Ζωγραφική: Ανδρέας Πατράκης

Γεράσιμος Νοταράς

Μια συνομιλία με τον ποιητή Γιάννη Τζώρτζη

Ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Γιάννη Τζώρτζη μέσω μιας φίλης μου ποιήτριας, της Α.Π. Σε μια συζήτησή μας, μου είχε αναφέρει το εξής γεγονός: «Είχα βγάλει μόλις το πρώτο μου βιβλίο, όταν δέχτηκα στο σπίτι μου ένα απόγευμα την απροσδόκητη επίσκεψη ενός νεαρού άντρα, που μου συστήθηκε ως Γ.Τζ., ποιητής και μεταφραστής αγγλόφωνης λογοτεχνίας. Ο λόγος της επίσκεψής του ήταν για να μου εκφράσει το θαυμασμό του και τη βαθιά συγγένειά του, όπως είπε, με τα ποιήματα του νεοεκδοθέντος βιβλίου μου. Μιλήσαμε για διάφορα θέματα μέχρι το βράδυ, χαιρετηθήκαμε κι έκτοτε δεν τον ξανασυνάντησα ποτέ. Αρκετό καιρό αργότερα, έτυχε να βρω τα ποιήματα της συλλογής του Ο Ύπνος του Κυνηγού σε ένα βιβλιοπωλείο της Αθήνας και διαβάζοντάς τα, κατάλαβα τον λόγο εκείνης της επίσκεψής του».

Έχοντας ήδη κινήσει το ενδιαφέρον μου, δανείστηκα από τη φίλη μου τη συλλογή αυτή, τη διάβασα και την ξαναδιάβασα με ιδιαίτερη συγκίνηση, και αναζήτησα στη συνέχεια και τις υπόλοιπες ποιητικές συλλογές του, αλλά και κάποιες μεταφράσεις του που μου έκαναν εντύπωση, τόσο ως προς τις επιλογές όσο και ως προς το ιδιαίτερο αποτύπωμά τους.

Ομολογώ ότι προβληματίστηκα πολλές φορές για το πραγματικό έναυσμα, το σπέρμα της ποιητικής δημιουργίας του Γιάννη Τζώρτζη. Τι γεννούσε αυτά τα μικρά κομψοτεχνήματα που ήταν τα ποιήματά του, σε ποια αλήθεια εδράζονταν και μέσω ποιας επεξεργασίας πήραν τελικά την οριστική τους μορφή, έτσι όπως εμφανίζονταν στις τέσσερις συλλογές του. Όσο περισσότερο αναζητούσα το βάθος και την ανέλιξη, τόσο ένιωθα να με κυκλώνουν και να με στοιχειώνουν. Επιχείρησα να τον συναντήσω, πράγμα λίγο δύσκολο, μιας και φαινόταν να έχει απομακρυνθεί από το λογοτεχνικό προσκήνιο εδώ και πολλά χρόνια. Ένας κοινός μας γνώριμος με έφερε σε τηλεφωνική επαφή, μιλήσαμε πολύ λίγο και μετά από αρκετό δισταγμό, του εξέφρασα την επιθυμία μου για μια συζήτηση πάνω στα ποιήματά του, όχι ακριβώς υπό τύπον συνεντεύξεως (για την οποία εξαρχής μου δήλωσε την απροθυμία του), αλλά περισσότερο ως προσωπική απόπειρα να κατανοήσω κάποια κομβικά σημεία της ποιητικής του δημιουργίας.

Συναντηθήκαμε όλη κι όλη μια φορά. Δεν θα σταθώ στις προσωπικές εντυπώσεις από τη συνάντηση αυτή – εξάλλου, δε νομίζω να ενδιαφέρει και κανέναν. Δέχτηκε, με πολλές επιφυλάξεις, είναι αλήθεια, να ξεκινήσουμε μια σειρά τηλεφωνικών συζητήσεων, με την αυστηρή παράκληση να μην υπάρξουν ηχογραφήσεις, χωρίς να μου δώσει καμιά εξήγηση γι’ αυτή την άρνηση. Από τις συζητήσεις αυτές κρατούσα κάποιες σημειώσεις, τις επεξεργαζόμουν, και σε μια επόμενη επαφή μας του τις έθετα ως ερωτήσεις-παρατηρήσεις. Μολονότι το εγχείρημα αυτό φαινόταν εξαρχής να ενέχει πολλές δυσκολίες και αντιξοότητες, το τελικό αποτέλεσμα κατέληξε σε μια εκ βαθέων προσέγγιση της ποιητικής του δημιουργίας, για την οποία νιώθω ιδιαίτερη ικανοποίηση. Μέρος αυτών των συζητήσεων δημοσιεύεται εδώ με τη σύμφωνη γνώμη του ποιητή, αφού ανέγνωσε ο ίδιος προηγουμένως το τελικό κείμενο και προχώρησε σε κάποιες μικρές παρατηρήσεις και διορθώσεις.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΝΟΤΑΡΑΣ: Ας ξεκινήσουμε παίρνοντας τα πράγματα απ’ την αρχή: από πού ξεκίνησαν όλα. Έχοντας κάνει μια σχετική έρευνα, κυρίως μέσα από δημοσιεύσεις και αναρτήσεις φίλων σας, έχω την εντύπωση πως η πρώτη σας εκδοτική παρουσία γίνεται μέσω των εκδόσεων της «Μη Άμεσης Επανάστασης», του εκδοτικού φορέα του περιοδικού Ιδεοδρόμιο, στις αρχές της δεκαετίας του ΄80, όπου εκδώσατε μια συλλογή μεταφρασμένων τραγουδιών του Μπομπ Ντύλαν. Σωστά;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΩΡΤΖΗΣ: Λίγο νωρίτερα, το 1978 ή το 1979, νομίζω. Μια σειρά τραγουδιών από τα πρώτα χρόνια της δισκογραφίας του Ντύλαν. Το λέει άλλωστε και ο τίτλος εκείνης της έκδοσης: Ο πρώιμος Μπομπ Ντύλαν κατά προσέγγιση. Με αρκετές ανακρίβειες, βέβαια, λόγω νεανικού ενθουσιασμού και επιπολαιότητας. Σχεδόν ταυτόχρονα, δεν θυμάμαι ακριβώς αν προηγήθηκε ή ακολούθησε αυτής της έκδοσης, έβγαλα από τις ίδιες εκδόσεις, ιδίοις εξόδοις, μια συλλογή μικρών κειμένων του Γούντι Άλεν με τίτλο Χωρίς φτερά. Αμφότερα τα διέθετα προς βιοπορισμό στα βιβλιοπωλεία του κέντρου της Αθήνας, αλλά και στα Προπύλαια του Πολυτεχνείου, μοιραζόμενος έναν πάγκο με τον Νικόλα Άσιμο.

Προηγήθηκαν όμως δύο άλλες «εκδοτικές» απόπειρες, χαρακτηριστικές θα έλεγα της σχιζοειδούς αντιφατικότητας της εποχής και της ηλικίας. Στα 15 μου, μαθητής Γυμνασίου στον Βόλο, κυκλοφόρησα σε ορισμένα αντίτυπα σε μουσταρδί χαρτί ακτινογραφίας μια «εκλαϊκευμένη» εκδοχή του Κομμουνιστικού μανιφέστου του Μαρξ προς προσηλυτισμό συμμαθητών και φίλων∙ ταυτόχρονα, ένα πανόδετο τετράδιο με τα πρώτα μου «ποιήματα», γραμμένα με καλλιγραφικά γράμματα, κάτι μεταξύ των ερωτικών πεζοτράγουδων της Μελλισάνθης και των εμβατηριακών Λιανοτράγουδων του Ρίτσου, που το διένειμα προς ανάγνωση με αρκετή συστολή σε έναν πολύ στενό κύκλο φίλων. Στο ίδιο τετράδιο, και προς αξιοποίηση των υπόλοιπων κενών σελίδων, συμπεριέλαβα στα αγγλικά όσους στίχους τραγουδιών μπορούσα να «ξεσηκώσω» ακούγοντας Kinks, Beatles, Floyd, Cat Stevens κ.ά., καθώς και τις αγαπημένες μου ποδοσφαιρικές ομάδες από κάθε γνωστό εθνικό πρωτάθλημα της εποχής. Μιλάμε για τρέλα!

