Γιώργος Μολέσκης

Μια παλιά φωτογραφία

ΔΙΧΩΣ ΠΥΞΙΔΑ

Η μνήμη αγνοεί τη σειρά των πραγμάτων,
πλέει ελεύθερα μέσα στη θάλασσα των γινομένων
σαν καράβι δίχως πυξίδα,
ακολουθώντας μια δική της μυστική διαδρομή.
Σταματά σε τόπους και σε χρόνους
συχνά ξεχασμένους και φέρνει στο φως
πράγματα χαμένα μέσα στη δύνη των καιρών.

Κάτι βράδια σε ξένους τόπους, σε ξένα δωμάτια,
κάτι φεγγάρια να κοιτούν μέσα από τα παράθυρα,
κάτι πρωινά με το φως
να μπαίνει μέσα φορτωμένο χρώματα
μεταφέροντας μυρωδιές εποχών περασμένων,
κάτι έρωτες που πέταξαν σαν πουλιά
δίχως φτερό ν’ αφήσουν πίσω τους,
φίλοι που χάθηκαν σε ξένους τόπους,
χειρονομίες που σκιαμαχούν με το κενό,
λόγια που φυτεύτηκαν μέσα σου,
λέξεις που ρίχτηκαν σαν φύλλα στον άνεμο,
παραπατήματα, λάθη που πλήγωσαν, στίχοι
που γράφτηκαν και ρίχτηκαν στον κάλαθο,
σπόροι που φυτεύτηκαν και δεν βλάστησαν,
φυτά που δεν καρποφόρησαν, μέρες απώλειας
που δεν μπορείς να τις γυρίσεις πίσω.

Τρέχει ο χρόνος,
εσύ όλο αγκυλώνεσαι στ’ αγκάθια του
κι η μνήμη να επιμένει,
σάμπως να θέλει να είναι παρηγορητική,
να σου θυμίζει το κέρδος και όχι τη ζημιά,
να γεμίζει το κενό, να επαναλαμβάνει
πως όλα όσα κράτησες είναι δικά σου.

ΠΑΣΕΛΗΝΟΣ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Αυτά τα γεμάτα φεγγάρια του καλοκαιριού
πάνω στον καθαρό ουρανό της Λευκωσίας
με ταξιδεύουν σε πόλεις του κόσμου
που τα κοίταξα κάποτε στους ουρανούς τους.
Κάποτε ζεστά, κάποτε παγωμένα
να κρυφοκοιτάζουν μέσα από τα σύννεφα,
να μπλέκονται στα γυμνά κλαδιά των δέντρων,
ν’ αντικαθρεφτίζονται στο άσπρο χιόνι
είτε μέσα στα νερά λίμνης πλατιάς σαν θάλασσα.

Αυτά τα φεγγάρια φέρνουν εδώ,
κάτω από τον ουρανό της Λευκωσίας,
ιστορίες που παίχτηκαν
κάτω από άλλες πανσελήνους:
αγάπες, όνειρα,
στόχους μεγάλους και υποσχέσεις,
που δεν υλοποιήθηκαν,
όνειρα που χάθηκαν, φιλίες που ξεμάκρυναν,
έρωτες που έγιναν ανάμνηση,
ποιήματα που δεν γράφτηκαν ποτέ.

Μια μεταφορά όλα τούτα,
που γίνεται ποιητική αδεία, για να μας θυμίζει
τη ζωή που φεύγει κάθε μέρα χωρίς επιστροφή,
να σημαδεύει αυτό που μένει και σαν μούστος
ωριμάζει μέσα στη στέρνα τούτη
που όλο μαζεύει μέσα της όσο να βυθιστεί
σαν ένα καράβι στη μεγάλη θάλασσα
του διαρκούς και του πεπερασμένου.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Στην αναπλασμένη κεντρική μας πλατεία,
με το μεγάλο της όνομα που δεν ευοδώθηκε,
με την αρχιτεκτονική της την αμφιλεγόμενη,
στην κεντρική μας πλατεία
που απλώνεται σαν θάλασσα πάνω από τα παλαιά τείχη,
κολυμπούν τα δειλινά σαν βάρκες σε ανοιχτά νερά
τα άβολα λευκά οβάλ παγκάκια της
φορτωμένα ασφυκτικά με μετανάστες
που πλέουν στο άγνωστο
αναζητώντας μια στεριά ν’ αράξουν.

Μες στο ημίφως του δειλινού
ταξιδεύουν πίσω, σε τόπους φτώχιας,
σε τόπους εμφύλιου σπαραγμού και έχθρας
φυλετικής, θρησκευτικής, πολιτικής,
ταξιδεύουν μπροστά, σε τόπους άγνωστους,
περνούν μέσα από ερήμους, καμένα δάση,
διασχίζουν φουρτουνιασμένες θάλασσες,
φτάνουν σε άγνωστη γη,
γυμνοί απ’ όλα τους τα ενδύματα
και μάχονται ενάντια στην προκατάληψη,
τον φόβο, την καχυποψία.

Το σούρουπο τους βρίσκει
πάνω στα άβολα οβάλ παγκάκια
της πολυδιαφημισμένης μας πλατείας
να ταξιδεύουν σ’ έναν άγνωστό τους κόσμο,
αμίλητοι, σιωπηλοί,
στριμωγμένοι ο ένας πλάι στον άλλο
κάτω από το θαμπό φως των προβολέων,

όλοι μαζί
και μόνος του ο καθένας.

ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Πόσα πράγματα μπορείς να δεις σε μια παλιά φωτογραφία
όταν οι άνθρωποι που απεικονίζονται έχουν φύγει
είτε σκόρπισαν στις στράτες του κόσμου,
όταν ο φωτογράφος είναι χαμένος σε άγνωστους τόπους,
το τοπίο στο φόντο ένα μακρινό παραμύθι,
όταν τα χρόνια που μεσολάβησαν πετάχτηκαν στον κάλαθο
μαζί με τα παλιά ημερολόγια, τις ημερολογιακές σημειώσεις,
τις καταγραφές πραγμάτων που τώρα ξεχάστηκαν,
ακόμη και τους στίχους που δεν κατάφεραν
να βρουν μια θέση σε κάποιο ποίημα.

Μα να, κοιτάζεις τη φωτογραφία κι όλα επανέρχονται:
η σκηνή, το τοπίο, οι άνθρωποι
με τις πόζες και τα λόγια τους,
ο χρόνος που μας δρασκελάει αμείλιχτος.

Έτσι αρχίζει η ερμηνεία του δράματος,
το κάθε πράγμα παίρνει τη θέση του,
ο κάθε άνθρωπος μπαίνει στο ρόλο του,
ακόμη κι ο φωτογράφος έρχεται
με την παλιά και ξεχασμένη τώρα μηχανή του.

Ο μύθος ξετυλίγεται από την αρχή,
η πράξη παλιά και την ίδια στιγμή καινούργια
παίζεται μπροστά σου.

Όλη σου η ζωή
μια στιγμή
κι ένας αιώνας.
Κύλιση στην κορυφή