Εύα Νάθενα

Μια παρατεταμένη εφηβεία που κρατάει ακόμη και σήμερα

Με πρότυπα τις περασμένες γενιές, των μεγάλων ζωγράφων και ποιητών και όσα ακριβά κληρονομήσαμε, ένιωθα πάντα τη γενιά μου να υστερεί. Να μένει πίσω με βαρίδια στα πόδια. Το θάρρος και το θράσος της νιότης γύρευε πάντα μέσα μου ένα Πολυτεχνείο, μια Επανάσταση, μια τομή, να καθορίσουν τον κόσμο εκ νέου. Αντ’ αυτού, βίωσα το πέρασμα από τον αναλογικό στον ψηφιακό κόσμο, μένοντας ερωτευμένη με τις σελίδες των βιβλίων και το χαρτί.

Γράφω ακόμη γράμματα. Και τα ταχυδρομώ. Η ηλικία των 50 δεν μοιάζει πια τρομαχτική όπως άλλοτε. Όμως τώρα και ενώ τη βιώνω, μπορώ να το πω, πώς ποτέ δεν έζησα τη γενιά μου. Ή καλύτερα ‘μέσα’ σε αυτήν. Τα δάνεια και οι αποσκευές μου ήταν πάντα από άλλες γενιές. Κάποτε, στην ερώτηση ενός δημοσιογράφου «ποια είναι η αγαπημένη σας εποχή», απάντησα: «Κυριολεκτικά, έχω ζήσει σε όλες τις εποχές που έχω δουλέψει για το θέατρο. Δεν έχω παράπονο» και ήμουν απολύτως ειλικρινής.

Όταν έμπαινα στην εφηβεία, έμπαινα και ως σοπράνο, σαν ειδικό μέλος –λόγω ηλικίας– στη χορωδία του Δήμου Ηρακλείου, ένα σχήμα μουσικό που γεννήθηκε μέσα στην πολιτιστική άνθιση που ο Μάνος Χατζιδάκις δώρισε στην πόλη μου. Ο «Μουσικός Αύγουστός» του –παιδί του πολιτιστικό– κράτησε χρόνια και εγώ ευτύχησα να γνωρίσω τον Μάνο στα 16 μου και να τραγουδήσω σε δίσκο του Μαμαγκάκη με τον Σπύρο Σακκά και την Σαβίνα Γιαννάτου. Από καλοκαίρι σε καλοκαίρι, από τα 14 έως τα 18 μου, στα δύο θέατρα που είχε επιμεληθεί ο μετέπειτα δάσκαλος μου Διονύσης Φωτόπουλος, συνάντησα τον Κουν και όλο το δωδεκάθεο του θεάτρου.

Αποχαιρέτησα την Κρήτη στα 18 μου και ήρθα στην Αθήνα. Σπούδασα στη Σχολή Καλών Τεχνών και αυτό καθόρισε την υπόλοιπη ζωή μου. Το Πολυτεχνείο ευτύχησα να το περιδιαβαίνω σαν κτίριο, έστω, στα φοιτητικά μου χρόνια, τότε που ένιωσα να εγείρομαι και να αγαπώ με πάθος την τέχνη που διάλεξα: τη ζωγραφική. Η ζωγραφική και αργότερα η τριβή μου με τους ανθρώπους στο θέατρο, ο χώρος των ονείρων, των υπόγειων και των εποχών που περιέγραψα, με έκανε να μεγαλώσω μισή σαν ψάρι, μισή σαν πουλί και να βρω το δακτυλικό μου αποτύπωμα.

Τη δική μου τη γενιά, τη μετράω σαν αυτή που είδε όλους τους μεγάλους αυτής της χώρας να πεθαίνουν. Ή καλύτερα, να «πεθαίνουν σαν χώρα». Ο Ελύτης, ο Τσαρούχης –ο δάσκαλος του δασκάλου μου–, ο Χατζιδάκις –ο Μάνος της εφηβείας μου–, ο Κουν –ο μύθος. Ο Μόραλης –ο μεγάλος δάσκαλος, που τον άκουσα να λέει πως «Έτσι κι εγώ· τους έχασα όλους κι έμεινα τελευταίος να κλείσω την πόρτα». Και την έκλεισε.

Τελευταίος μύθος της μουσικής, ο Μίκης.

Υποθέτω πως όλη η γενιά μου βίωσε, όπως εγώ, αυτές τις μεγάλες απώλειες όχι σαν πέρασμα σε επόμενη γενιά, αλλά σαν το τέλος μιας εποχής.

Είχα πάντα ένα αίσθημα οφειλής απέναντι σε έργα σπουδαία που δεν διαβάστηκαν, όπως ίσως έπρεπε, στην εποχή τους. Που δεν αποτιμήθηκαν σωστά. Η ζωή ήθελε τη βαθιά επιμονή μου σε ένα τέτοιο έργο –τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη– να προσπαθήσω να την ακουμπήσω στο σήμερα. Ευτύχησα να έχει αντίκρισμα σε μαθητές και φοιτητές, ανείπωτη χαρά.

Δεν ξέρω ποια σχάση του χρόνου θέλησε να εμπλακώ εγώ στην ταινία για τη ζωή του μεγάλου συνθέτη. Και τώρα περπατώ μέσα στον Μίκη. Και ο λύκος είναι κάπου εδώ. Πάντα είναι εδώ. Και είναι πάντα το συνώνυμο του φόβου. Μόνο που τώρα ο φόβος είναι να πεις την ιστορία σωστά. Την ιστορία με μικρό «ι», αλλά και με μεγάλο. Γιατί ο Μίκης είναι η Ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Πώς ένας άνθρωπος της γενιάς μου, εγώ, το αποτολμάει, αλήθεια; Μα με το θάρρος και το θράσος της νιότης. Συνδυάζοντας πάντα τα αντίθετα, δεν βίωσα ποτέ τη γενιά μου και την επικαιρότητά της, όμως, απ’ το ένα χέρι έπαιρνα το παρελθόν και από το άλλο μια παρατεταμένη εφηβεία, που κρατάει ακόμη και σήμερα.

Η γενιά μου βίωσε ένα παρελθόν σαν πυροτέχνημα που δεν έσκασε. Δεν φώτισε τον ουρανό. Δεν έκανε τη φαντασμαγορία που ονειρεύτηκε. Βιώνει όμως ένα παρόν τόσο ανατρεπτικό. Οι φίλοι γύρω μου δοκιμάζουν. Αλλάζουν γήπεδο. Πάνε σε πίστες δημιουργικές κι αυτό με συναρπάζει. Και φύσει-θέσει αισιόδοξη, αισθάνομαι να πω ότι κάπου εκεί στη στροφή, ίσως καταφέρει τελικά να κάνει τη διαφορά. Κοιτώ με θαυμασμό τον δρόμο που ανοίγει ο Λάνθιμος και τόσοι άλλοι της γενιάς μου, εντός κι εκτός των τειχών και μας το εύχομαι.

21.12.2025

Κύλιση στην κορυφή