Γ.Ν.: Επομένως, υπήρξε ευθύς εξαρχής θα λέγαμε, ένας «λογοτεχνικός» προσανατολισμός;

Γ.Τζ.: Είναι λίγο πιο περίπλοκα τα πράγματα∙ πρέπει να δει κανείς και τις ιδιαιτερότητες της εποχής, στις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Αν ήθελα να ορίσω τις αρχέτυπες καταβολές, θα έλεγα πως ήταν οι εξής: από τη μητέρα μου, μια πολύ ευαίσθητη και καλλιεργημένη γυναίκα, κληρονόμησα δυο βαθιές έξεις: από τη μια, την αγάπη για την ανάγνωση και τη λογοτεχνία (στη βιβλιοθήκη της διάβασα στην ηλικία των 13-14 ετών βιβλία τόσο ετερόκλητα όσο τους Αδελφούς Καραμαζόφ, τον Αρχισιδηρουργό, τον Έμπορο της Βενετίας, τη Τζέιν Έϋρ, αλλά και το Χαμένο σαββατοκύριακο του Τσαρλς Τζάκσον και το Κατηγορώ του Ζολά). Παράλληλα, μέσω της ανάγνωσης δεκάδων εκλαϊκευμένων Βίων Αγίων, άρχισε μια υπαρξιακή περιδίνηση στη μεγάλη παράδοση της Ορθοδοξίας, που δεν με άφησε ποτέ. Αμφότερα, μετεξελίχθηκαν αργότερα σε ανεξίτηλα βιώματα. Από τον πατέρα μου, έναν ακέραιο και δημιουργικό άνθρωπο, γεννήθηκε το ενδιαφέρον μου για τη μελέτη της οικονομίας και της κοινωνίας που κράτησε σχεδόν μια δεκαετία, για να ατονήσει στη συνέχεια. Από την άλλη, η έντονη πολιτικοποίηση των συγγενών της μητέρας μου, με οδήγησε από πολύ νωρίς στην οργάνωση της αριστεράς του Ρήγα Φεραίου, μια εμπειρία για την οποία είμαι ακόμη ευγνώμων, γιατί σμίλεψε μέσα μου την αίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αλλά οι χιλιάδες σελίδες μαρξιστικής γραμματολογίας σκόρπισαν τελικά στο πέρασμα των χρόνων.

Γ.Ν.: Με ενδιαφέρουν περισσότερο οι κατεξοχήν λογοτεχνικές καταβολές. Ποιες απ’ αυτές, ποιας μορφής, θα έλεγα, ήταν που σας συγκίνησαν περισσότερο και σας σημάδεψαν στα χρόνια της εφηβείας σας;

Γ.Τζ.: Πολύ επιγραμματικά, ήταν καταρχάς η μεγάλη Ρωσική παράδοση, Ντοστογιέφσκι, Γκόγκολ, Τολστόι, ο Παπαδιαμάντης και λίγο αργότερα ο Κόντογλου, ο Χέμινγουεϊ, ο Φώκνερ, ο Μέλβιλ, και από τους ποιητές ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Ρεμπώ, ο Ουγκό, ο Χέλντερλιν κ.ά. Μετά τα 17-18 βέβαια, ξέσπασε ασυγκράτητο το ποτάμι: η Μπητ Γενιά, το πρώτα Τραμάκια, ο Συναξαριστής του Αγ. Νικοδήμου, τα Πατερικά κείμενα, όση ποίηση μπορούσα να βρω στα ελληνικά και στα ευρωπαϊκά βιβλιοπωλεία.

Γ.Ν.: Να σταθούμε λίγο περισσότερο σε κάποια από αυτά; Για παράδειγμα, στη Μπητ Γενιά, με την οποία έχετε παλιούς και στενούς δεσμούς.

Γ.Τζ.: Ίσως, με την έννοια ότι από αρκετά νεαρή ηλικία και παρά τις μεγάλες δυσκολίες πρόσβασης σε σχετικές εκδοτικές απόπειρες (βλέπε, μέσα δεκαετίας του ʼ70 σε μια επαρχιακή πόλη όπως ο Βόλος), μαζί με τον φίλο μου Ίκαρο Μπαμπασάκη, ήρθαμε σε επαφή με το έργο του Γκίνσμπεργκ, του Κέρουακ, του Κόρσο, του Μπάρροουζ και άλλων. Τολμούσαμε μάλιστα με αγγλικά τριών ετών φροντιστηρίου, να «μεταφράζουμε» και κάποια ποιήματα ή αποσπάσματα πεζών κειμένων. Το πολιτισμικό σοκ, βέβαια, ήταν τεράστιο: μαζί με τα πρώιμα ακούσματα του Ντύλαν, των Κινκς, των Μπιτλς, αλλά και του Σαββόπουλου και της τζαζ, μας οδήγησε στη συνέχεια σε μια ενδελεχή καταβύθιση στο κίνημα αυτό, που δεν κατέληξε και στα καλύτερα αποτελέσματα, μάλλον άφησε θα έλεγα κάποιες ανεπανόρθωτες βλάβες.

Γ.Ν.: Συστήσατε όμως, μέσω των μεταφράσεων και των άλλων δημοσιεύσεών σας, στο ελληνικό κοινό σημαντικούς εκπροσώπους αυτού του κινήματος, σε μια πρώιμη εποχή.

Γ.Τζ.: Δεν θα το έλεγα. Προηγήθηκαν οι Τάσος Δενέγρης, Μιχάλης Μεϊμάρης, Πάνος Κουτρουμπούσης, Δημήτρης Πουλικάκος, το περιοδικό Πάλι, ο Αλέξης Τραϊανός, η Τζένη Μαστοράκη, ο Πούλιος κ.ά. Και ηλικιακά ακόμη. Σε προσωπικό επίπεδο, με σημάδεψε η γνωριμία μου με τον Άλεν Γκίνσμπεργκ και η φιλία μου με τον Άλαν Άνσεν, εξέχουσες προσωπικότητες αυτής της γενιάς. Για δε τη μακροχρόνια και βαθιά φιλία μου με τον ποιητή Τάσο Δενέγρη από τα νεανικά μου χρόνια, είμαι εξαιρετικά ευγνώμων. Μας συνέδεσαν πολλά, και πέρα από την ποίηση.

Γ.Ν.: Βρίσκετε συγγένειες με την ποίησή του;

Γ.Τζ.: Βρίσκω εκλεκτικές συγγένειες με το πνεύμα του, εξ ου και ο δεσμός μας. Όσο για την ποίησή του, ο Τάσος μάλλον δεν συγγενεύει με κανέναν. Οπωσδήποτε, όχι στον ελληνικό χώρο. Είναι μια πολύ ιδιαίτερη ποιητική φωνή, απόρροια του πολύ ιδιαίτερου χαρακτήρα του. Είναι μια ποίηση αιχμηρή και ακαριαία, όπως ήταν και η ματιά του απέναντι στον κόσμο.

Γ.Ν.: Με ποιους άλλους Έλληνες ποιητές θεωρείτε ότι συγγενεύετε;

Γ.Τζ.: Δεν ξέρω αν ο όρος της «συγγένειας» έχει κάποια ουσιαστική σημασία. Θα έλεγα ότι περισσότερο με επηρέασαν σε πολλά επίπεδα από νεαρή ηλικία, πρωτίστως ο Σεφέρης, ο οποίος ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να με εκπλήσσει, ο κρυφός Καβάφης, οπωσδήποτε ο Σολωμός (χαίρε βάθος αμέτρητο!) και περισσότερο απ’ όλους ο Μίλτος Σαχτούρης. Η βιωματική, λοξή, «υπερρεαλιστική» ματιά του ήταν αυτή που μου άνοιξε κυριολεκτικά τον ποιητικό μου ορίζοντα και με ώθησε να αναζητήσω την προσωπική μου ποιητική φωνή. Αργότερα, η γνωριμία μου και η φιλία μου με τον Νίκο Καρούζο με δίδαξε τι σημαίνει να είσαι ποιητής μέσα στον κόσμο. Εξακολουθώ πεισματικά να θεωρώ τον Καρούζο ως έναν ποιητή παγκοσμίου μεγέθους, συγγνώμη για την ισχυρογνωμοσύνη μου. Επίσης, ο Ν. Α. Ασλάνογλου, ο Λευτέρης Πούλιος, ο Πέτρος Μοροζίνης, ο Χρήστος Μπράβος, ο Γιώργος Μπρουνιάς συμμετείχαν με κάποιο τρόπο στη διαμόρφωση της ποιητικής μου ιδιοσυγκρασίας. Τα τελευταία σαράντα χρόνια συνομιλώ με το έργο του Θάνου Σταθόπουλου κατά έναν ιδιαίτερο και προσωπικό τρόπο.

