της, οι οποίες είναι πολύ περισσότερες από όσες μπορεί κανείς να φανταστεί.
