Μαριαλένα Σπυροπούλου

Μια σημαντική μορφή στην ψυχανάλυση, μια διαφορετική Πριγκίπισσα

Ελληνική Ψυχαναλυτική Επιθεώρησης, τχ. 1 (Αφιέρωμα στη Μαρία Βοναπάρτη), εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 2025.

Στη μνήμη της Μαρίλιας Αϊζενστάιν-Αβέρωφ

Είναι σημαντικό γεγονός όταν κυκλοφορεί ένα καινούριο επιστημονικό περιοδικό, ένα περιοδικό που ανοίγεται στον χώρο της σκέψης και στην εμβάθυνση της επιστήμης. Αποτελεί γεγονός γιατί επιδιώκει τη συνομιλία όπως και την εξέλιξη. Πριν από έναν μήνα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά η Ελληνική Ψυχαναλυτική Επιθεώρηση, από τις εκδόσεις Πλέθρον. Το πρώτο τεύχος αυτού του ψυχαναλυτικού περιοδικού αξιώσεων συντάσσεται και επιμελείται από διακεκριμένους Έλληνες ψυχαναλυτές, μέλη της ΕΨΕ, όπως οι Μανωλόπουλος, Μητροσύλης, Χατζηγιάννη-Στεφανάτου, Εμπέογλου, Νικολοπούλου, Σταθόπουλος κ.ά. Επιτροπεύεται από Έλληνες και ξένους ψυχαναλυτές, με στόχο τη διάδοση της ψυχανάλυσης και, όπως σημειώνει η κα Τέσσα Χατζηγιάννη-Στεφανάτου, επιμελήτρια σύνταξης του περιοδικού μαζί με τον Σπύρο Μητροσύλη, «το περιοδικό φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν τόπο έκφρασης, στοχασμού και καταγραφής της θεωρητικής και κλινικής παραγωγής των ψυχαναλυτών της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρίας αλλά και έναν χώρο συνάντησης και ανταλλαγής με την ευρύτερη ψυχαναλυτική κοινότητα, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Το περιοδικό θα εκδίδεται μια φορά τον χρόνο, σε έντυπη μορφή από τις εκδόσεις Πλέθρον, ενώ τα άρθρα του θα δημοσιεύονται επίσης σε ηλεκτρονική μορφή στα αγγλικά. Παράλληλα υπάρχουν ενότητες Εκτός Θεματικής, Παρουσιάσεις Βιβλίων». Το πρώτο τεύχος ασχολείται με το μείζον θέμα της ψυχαναλυτικής σκέψης, την Πρωταρχική Σκηνή και φιλοξενεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον –για ειδικούς αλλά όχι μόνον– αφιέρωμα στη Μαρία Βοναπάρτη, μια σημαντική γυναίκα για την ψυχανάλυση και την Ελλάδα. Το πρώτο τεύχος του περιοδικού φιλοξενεί ένα από τα τελευταία άρθρα μιας μεγάλης προσωπικότητας της διεθνούς ψυχανάλυσης, της Μαρίλιας Αϊζενστάιν-Αβέρωφ, που έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Μάιο στο Παρίσι, με τίτλο «Ορισμένες σύντομες παρατηρήσεις σχετικά με τις πρωταρχικές φαντασιώσεις». Το αφιέρωμα στη Μαρία Βοναπάρτη και τα κείμενα που συμπληρώνουν το τεύχος παρουσιάστηκαν σε ημερίδα που οργανώθηκε από την ΕΨΕ, σε συνεργασία με τους οργανωτές του Γαλλόφωνου Συνεδρίου, την 1η Ιουνίου 2025. Η εκδήλωση, όπως υποσημειώνεται στην αρχή του αφιερώματος, έγινε με αφορμή την έκδοση της αλληλογραφίας ανάμεσα στον  Φρόυντ και τη Μαρία Βοναπάρτη (εκδόσεις Flammarion, 2022) και υπήρξε ιδέα και επιθυμία της Μαρίλιας Αϊζενστάιν-Αβέρωφ. Εργάστηκε για την προετοιμασία της, δυστυχώς δεν έζησε για να τη δει να υλοποιείται.