Γ.Ν.: Και από τους ξένους ποιητές;

Γ.Τζ.: Καταρχάς, για μένα «ξένος» ποιητής είναι αυτός που τον διαβάζεις σε μετάφραση. Έτσι, δεν θεωρώ ξένους ποιητές όσους γράφουν στην αγγλική γλώσσα. Είχα τη δυνατότητα να διαβάσω μεγάλο μέρος της σημαντικότερης ποιητικής παραγωγής της αγγλοαμερικανικής παράδοσης, ποιητές του Ηνωμένου Βασιλείου και των δορυφόρων του, των Η.Π.Α. και των δορυφόρων τους. Είναι πολλοί αυτοί που μου πρόσφεραν ιδιαίτερη συγκίνηση, θα στεκόμουν κυρίως στον Σαίξπηρ, τον Ουίλιαμ Μπλέηκ, τον Έλιοτ, τον Ντύλαν Τόμας, τον Ώντεν, τον Ρόμπερτ Λόουελ, τον Μπέρριμαν, τον Τζον Άσμπερι, τον Φίλιπ Λάρκιν. Κι απ’ αυτούς που διάβασα μεταφρασμένους (όσοι ευτύχησαν να τύχουν γόνιμων μεταφράσεων) είτε στην αγγλική είτε στην ελληνική γλώσσα, σταχυολογώ πρώτον και καλύτερο τον Ρεμπώ, τον Μπωντλαίρ, τον Γκέοργκ Τρακλ, τον Τσέλαν, τον Πεσσόα, τον Χόλουμπ, τον Τσέσλαβ Μίλος, τη Σιμπόρσκα, τον Μοντάλε, τις Ρωσίδες Αχμάτοβα και Τσβετάγιεβα.

  Πέρα από την ποίηση, βέβαια, υπάρχει και η πεζογραφία, όπου κι εδώ υπάρχουν φυσικά πολλές και βαθιές επιρροές. Πολύ επιγραμματικά και πάλι θα σταθώ ξανά στους Ρώσους, κυρίως τον Ντοστογιέφσκι, τους Τσέχωφ, Γκόγκολ, Μπουλγκάκοφ, τους Αγγλοαμερικανούς Μέλβιλ, Χαρτ Κρέην, Φώκνερ, Χέμινγουεϊ, Γκράχαμ Γκριν, Μάλκολμ Λόουρυ, Ρέιμοντ Κάρβερ και βεβαίως τον Κόνραντ, τους Κεντροευρωπαίους Τόμας Μαν, Γιόζεφ Ροτ, Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπότο Στράους, Πέτερ Χάντκε και κυρίως τον Κάφκα, τους Γάλλους Βικτόρ Ουγκό, Φερντινάντ Σελίν και Αλμπέρ Καμύ, τον γίγαντα Κνουτ Χάμσουν, τον Ερνέστο Σαμπάτο, τον Χούλιο Κορτάσαρ και πολλούς άλλους που ξεχνώ σίγουρα να αναφέρω, τον Μαξ Φρις που σημάδεψε την εφηβεία μου, και άλλους.

  Και από τους Έλληνες πεζογράφους θα αναφερθώ ιδιαίτερα στον αξεπέραστο Παπαδιαμάντη, τον Κόντογλου, τον Ν. Γ. Πεντζίκη, τον Μάριο Χάκκα, τον Δημήτρη Χατζή, τον Καχτίτση, τον Λορεντζάτο, τη Μαρία Μήτσορα. Η μεγάλη πάντως Πατερική παράδοση αποτελεί για μένα έναν ανεξάντλητο πλούτο στήριξης και έμπνευσης, κι όχι μόνο στο αναγνωστικό επίπεδο.

Γ.Ν.: Οι άλλες εκφράσεις της Τέχνης, όπως η ζωγραφική, η μουσική, ο κινηματογράφος κ.λπ., κατά πόσο επηρέασαν την ποιητική σας δημιουργία;

Γ.Τζ.: Όχι μόνο την ποιητική μου δημιουργία, αλλά και την ίδια μου τη ζωή. Από πού ν’ αρχίσεις και πού να τελειώσεις. Και πάλι, πολύ επιγραμματικά και χωρίς αξιολογήσεις, ζωγράφοι όπως ο Βελάσκεθ, ο Ρέμπραντ, ο Γκρέκο, ο Γκόγια, ο Καραβάτζιο, αλλά και ο Πανσέληνος, ο Θεοφάνης ο Κρης, ο Διονύσιος εκ Φουρνά, ο Κόντογλου και αρκετοί νεότεροι, μουσικοί τόσο ετερόκλητοι όσο ο Μπαχ και ο Χέντελ, ο Ντύλαν, οι Μπιτλς, οι Κινκς, ο Νικ Κέηβ, ο Τομ Γουέητς, αλλά και ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης, ο Άκης Πάνου, ο Χατζιδάκις, ο Μίκης, ο Σαββόπουλος, αλλά και ο Θρασύβουλος Στανίτσας, κινηματογραφιστές όπως ο Ταρκόφσκι, ο Μπέργκμαν, ο Φελίνι, ο Αντονιόνι, ο Χάουαρντ Χοκς, ο Τζον Φορντ, ο Κιούμπρικ, με έχουν σημαδέψει βαθιά. Και πολλοί άλλοι φυσικά, που είναι σίγουρο ότι ξεχνάω.

Γ.Ν.: Όντως, οι κατάλογοι είναι ατελείωτοι! Εστιάζουμε όμως πάντα στις βασικές επιρροές, ή σε αυτούς που άφησαν ένα σημαντικό αποτύπωμα στη ζωή του καθενός.

  Θα ήθελα όμως τώρα να περάσουμε στην κατεξοχήν ποιητική σας δημιουργία. Η πρώτη σας συλλογή, αν δεν κάνω λάθος, είναι τα 18 Ποιήματα, που κυκλοφόρησε το 1985 από τις Εκδόσεις Ερατώ. Είναι κατά κάποιον τρόπο η «πρωτόλεια» συλλογή σας;

Γ.Τζ.: Δεν θα έλεγα ότι είναι «πρωτόλεια», με την εξής έννοια: πριν από την κυκλοφορία αυτής της συλλογής, στις αρχές της δεκαετίας του ʼ80, είχα επιχειρήσει να εκδώσω ένα άλλο corpus κυριολεκτικά πρωτόλειων ποιημάτων, γύρω στα 15-16 ποιήματα, αν θυμάμαι καλά. Ευτυχώς όμως, έφαγα «πόρτα» απ’ όσους εκδότες προσέγγισα τότε. Έτσι, είχα κατά κάποιο τρόπο την τύχη να κοιτάξω σοβαρότερα αυτά τα πρώτα ποιήματα, κάποια από αυτά να τα ξαναδουλέψω απ’ την αρχή, άλλα να τα πετάξω οριστικά. Έτσι, με την έκδοση των 18 Ποιημάτων (όπου ο τίτλος παραπέμπει αμετροεπώς στην πρώτη ποιητική συλλογή του Ντύλαν Τόμας) από την Ερατώ, φέρω ακέραια την ευθύνη της πρώτης ποιητικής εμφάνισης, η οποία αντανακλά τα δεδομένα της ζωής μου και των καλλιτεχνικών μου αναζητήσεων εκείνης της εποχής. Με τις υπερβολές της και τις αδυναμίες της. Να επισημάνω, με την ευκαιρία, την ευτυχή συγκυρία της ταυτόχρονης έκδοσης από την Ερατώ του Μανόλη Μανουσάκη και των άλλων δύο ποιητικών συλλογών δύο πολύ στενών μου φίλων, του Γ.Ι. Μπαμπασάκη και του Θάνου Σταθόπουλου. Πράγμα μάλλον ασυνήθιστο για τα εκδοτικά δεδομένα, αλλά οι δυνατές φιλίες και τα οράματα της εποχής, επέτρεπαν να συμβαίνουν και πράγματα ασυνήθιστα.  

Γ.Ν.: Στα ποιήματα αυτά είναι εμφανείς οι επιρροές σας από τους μπητ ποιητές, κυρίως τον Γκίνσμπεργκ και ενδεχομένως τον Γκρέγκορι Κόρσο. Τόσο ως προς τη θεματική τους (έντονη προσωπική ζωή, παλινδρομήσεις, καταχρήσεις κ.λπ.) όσο και ως προς την ανάπτυξη της ποιητικής φόρμας, με μακροπερίοδες προτάσεις, έντονο και αγχώδη ρυθμό, με βαθιές ή άλλοτε κοφτές αναπνοές που αντανακλούν τζαζ ήχους, κάτι που συναντούμε και σε κάποιους από τους ποιητές της λεγόμενης «Γενιάς του ʼ70», όπως τον Λευτέρη Πούλιο, τον Βασίλη Στεριάδη κ.ά.

Γ.Τζ.: Δεν θα διαφωνήσω, αν και αυτό ισχύει για έναν ορισμένο αριθμό ποιημάτων, όχι για όλα. Ο Ποιητής και το Σαξόφωνο, για παράδειγμα, είναι ένα καθαρόαιμο «μπητ» ποίημα επηρεασμένο κατάφωρα από το Ουρλιαχτό του Γκίνσμπεργκ. Εξάλλου, ο «ποιητής» του τίτλου είναι ο ίδιος ο Γκίνσμπεργκ σε μια βραδιά τζαζ σε ένα κλαμπ στο Μόναχο στα τέλη της δεκαετίας του ʼ70. Είναι αρθρωμένο πάνω στις βαθιές ανάσες του μπήμποπ και συμπυκνώνει τις ακραίες εμπειρίες μιας έντονης περιόδου της ζωής μου. Στο ίδιο πάνω-κάτω μοτίβο κινούνται και κάποια άλλα ποιήματα, όπως τα «Νύχτα, με χόρτασες», «Δουλεύοντας το δυναμίτη», «Πότισε τη γλάστρα, μωρό μου», «Γιατί κι ο θάνατος ακόμη μπαίνει στη σειρά», «Χτυπά εντός σου η μηχανική καρδιά της πόλης», «Τα μιλλιγκράμ συνθλίβονται». Είναι εν μέρει λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι τα περισσότερα από αυτά τα ποιήματα γράφτηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ʼ80, όταν ήμουν ακόμη αρκετά νέος και τα βιώματα εκείνης της εποχής ήταν ιδιαίτερα έντονα και οδηγούσαν συχνά σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, που ένιωθες τυχερός αν μπορούσες κάπως να τις διαχειριστείς∙ από την άλλη, το πολιτιστικό σοκ που δεχόμασταν σε όλους τους τομείς της τέχνης, ήταν τέτοιο που ήταν αδύνατο να σε αφήσει ανεπηρέαστο. Πέρα από την ποίηση και την πεζογραφία, στις οποίες ανακαλύπταμε διαρκώς νέες εξαιρετικές φωνές, η βαθιά ενασχόλησή μου με τη τζαζ με απογείωνε από τα δεδομένα της μέχρι τότε εμπειρίας μου με τον τεράστιο, αχανή πλούτο που ανακάλυπτα διαρκώς. Το ίδιο και με το νέο κύμα της ζωγραφικής με το οποίο ερχόμουν αντιμέτωπος στις συχνές επισκέψεις μου σε γκαλερί του εξωτερικού, η έκρηξη των νεών κινηματογραφιστών σε Αμερική και Ευρώπη, και τόσα άλλα που τροχοδρομούσαν τη νεανική μας ορμή. Με νοσταλγία θυμάμαι τις ατέλειωτες αναζητήσεις μου σε βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία του Λονδίνου και του Δυτικού Βερολίνου, όπου η χαρά του να ανακαλύψεις μια δυσεύρετη έκδοση του Ντύλαν Τόμας ή την ερμηνεία μιας λέξης που σε παίδευε σε μια μετάφρασή σου, δυο δεκαετίες πριν την έλευση και τις ευκολίες του διαδικτύου, τη μέθεξη σε μικρά κλαμπ ή μεγαλύτερες αίθουσες συναυλιών όπου μπορούσες να έρθεις σε τετ-α-τετ επαφή με καλλιτέχνες τόσο ετερόκλητους όπως ο Μπάουι και ο Ντύλαν, ο Μάιλς Ντέιβις και ο Σόνι Ρόλινς, αλλά και η Siouxie Sioux και οι Clash στο ξεκίνημά τους, και εκατοντάδες άλλοι, πράγματα που ήταν αδύνατο να σε αφήσουν αλώβητο εκείνη την εποχή. Έτσι λοιπόν, ήταν μοιραίο πολλές από αυτές τις εντυπώσεις να περάσουν και στα πρώτα εκείνα ποιήματα. Φυσικά, μέσα από το προσωπικό σου φίλτρο και την ιδιαίτερη προσέγγισή σου. Θα επαναλάβω ότι, μολονότι σε αρκετά από αυτά είναι έκδηλη η απόπειρα να περάσουν μέσα από τις γραμμές και τις αποστροφές ενός ποιήματος όσο το δυνατό περισσότερες από εκείνες τις εμπειρίες, οδηγώντας συχνά σε μια ακατάσχετη φλυαρία, φέρω ακέραια την ευθύνη της επιλογής να τα συμπεριλάβω στην πρώτη μου εκείνη συλλογή, επειδή ακριβώς απηχούν αυθεντικά τον εαυτό μου και τις περιδινήσεις μου εκείνη την εποχή. Τώρα κατά πόσο αυτές οι καταστάσεις που περιγράφονται είναι πραγματικές, ας αναρωτηθούμε τι ακριβώς είναι η πραγματικότητα; Ένας ασκητής που περνάει όλη του τη ζωή σε μια ερημιά, αποστεώνοντας τη σάρκα του σε μιαν ανελέητη νηστεία και προσευχή, έχοντας κολλημένο τον νου και την καρδιά του σε μια ανώτερη, μεταφυσική πραγματικότητα του μέλλοντος αιώνος, ποια ακριβώς «πραγματικότητα» βιώνει; Τη φυσική ή τη μεταφυσική; Πώς εγκολπώνει τις μεταφυσικές εμπειρίες στην καθημερινή του ζωή; Με αυτή λοιπόν την έννοια, και παρόλη την αμετροέπεια του παραδείγματος, η φύση αυτών των ποιημάτων αντανακλά αυθεντικά, όπως είπα και προηγουμένως, την πραγματικότητα που βίωνα εκείνη την εποχή, με τα καλά της και τα κακά της, τους πειραματισμούς και τις λοξοδρομήσεις της, τη διαταραχή και τη δημιουργία. Ήταν μια άλλη εποχή, που έχει ανεπιστρεπτί περάσει.

Γ.Ν.: Αυτό εξηγεί εν μέρει και το φαινόμενο των «μετατοπίσεων» που παρατηρούνται συχνά μέσα στο ίδιο το ποίημα. Π.χ., στο «Καίγοντας το κατοικίδιο». Ενώ ξεκινά από μια σκηνή σ’ ένα δωμάτιο: «Μονάχο με τη γάτα μη μ’ αφήνετε / Το δωμάτιο μιλά αδιάφορα …» στη συνέχεια μεταφέρεται ξαφνικά σ’ ένα άλλο δωμάτιο, σε κάμαρες ανακτόρων, όπου παρακολουθούμε τις σκοτεινές μηχανορραφίες μιας «παγερής βασίλισσας» που «σε υπόγεια σκοτεινά με παραστάσεις / μηχανεύεται». Και στην επόμενη στροφή του ποιήματος ξαναγυρνάμε στο αρχικό δωμάτιο του αφηγητή όπου μόνος περιμένει «την πλημμύρα / να ορμήσει απ’ τους τοίχους». Το ίδιο και στο «Πότισε τη γλάστρα, μωρό μου», όπου τοπικές και χρονικές μετατοπίσεις μάς μεταφέρουν διαδοχικά από δωμάτια της παρακμής σε σοκάκια της Ταγγέρης και σε άδειες παραλίες του Μπαχρέιν, στα σκοτεινά στενά του Κάμπτεν στο Λονδίνο, και πάλι πίσω, μέσα σε μια ακατάσχετη σπατάλη και κάτω από μια διαρκή απειλή, όπου είναι αδύνατο να ξεδιαλύνεις τι απ’ αυτά είναι πραγματικά γεγονότα και τι παραισθητικές καταστάσεις.

Γ.Τζ.: Ακριβώς﮲ το λέει εξάλλου κι ένας στίχος αυτού του ποιήματος, «Ψέματα, ακόμη κι μύθος εγκαταλείπει…», κάπως έτσι.