Μαρία: Η τελευταία των Βοναπάρτηδων.
Ιχνηλατώντας μια παθιασμένη και αποτελεσματική προσωπικότητα

Αν χρειαζόταν να σκεφτούμε με όρους φύλου για την ψυχανάλυση, θα λέγαμε ότι υπήρξε εν μέρει ένας ανδροκρατούμενος χώρος. Αρχής γενομένης από τον άνδρα που την ανακάλυψε, τον Βιεννέζο γιατρό Σίγκμουντ Φρόυντ, η σειρά των μεγάλων ανδρών είναι μακριά. Ερνστ Τζόουνς, Σάντορ Φερέντζι, Ότο Ρανκ, και πολλοί άλλοι που ακολούθησαν όπως ο Ντ. Ουίνικοτ ή ο Ζ. Λακάν. Υπήρξε όμως από την αρχή ευδιάκριτος χώρος για τη γυναικεία συνεισφορά, από την ίδια την κόρη του Φρόυντ, την Άννα Φρόυντ και τη Μέλανι Κλάιν, η ανάπτυξη της θεωρίας και η εξέλιξη της ψυχαναλυτικής σκέψης συνέβαινε παράλληλα και ταυτόχρονα. Το ενδιαφέρον των γυναικών γι’ αυτόν τον νέο χώρο σκέψης και κλινικής πρακτικής ήταν έντονο και καταλυτικό. Άλλωστε δεν θα υπήρχε η ψυχανάλυση αν δεν υπήρχαν οι γυναίκες ασθενείς του Φρόυντ, αν δεν υπήρχε η υστερία. Οι γυναίκες ως πάσχουσες βρίσκονται στο κέντρο της ψυχαναλυτικής ανακάλυψης και πολύ σύντομα κάποιες από αυτές πέρασαν στο ενεργητικό ενδιαφέρον και στην κλινική πρακτική. Από τις πρώτες γυναίκες που επηρεάστηκαν από την ψυχανάλυση ήταν η Μαρία Βοναπάρτη, δισέγγονη του αδερφού του Ναπολέοντα, παντρεμένη με τον Πρίγκιπα της Ελλάδος Γεώργιο.

Η Μαρία Βοναπάρτη είναι μια πολύ σημαντική προσωπικότητα, τη συνεισφορά της οποίας ακόμα μελετούν οι ερευνητές. Στο πολύ πλούσιο αφιέρωμα του πρώτου τεύχους της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Επιθεώρησης, φιλοξενούνται άρθρα των Emmanuelle Chervet, Remy Amouroux, Cecil Marcoux, Λεωνίδα Εμπειρίκου, Τέσσας Χατζηγιάννη-Στεφανάτου.

Σχέσεις ζωής

Η εικόνα που επικρατεί στο συλλογικό ασυνείδητο για τους πρίγκιπες, και τις πριγκίπισσες ακόμα περισσότερο, είναι μια σχετικά ακίνητη εικόνα. Βολεμένες, άχρωμες, υπάρξεις χωρίς ενσυναίσθηση, μακριά από τα προβλήματα του λαού. Μακριά από τα προβλήματα εν γένει. Αυτή η αίσθηση που καλύπτει τις πριγκιπικές ζωές εξατμίζεται κάθε φορά που ένας αναγνώστης σκύβει πάνω από τη ζωή κάποιων από αυτούς τους τιτλούχους. Η Μαρία Βοναπάρτη είναι μια τέτοια περίπτωση, πολύ μακριά από τα στερεότυπα της ροζ πριγκιπικής αφέλειας. Γεννήθηκε σε ένα δύσκολο περιβάλλον, έχασε τη μητέρα της σε μικρή ηλικία, ενώ δεν έβλεπε σχεδόν ποτέ τον πολυαγαπημένο της πατέρα. Η σχέση με τη γιαγιά της ήταν δύσκολη, μια γυναίκα ψυχρή και απόμακρη, ενώ και οι σχέσεις της με το άλλο φύλο είχαν δυσκολίες. Ο γάμος της με τον Πρίγκιπα της Ελλάδος Γεώργιο δεν ήταν ανέφελος, από την αρχή τής έγινε γνωστή η στενά εξαρτημένη σχέση του συζύγου της από τον θείο του. Η γυναίκα αυτή όμως δεν σταμάτησε μπροστά στα προβλήματα του βίου της. Αναζήτησε σε όλη της τη ζωή τρόπους να σκεφτεί και να δράσει. Επισκέφτηκε τον Φρόυντ ζητώντας να την αναλύσει και σύντομα έγινε μια έμπιστη για όλη την οικογένεια των Φρόυντ. Πείστηκε για την αξία της ψυχανάλυσης, όταν ήρθε σε επαφή μέσα στην ανάλυσή της με ένα στοιχείο καταγεγραμμένο στο δικό της ασυνείδητο που αφορούσε την πρωταρχική σκηνή και ζήτησε από τον «πατέρα» της Ψυχανάλυσης να την εκπαιδεύσει. Συνεισέφερε πολλαπλώς στην οικογένεια Φρόυντ, έσωσε κυριολεκτικά τη ζωή τους μετά την επέλαση των Ναζί και στην Αυστρία, αξιοποιώντας τις διεθνείς διασυνδέσεις της για να μεταφερθεί η οικογένεια στο Λονδίνο. Έσωσε τα αρχεία του και την αλληλογραφία του, ακόμα και παραβαίνοντας τη δική του επιθυμία να μη σωθούν οι επιστολές του. Ήταν πιστή σε εκείνον αλλά όχι τυφλή. Στο ζήτημα της γυναικείας σεξουαλικότητας, τόλμησε να προβάλει τις αντιρρήσεις της και να διακρίνει ότι ο Φρόυντ δεν μπορούσε να καταλάβει σε βάθος τη γυναίκα. Η ίδια τόλμησε να πειραματιστεί πολλαπλώς, αναζητώντας τη συμβολή και άλλων γυναικών στο ευαίσθητο και κλειστό ζήτημα –για την εποχή και για κάθε εποχή– της γυναικείας σεξουαλικότητας. Μια γυναίκα μπροστά από όσα άντεχε η εποχή της.