Γ.Ν.: Υπάρχουν όμως και κάποια άλλα ποιήματα, όπως τα «Αργά Προχωρούν οι Ναυτικοί στο Μισοσκόταδο», «Οι Παλιοί Άνθρωποι», «Στο Σπιτάκι του Δάσους», και κυρίως το «Δίπλα στο Μαύρο Νερό», που κινούνται σε ένα ιδιαίτερο συμβολιστικό κλίμα, με νότες σουρεαλισμού, που ξεχωρίζουν από τα «μπητ» ποιήματα.

Γ.Τζ.: Είναι ποιήματα που γράφτηκαν σε μια περίοδο που διάβαζα μετά μανίας τους Γάλλους συμβολιστές, τον Τρακλ, τον Ντύλαν Τόμας, τον Σαχτούρη (στον οποίο μάλιστα άρεσε ιδιαίτερα το «Δίπλα στο μαύρο νερό»), τον Εγγονόπουλο, αλλά και το Ν. Γ. Πεντζίκη. Ιδιαίτερα, η γνωριμία μου και στη συνέχεια η αλληλογραφία μου με τον Πεντζίκη με επηρέασε βαθιά, μετατοπίζοντας την ποίησή μου έξω από το πνεύμα της εποχής, θα έλεγα, σε μια εσωτερική αναζήτηση και σε μιαν άλλη διάσταση των πραγμάτων, όπου μπόρεσα επιτέλους να βρω την προσωπική μου φωνή. Ίσως ο στίχος από το ποίημα «Με δανεικά φτερά»: «Όμως η νύχτα δεν κρατά και χάνεται∙ / η μέρα κάπου κάπου βασιλεύει / και να μιλήσει απαιτεί» να προαναγγέλλει αυτή τη στροφή.

Γ.Ν.: Η δεύτερη ποιητική σας συλλογή, Ο ύπνος του κυνηγού, που κυκλοφόρησε το 1989 αποτελείται, θεωρώ, από τα πιο «σκληρά» σας ποιήματα. Τόσο το γενικότερο περιβάλλον όσο και η ίδια η χρήση της γλώσσας παραπέμπουν σε μια έντονα «ασφυκτική» ποίηση – ποίηση των «κλειστών οριζόντων». Διαδραματίζεται συνήθως εντός των ορίων ενός δωματίου: «Το δωμάτιο συνήθισε ευάλωτο» – « Το απόγευμα στα δωμάτια / Έρχεται το τρομερό κεφάλι του ψαριού» – «ενώ πίσω στο δωμάτιο αν μείνεις μοναχή». Συνθλιπτικές συμβολικές εικόνες, υπαρξιακά αδιέξοδα που επανέρχονται ως καταπέλτης. Πανταχού παρόν το δωμάτιο, ο ανήσυχος ύπνος, η ανεξερεύνητη νύχτα, τα τρομερά κεφάλια των ψαριών, ο βρυχηθμός της θάλασσας, τα τρομαγμένα πουλιά κ.λπ., κ.λπ. Αλλά το πιο ισχυρό σύμβολο σ’ αυτά τα τόσο επώδυνα ποιήματα, είναι ο τοίχος: «Έρχεται σύρριζα / Στον τοίχο…» – «Μένοντας κανείς μόνος ώς τη σάρκα του / Μαθαίνει τον τοίχο του…» – «Νύχτα είσαι, γερμένη στον τοίχο μου / Ο τοίχος σφίγγει…» – «Ακουμπισμένη στον τοίχο, χαμένη…» – «Μακριά απ’ τον τοίχο που κρατά ζεστό…» – «Ήρθε αυτή τη νύχτα… / Κι έπειτα γλίστρησε στον τοίχο» – «Ο άνεμος μόνο μιλάει στους τοίχους…» και πολύ περισσότερο, το πολύ σκληρό και σοκαριστικό ποίημα-κατακλείδα: «Η τρέλα μιλάει σύρριζα στον τοίχο∙ / Έλα μου λέει, μα έλα μόνος».

Γ.Τζ.: Ναι. Είναι ποιήματα που έχουν το σπέρμα τους στον συμβολισμό του Μίλτου Σαχτούρη, αναμφισβήτητα∙ εξάλλου ο Σαχτούρης, μαζί με τον Ρεμπώ, είναι οι ποιητές που με σημάδεψαν ανεξίτηλα από τα εφηβικά μου χρόνια. Με τη διαφορά ότι οι «συμβολισμοί» αυτοί δεν εγκαταβιούν σε έναν νοητικό χώρο, αλλά αποτελούν κυριολεκτικά βιωματικές εμπειρίες, όπως τουλάχιστον τις έζησα την εποχή εκείνη. Οι παλινωδίες, οι επικινδυνότητες, οι μεταπτώσεις είναι μέσα στην καθημερινή ζωή και έχουν καρφωθεί πάνω μου σαν πρόκες. Όταν το απόγευμα στο δωμάτιο έρχεται το τρομερό κεφάλι του ψαριού, έρχεται στην πραγματικότητα, είναι εκεί και σε στοιχειώνει. Όταν το σώμα το κυριεύει ένας ανυπόφορος πόνος, αυτός ο πόνος έρχεται στ’ αλήθεια ανεβαίνοντας από τα κύματα. Όταν σπρώχνεις τον εαυτό σου ώς την άκρη, αφημένος στην πλάνη, τα ονόματα όντως σου έχουν τελειώσει∙ δεν έχεις πια λέξεις να περιγράψεις αυτή τη μέθη της σπατάλης. Δεν ξέρω αν αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό, αλλά είναι απλώς έτσι. Απ’ την άλλη, είναι, κυριολεκτικά, χειρωνακτικά ποιήματα, γραμμένα με πόνο και κόπο: Πώς πιάνεις το άμορφο, σκληρό ξύλο για να το κάνεις τέχνημα. Μπορεί να το καταφέρεις, αλλά για να φτάσεις εκεί, θα γευτείς τον παγωμένο ιδρώτα στο μέτωπο και επώδυνες σκλήθρες στο δέρμα σου.

Γ.Ν.: Ταυτόχρονα όμως, τα ποιήματά σας φαίνονται τόσο λεπτοδουλεμένα, σα να έχουν υποστεί αλλεπάλληλες επεξεργασίες. Πώς αλήθεια δουλεύετε ένα ποίημα;

Γ.Τζ.: Φυσικά και έχουν υποστεί αλλεπάλληλες επεξεργασίες. Υπάρχει το σπέρμα του ποιήματος που μπορεί να είναι μια γενικότερη ποιητική σύλληψη, μια εικόνα, μια πρόταση με ιδιαίτερη σημασία, ακόμη και μια και μόνη λέξη που έχει καρφωθεί στο μυαλό σου και σε συνοδεύει καιρό. Όλ’ αυτά, κάποια στιγμή, θα διαμορφώσουν μέσα σου ένα ισχυρό ποιητικό αντίκρισμα που θα πάρει τον δρόμο του στον γραπτό λόγο, θα καταγραφούν σε μια αρχική μορφή. Αυτό το αρχικό μόρφωμα θα ξαναγραφεί δεκάδες φορές, καθώς δουλεύεται συνεχώς μέσα σου και πιέζει προς μια τελική μορφή. Μια γραφή μπορεί να εμπεριέχει αλλαγή σε μια και μόνη λέξη, ή ακόμη και σε ένα σημείο στίξης, ή ένα γύρισμα στίχου, αναλόγως με τη διαίσθησή σου, μέχρι που να φτάσει στην τελική του μορφή και να αποτελέσει το οριστικό ποίημα, έτσι όπως θα διεκδικήσει τη θέση του στην έντυπη αποτύπωση. Ένας φίλος με «κατηγόρησε» κάποτε ότι λειαίνω τόσο πολύ τα ποιήματά μου που στο τέλος ενέχουν τον κίνδυνο να γίνουν απλώς κομψές «κατασκευές». Τον κίνδυνο αυτό ενέχουν όμως τα δημιουργήματα που εδράζονται σε μια υποτιθέμενη «έμπνευση», όχι σε ένα ακλόνητο ποιητικό βίωμα και αγωνιώδες όραμα. Είναι σα να κατηγορείς τον Βερονέζε γιατί βασανίζει τόσο πολύ το γαλάζιο του στην αναζήτηση ενός ενορατικού ουρανού που γίνεται αναπόσπαστα δικός σου. Ή, στα καθ’ ημάς, τον Καρούζο που τριγυρνούσε ξεφυσώντας στους δρόμους της Αθήνας έχοντας καρφωμένη στη σκέψη του μια και μόνη λέξη και την κομβική της θέση στην καρδιά ενός ποιήματος εν εξελίξει, ενός ποιήματος που μπορεί και να μην ερχόταν ποτέ. Στην αυθεντική ποίηση, αυτά τα ζητήματα είναι αυτονόητα. Άλλο τώρα ο βαθμός του βασανίσματος ενός ποιήματος, ο χρόνος και ο κόπος που θα αφιερώσεις σ’ αυτό –αυτό έχει να κάνει με τη δική σου αίσθηση της ολοκλήρωσης που σίγουρα θα διαφέρει από πολλών άλλων ομοτέχνων ή απλών αναγνωστών. Όταν όμως ο Καρούζος γράφει στους «Μονολεκτισμούς» του: «Ευωχία της παλιόκοτας η καρπουζόφλουδα», είναι όλα εκεί –το ποίημα έχει ολοκληρωθεί: η παλιόκοτα είναι παλιόκοτα, όχι πουλάδα, η καρπουζόφλουδα ως αποφάγι είναι το τέλειο έδεσμα για τον ταπεινό πεινώντα, και η εικόνα αποπνέει την τέλεια ευωχία – δεν θες τίποτα άλλο.

Γ.Ν.: Είστε εξαιρετικά ολιγογράφος: λιγότερα από 80 ποιήματα μέσα σε σαράντα χρόνια ποιητικής παρουσίας (δύο ποιήματα τον χρόνο!) είναι κάτι μάλλον ασυνήθιστο. Είναι θέμα επιλογής, αυτή η ισχνή ποιητική παραγωγή;

Γ.Τζ.: Καθόλου∙ είναι κάτι φυσικό, θα έλεγα, με βάση τον τρόπο που βλέπω την υπόθεση της ποίησης. Κοιτάξτε, εγώ επέλεξα να ζω την ποίηση στη ζωή μου, όχι απλώς να γράφω ποίηση. Θέλω να πω, για μένα η ποίηση είναι η κάθε στιγμή που ζω, ανεξάρτητα αν οδηγεί στην οποιαδήποτε δημιουργία, ή συνθλίβεται κάτω από τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας. Ακόμη δηλαδή και στις πιο ακραίες υλιστικές καταστάσεις, υπάρχει διαρκώς η αίσθηση της αέναης μετάβασης σε μια μεταφυσική θα έλεγα διάσταση, που καθορίζει τη ζωή μου: η βεβαιότητα ότι διαρκώς μεταφερόμαστε έξω από την καθημερινότητα και τις ασημαντότητές της, σε μιαν άλλη πραγματικότητα που μπορείς και να την ορίσεις ως ποιητική διάσταση της ύπαρξης. Δεν είναι απαραίτητο να την [περι]ορίζεις στον γραπτό λόγο∙ μπορείς, για παράδειγμα, να είσαι κυριευμένος μέρες ολόκληρες από τη μουσική του Bill Evans ή να μετράς τα βήματά σου σα να κινείσαι μέσα σε μια σεκάνς του Αντονιόνι∙ να νιώθεις λουσμένος από τις φωτοσκιάσεις του Ρέμπραντ, ή ακόμη και να σε βασανίζει μια λέξη ή μια ποιητική φράση μέρες ή και μήνες ολόκληρους. Όλα αυτά είναι η καθημερινή σου αίσθηση της ποίησης και δεν έχει καθόλου να κάνει με κάποιας μορφής εστετισμό. Τώρα, αν μπορούν κάποιες από τις εμπειρίες αυτές, τις βιωματικά αισθητικές, να οδηγήσουν και στον γραπτό στίχο ή στο ολοκληρωμένο ποίημα, ακόμη καλύτερα. Δεν είναι όμως απαραίτητο. Μ’ αυτή την έννοια, δεν σημαίνει απολύτως τίποτα για μένα η ποιητική παραγωγή. Ό,τι μπορεί ο καθένας. Αυτό όμως που έχει πραγματικά σημασία, είναι η αλήθεια της ποίησής σου, κι αυτό δεν εξαρτάται από καμιά έξωθεν καλή μαρτυρία, αλλά εδράζεται βαθιά μέσα σου. Δεν βρίσκω καλύτερη πιστοποίηση από τα λόγια του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «Ο γαρ άριστος δημιουργός αυτός έστω και κριτής των αυτού τεχνημάτων, και καλά και φαύλα ταύτη τιθέσθω τα γινόμενα, όταν ο τεχνησάμενος αυτά νους ταύτας φέρει τας ψήφους∙ τη δε των έξωθεν δόξαν, την πεπλανημένην και άτεχνον, μηδέ εις νουν βαλλέσθω ποτέ».

Γ.Ν.: Αυτό αντανακλά και σε μια συνειδητή αποστασιοποίηση από το «ποιητικό γίγνεσθαι»; Είναι επιλογή σας η αποχή από τα ποιητικά ή εκδοτικά δρώμενα;

Γ.Τζ.: Δεν θα έλεγα πως είναι θέμα «επιλογής». Είναι απλώς μια φυσική απόληξη/κατάληξη αυτών που ανέφερα προηγουμένως. Όταν επιλέγεις να ζεις μέσα σε μια ποιητική διάσταση των πραγμάτων, επαναλαμβάνω, ανεξάρτητα από τις συμβάσεις της καθημερινότητας, τότε λίγη σημασία έχει αν θα βρίσκεσαι στο προσκήνιο ή στο παρασκήνιο της ποιητικής/εκδοτικής παραγωγής. Ο Νίκος Καρούζος έλεγε: «Μεγάλη κατανάλωση παρουσίας – γενείτε και λίγο μοναξιάρηδες!» Εγώ θα το έθετα κάπως διαφορετικά: οι κατά φύσιν και έξιν μοναξιάρηδες δεν επιβιώνουν μέσα στην κατανάλωση παρουσίας. Και θα ήθελα να ξεκαθαρίσω πως αυτό δεν σημαίνει κάτι το υπερφίαλο, ούτε αφήνει την παραμικρή αιχμή για όσους βιώνουν την ποιητική δημιουργία διαφορετικά. Είναι καθαρά θέμα ιδιοσυγκρασίας – ο καθένας όπως αναπαύεται.

Γ.Ν.: Η υπερβολική όμως αποχή ή αποστασιοποίηση από το ποιητικό προσκήνιο, δεν ενέχει κάποιους κινδύνους, όπως ας πούμε την αδυναμία μιας συγκριτικής αντιμετώπισης της ποιητικής παραγωγής; Και από την πλευρά του δημιουργού, αλλά και από την πλευρά του αναγνώστη. Όταν, για παράδειγμα, μεταξύ δύο εκδόσεων μεσολαβούν 25 ολόκληρα χρόνια, όπως συνέβη ανάμεσα στην τρίτη και την τέταρτη ποιητική σας συλλογή, δεν δημιουργείται ένα υπερβολικό «κενό» στον αναγνώστη της ποίησής σας;

Γ.Τζ.: Έχετε την αίσθηση ότι έχει καμιά σημασία αυτό το γεγονός για την ίδια την ποίηση; Ότι θα μείνει κάποιος με στερητικό σύνδρομο γι’ αυτό; Απολύτως, όχι. Έχει σημασία που ο Ρεμπώ σταμάτησε οριστικά να γράφει ποίηση σε τόσο μικρή ηλικία, ακριβώς μετά τα εντυπωσιακά πράγματα που κατάφερε και που θα μείνουν αθάνατα, μειώνεται στο ελάχιστο το αποτύπωμά του, το ειδικό του βάρος στον κόσμο της ποίησης; Θα είχε άλλη θέση ο Καβάφης στο παγκόσμιο ποιητικό στερέωμα αν έγραφε δέκα ή εκατό επιπλέον ποιήματα; Δε νομίζω. Αμέτρητα άλλα παραδείγματα, χωρίς φυσικά καμιά βλάσφημη συγκρισιμότητα. Εκείνο που έχει πραγματικά σημασία, είναι τι αποφασίζει κανείς να βγάλει στο τυπωμένο χαρτί και πόση δουλειά έχει γίνει γι’ αυτό. Αργά ή γρήγορα, εκεί θα κριθούμε όλοι, τι αξίζει να μείνει και τι θα σκορπίσει στο πέρασμα του χρόνου.