Η Βοναπάρτη αγάπησε την Ελλάδα. Η επιθυμία και η στήριξη που παρείχε στην αρχική τριανδρία Ελλήνων γιατρών και ποιητών όπως οι Εμπειρίκος, Ζαβιτσάνος, Κουρέτας για την ίδρυση μιας εταιρείας Ψυχαναλυτών εν Ελλάδι ήταν έντονη, συστηματική και ακάματη. Παρά τις πολλαπλές δυσκολίες που συνάντησε το εγχείρημα, ανώριμη εποχή, μικρός αριθμός των υπαρχόντων ψυχαναλυτών, μεταναστεύσεις, διωγμοί του Εμπειρίκου αλλά και άλλα ζητήματα, εκείνη διατήρησε τις σχέσεις και με τους τρεις, ιδίως με τον Εμπειρίκο και τον Κουρέτα που τους στήριζε με όποιον τρόπο διέθετε καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου της. Η στήριξή της ήταν επιστημονική και φιλική, καθώς οι ιδέες της και η ανάγκη για δράση σε κάθε πρόβλημα συνοδευόταν από την πίστη σε μια εποχή που ανέτειλε. Πίστευε στα δώρα που θα έφερνε η ψυχανάλυση στον άνθρωπο, τη δυνατότητα ωρίμανσής του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που διαφωνούσε αλλά παρέμενε μέσα στο άρμα της κεντρικής οδού που χαρασσόταν διεθνώς στην ψυχανάλυση. Δεν αγαπούσε όμως μόνον την ψυχανάλυση, αλλά και τη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και την ποίηση. Ένας από τους πιο στενούς φίλους της έγινε ο Νίκος Καζαντζάκης. Η φιλία τους όπως και με τη σύζυγό του, ξεκίνησε από την αγάπη της για τα βιβλία του Καζαντζάκη. Με ανταλλαγές επιστολών όπως και με συναντήσεις, κοινές διακοπές κυρίως στη Γαλλία, η πίστη της στην αξία αυτού του δημιουργού αποδεικνυόταν σθεναρή μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Διέσωσε με τη βοήθεια της Φρειδερίκης τον Καζαντζάκη από τον αφορισμό της Εκκλησίας για τον Τελευταίο Πειρασμό, ένα βιβλίο που ο δημιουργός αφιέρωσε σε εκείνη. Σημαντικές και οι προσπάθειες που έκανε τονίζοντας την αξία του Καζαντζάκη στα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας, πίστευε ακράδαντα ότι ο Κρητικός συγγραφέας του Ζορμπά άξιζε δικαιωματικά το Νόμπελ.

Μέχρι το τέλος της ζωής της έμεινε πιστή στις αρχές της, αλλά όπως διαφωτίζει το αφιέρωμα του πρώτου τεύχους της Ελληνικής Επιθεώρησης, η Βοναπάρτη διέθετε αυτόνομη ψυχαναλυτική σκέψη, δεν ήταν μόνον μια κοσμική της ψυχανάλυσης. Με το αθόρυβο συγκινητικό τέλος, την καύση και τη μεταφορά της στάχτης στον τάφο της οικογένειας του συζύγου της στο Τατόι κλείνει ο μεγάλος της κύκλος. Δεν επιθύμησε να φαίνεται πουθενά το όνομά της, δεν ήθελε σταυρό, «ο σταυρός στο μνήμα του Γεωργίου φτάνει και για τους δυο μας» δικαιώνοντας τη στάση που κράτησε σε όλη της τη ζωή πίσω από τα μεγάλα γεγονότα και μπροστά στη μεγάλη ουσία της ζωής.

Ζήτησε μόνον να χαραχθούν μερικοί στίχοι από το «Dies Irae» του Λεκόντ ντε Λιλ: «Κι εσύ, θείο Τέλος, που όλα επιστρέφουν σε σένα και σβήνουν μέσα/Δέξου τα τέκνα σου στην έναστρη αγκαλιά σου,/Απάλλαξέ μας απ’ τον χρόνο, το πλήθος και τον χώρο/ και πρόσφερέ μας την γαλήνη που η ζωή διασάλευσε».

Κύλιση στην κορυφή