Γ.Ν.: Θα ήθελα να σας ρωτήσω, αν έχετε επιχειρήσει σε άλλα είδη του λόγου. Στο πεζό κείμενο, ας πούμε.

Γ.Τζ.: Αν εξαιρέσεις κάποιες ελάχιστες απόπειρες διηγημάτων ή εξαιρετικά σύντομων θεατρικών κειμένων που δικαίως βρήκαν το δρόμο τους στον κάλαθο των αχρήστων, όχι. Ο ποιητικός λόγος είναι ο τρόπος μου. Υπάρχουν βέβαια και οι μεταφράσεις, κυρίως στην πεζογραφία, όπου εκεί μπορείς να ασκηθείς στον πεζό λόγο με δημιουργικό τρόπο. Όχι όλες βέβαια, γιατί υπάρχουν και αυτές που έγιναν για βιοποριστικούς κυρίως λόγους, όμως κάποια κείμενα αγγίζουν τα όρια της πρωτότυπης δημιουργίας, έχουν δουλευτεί δηλαδή με αυτή την προσέγγιση, ως πρωτότυπα δημιουργήματα. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση, το πόσο δημιουργική δηλαδή ή ανούσια μπορεί να είναι μια μεταφραστική απόπειρα.

Γ.Ν.: Θα θέλατε λίγο να μου αναπτύξετε την άποψή σας επ’ αυτού;

Γ.Τζ.: Θα προτιμούσα να μην εμπλακούμε προσώρας σε μια τέτοια συζήτηση, γιατί κινδυνεύουμε κυριολεκτικά να «χαθούμε στη μετάφραση». Είναι ένα τεράστιο πεδίο και απαιτεί όχι μία αλλά πολύπλευρες προσεγγίσεις. Κι εδώ όμως, το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να περνάει μέσ’ απ’ το κόσκινο της αλήθειας.  

Γ.Ν.: Στην προμετωπίδα του βιβλίου σας Το κέρασμα του απογεύματος υπάρχει ένα δίστιχο του Νίκου Καρούζου: «Αφηγήθηκα βάσανα / σαν κήπους ν’ αφηγήθηκα». Γιατί ξανά ο Καρούζος;

Γ.Τζ.: Υπάρχει βέβαια μαζί κι ένα δίστιχο του Σολωμού: «Εκεί που βγαίνει τ’ Άγιο Φως / άλλη φωτιά δεν πάει». Με ευνόητη κι απολύτως ξεκάθαρη σημασία. Όσο για τον Καρούζο, ναι, ξανά και ξανά, γιατί όχι; Όπως λέει (για τον Μεγάλο Αντώνιο αυτό) και ο Συναξαριστής, «Έχει τι μείζον ο ουρανός;» Έχουμε σήμερα κάτι καλύτερο στην ποίηση από τον Νίκο Καρούζο; Στην ουσία όμως αυτού του τόσο καίριου διστίχου του Καρούζου για την ποίηση, που αφορά και τη δική μου ισχνή προσπάθεια, θέλει μεγάλη καρδιά και τεράστια μαστοριά για να αφηγηθείς τα βάσανα της ύπαρξης σα να ’ταν στη ζωή ολάνθιστοι κήποι.

Γ.Ν.: Αυτό είναι λοιπόν το Κέρασμα; Μια καταβύθιση στα μύχια της καρδιάς και μια ανάδευση με μια πιο αισιόδοξη διάθεση;

Γ.Τζ.: Σε γενικότερο πλαίσιο, θα έλεγα η μετατόπιση προς μιαν άλλη πραγματικότητα, όπως είπα και αλλού. Φυσικά, τα αδιέξοδα και οι καταρρακώσεις της ζωής παραμένουν και διαρκώς επανέρχονται, όμως οφείλουμε να βλέπουμε τις αντιξοότητες αυτές με διαφορετική ματιά. Να ξεκολλήσουμε επιτέλους από το πατοκάζανο∙ να αναδυθούμε και να επιπλεύσουμε στον αφρό των ημερών. Σίγουρα, απαιτείται μεγάλος αγώνας, σε πνευματικό κυρίως επίπεδο. Μόχθος αέναος – καρδία νήφουσα. Αλλά δε γίνεται κι αλλιώς.

Γ.Ν.: Αυτό προαναγγέλλει και η κατάληξη του πρώτου κιόλας ποιήματος της συλλογής; Να τη διαβάσω: «Αργά τη νύχτα, όταν σέρνονται ώς την καλύβα της άγρια μεθυσμένοι οι άντρες του χωριού, τραβά το άσπρο σεντόνι ώς τα μάτια της και σκέφτεται τη μανιασμένη θάλασσα. Όμως, ξέρει και ζει πιο πέρα» (η υπογράμμιση δική μου).

Γ.Τζ.: Ακριβώς αυτό: να ξέρεις να ζεις πιο πέρα.

Γ.Ν.: Νομίζω πως είναι εντυπωσιακή η εξέλιξη από το προηγούμενο βιβλίο σας Ο ύπνος του κυνηγού. Καταρχάς, μοιάζει να έχετε εγκαταλείψει τη συνήθη ποιητική φόρμα με τις στροφές και τους στίχους, και να στρέφεσθε προς μια πεζή ανάπτυξη του ποιήματος, μια φόρμα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «πεζοποίημα». Είναι πράγματι έτσι;

Γ.Τζ.: Ελπίζω μόνο να μη χαρακτηρίζεται ως «πεζοτράγουδο», γιατί εύκολα παραπέμπει στο «σαχλοτράγουδο». Κοιτάξτε: εφόσον όλα αλλάζουν από την προηγούμενη συλλογή μου, όχι μόνο στην ποιητική μου αντίληψη του κόσμου, αλλά και ο ίδιος ο εσωτερικός μου κόσμος, είναι φυσικό να αλλάξει και η ανάπτυξη του ποιήματος, κατά κάποιον τρόπο. Η γνωστή φόρμα με τους στίχους και τις στροφές, όσο και να μην το αντιλαμβάνεσαι ή να το αγνοείς, έχει συγκεκριμένους περιορισμούς ως προς τις εκφραστικές σου δυνατότητες. Είναι υπέροχο να μπορείς να εκφράζεσαι μέσα από παραδοσιακές φόρμες του ποιητικού λόγου – εξάλλου, εμένα πάντα με συγκινούσε η λεγόμενη «λυρική» ποίηση∙ όταν ο λυρισμός συνδυάζεται με στιχουργική μαστοριά, υπάρχει ασύγκριτος πλούτος μέσα του. Οι αλλαγές όμως που συνέβησαν στον εσωτερικό μου κυρίως κόσμο, με οδήγησαν χωρίς να το επιδιώξω σε μια πεζή ανάπτυξη του ποιήματος. Εφόσον μέσα μου καταλάγιασαν κάποιες δυνάμεις και ορμέμφυτα, ένιωσα πολύ μεγαλύτερη ελευθερία να περιπλανηθώ στις μετατοπίσεις αυτού του κόσμου, μέσω μιας χαμηλόφωνης αφήγησης που επιχειρούσε να καταγράψει από διάφορες οπτικές γωνιές όλ’ αυτά που επισυνέβαιναν μέσα μου και διαμόρφωναν ένα καινούργιο εσωτερικό, αλλά και αισθητικό γίγνεσθαι.

Γ.Ν.: Γι’ αυτό και ορισμένα από τα ποιήματα αυτής της συλλογής είναι γραμμένα με μια «θηλυκή» θα έλεγες ματιά;

Γ.Τζ.: Μα υπάρχει και ποίημα που είναι ξεκάθαρα γραμμένο από γυναίκα, έστω κι αν παρατίθεται ολόκληρο μέσα σε εισαγωγικά. Κοιτάξτε: τα ποιήματα αυτής μου της συλλογής έχουν χαρακτηριστεί από πολλούς ως τα πιο «ερωτικά» μου ποιήματα, και από μιας πλευράς, είναι όντως έτσι. Θα έλεγα όμως πως είναι περισσότερο μια καταβύθιση στα «σκοτεινά τοπία του έρωτα», που μοιραία έρχεται αντιμέτωπη με κάθε πλευρά της εκρηκτικής και συχνά καταστρεπτικής δύναμης που είναι ο έρωτας σε όλες του τις διαστάσεις. Ακόμη και της απουσίας του έρωτα, ή της απώλειας του έρωτα, που είναι ένα εντελώς διαφορετικό συναίσθημα από την παρουσία του και την κυριαρχία του στη ζωή του ανθρώπου. Θα πρέπει λοιπόν αυτή την καταβύθιση να την αντιμετωπίσεις και από την πλευρά του άλλου: του ετέρου προσώπου. Να κατανοήσεις βαθιά και τη δική του ύπαρξη. Να μπεις, όπως λέμε, στα παπούτσια του άλλου. Αυτό θα σε φέρει μοιραία σε ρήξη με τα παραδοσιακά όρια του εαυτού σου, κι ακόμη, αν είσαι ειλικρινά έτοιμος να δεις τον άλλο ως πρόσωπο κι όχι απλώς ως αντικείμενο του πόθου σου, θα σε βγάλει έξω κι απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό. Πώς το ’λεγε ο Καρούζος: «Είν’ ένας θάνατος να βγεις απ’ το εγώ σου, κύριε». Ένας θάνατος αργός και βασανιστικός, που σου δίνει όμως τη δυνατότητα να τον αντιληφθείς και να τον εννοήσεις ως τέτοιον. Κι αφού αυτή η συνείδηση σκηνώσει μέσα σου, οφείλεις να μετατοπιστείς σε μια νέα πραγματικότητα, που θα σε ανασύρει τελικά απ’ το θάνατο. Το είχα διατυπώσει πιο περιεκτικά σ’ ένα ποίημα από την προηγούμενη συλλογή μου Ο ύπνος του κυνηγού: «Μένοντας κανείς μόνος ώς τη σάρκα του / Μαθαίνει τον τοίχο του, γλιτώνει το θάνατο». Υπό αυτή την έννοια λοιπόν, Το κέρασμα απογεύματος είναι ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον έρωτα ως βάλσαμου αλλά και ως δυνάστη. Όταν έγραφα τα ποιήματα αυτά, ειλικρινά δεν ήξερα πού θα με οδηγήσουν. Είμαι ευτυχής που βρήκα τελικά τον τρόπο και τη φόρμα να μιλήσω για όλ’ αυτά. Όπως λέει και το ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής: «Είπα ώς την αγάπη να κατεβώ ένα απόγευμα – / μη με ρωτάς πού πήγα».

Γ.Ν.: Οφείλω να ομολογήσω ότι εμένα είναι η αγαπημένη μου συλλογή. Νομίζω ότι στο Κέρασμα βρήκατε τη φωνή σας, μια φωνή που μπορεί να μιλήσει κατάκαρδα στον αναγνώστη και να τον συγκινήσει βαθιά με την ειλικρίνειά της. Και πολύ περισσότερο, μέσα από την τόσο λεπτοδουλεμένη και εκλεπτυσμένη φόρμα που έχετε καταφέρει.

Γ.Τζ.: Καλοσύνη σας. Εύχομαι πραγματικά να μπορεί να αποκαλυφθεί στον αναγνώστη στην αληθινή της διάσταση.

Γ.Ν.: Θα ήθελα να επιμείνω λίγο ακόμα στην επεξεργασία του «στίχου» σας – καλύτερα θα έλεγα, της γλώσσας σας. Έχετε δουλέψει τη γλώσσα σας τόσο εξαντλητικά, όσο φαίνεται, ή αυτό ήρθε φυσικά, μ’ έναν «εύκολο» τρόπο; Να αναφέρω κάποια αποσπάσματα από τα ποιήματά σας που μου έχουν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, επιλεγμένα στην τύχη: «θα κλαίω από μακριά τον ουρανό σου» – «Σαν μια ωραία γυναίκα, έβλεπα, που περνάει το δρόμο κυματιστή με μια ξαφνική επιθυμία…» – «Ο αέρας τυφλός με χωρίζει από τα όνειρα που παίζουν μαζί μου» – « Ήμουνα τόσο μόνος που το μαχαίρι σου φτερούγισε από μακριά και με κυνήγησε» – «Η στιγμή με τύφλωσε κι έκανα ν’ αγγίξω τον αέρα σου, έκαψα τις παλάμες μου, έκαψα τη ζωή μου.» – «αγγίζεις τον νεκρό στο μέτωπό μου… βγαίνεις από την προσευχή και παραδίνεσαι, στόμα μαλλιά στήθη, ένα κορμί που αντιστέκεται στον πυρετό και τη δόξα.» – «Ορμούσα πάνω σου κι εσύ γαντζωμένη στα γόνατά μου, έλεγες: Κανείς μας δεν μπορεί να υπάρξει καταργώντας τον άλλο». Και βέβαια, ο στίχος που κι εσείς αναφέρατε και που κλείνει τη συλλογή: «Είπα ώς την αγάπη να κατεβώ ένα απόγευμα – μη με ρωτάς πού πήγα». Πραγματικά, πολύ όμορφοι στίχοι.

Γ.Τζ.: Νομίζω ότι θα αδικούσαμε τα ίδια τα ποιήματα, αν απομονώναμε εν είδη καλολογικών στοιχείων, κάποια αποσπάσματα, όσο αποφθεγματικά κι αν φαίνονται. Θα επιμείνω, ότι τα ποιήματα αυτά, γιατί εγώ εξακολουθώ να τα θεωρώ ως ποιήματα, πρέπει να προσεγγιστούν στο σύνολό τους και να κατανοηθούν με τον τρόπο που εξήγησα προηγουμένως. Όσο κι αν ο αναγνώστης έχει κάθε δικαίωμα να απολαύσει με το δικό του μάτι το αισθητικό αποτύπωμα ενός ποιήματος ή μιας συλλογής ποιημάτων, θα ήμουν ευτυχής αν κάποιος έμπαινε πιο βαθιά σ’ αυτά τα ποιήματα και μπορούσε να κατανοήσει τι ακριβώς σημαίνει αυτή η μετατόπιση για την οποία σας μίλησα, και να τα βιώσει όχι απλώς ως «ερωτικά» ποιήματα αλλά ως άνοιγμα σ’ έναν καινούργιο κόσμο.

Γ.Ν.: Ας περάσουμε τώρα στην τελευταία σας ποιητική συλλογή Εκπρόθεσμα που κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης». Καταρχάς, ο ίδιος ο τίτλος, ιδιαίτερα μιας και η συλλογή αυτή ήρθε μετά από είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια από την προηγούμενή της, υποδηλώνει ότι τα ποιήματα αυτά έρχονται με μια χρονική υστέρηση, στα απόνερα της προηγούμενης συλλογής σας, με την οποία υπάρχουν ευδιάκριτες συγγένειες, ή υπονοούν κάποιου είδους α-χρονικότητα, ότι βρίσκονται κατά κάποιον τρόπο εκτός της σύγχρονης πραγματικότητας της ποίησης, τόσο ως προς τη δομή τους όσο και ως προς το ίδιο τους το περιεχόμενο;

Γ.Τζ.: Όπως θέλετε το εκλαμβάνετε∙ και το ένα ισχύει, και το άλλο δεν αποκλείεται. Όπως έγραψε και ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας, «Εγώ διαβάζω τη λέξη Εκπρόθεσμα σαν να λέει: ‘Αυτά και τέλειωσα’. Πραγματικά, αν διαβάσει κανείς τα ποιητικά αυτά σπαράγματα, χωρίς να αποπέμψει τον ποιητή στην ερημιά της γραφής – ακούγοντάς τον, δηλαδή, όχι ακούγοντας μόνο το κείμενο, θα ανακαλύψει κάτι σαν credo του ποιητή, που αποχωρεί στη σιωπή – που σφραγίζει τη σιωπή του, στην προκειμένη περίπτωση…. Αλλά εγώ εδώ βλέπω μιαν αρχή». Πάντως και σ’ εμένα τον ίδιο, όταν τα διαβάζω αρκετά χρόνια μετά την καταγραφή τους και την έκδοσή τους, μου δίνουν την εντύπωση πως βρίσκονται όντως εκτός (της σημερινής) εποχής, με την έννοια πως διατρίβουν σε έναν ποιητικό κόσμο που δεν βρίσκεται σε συνάφεια με τα ζητήματα που απασχολούν τον σύγχρονο καλλιτέχνη, αλλά και γενικότερα τον άνθρωπο της σημερινής πραγματικότητας.

Γ.Ν.: Αποτελούν έναν αναστοχασμό για μια εποχή που η ποίηση βρισκόταν στην καρδιά των πραγμάτων; Που ο ποιητής αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο τον «τελάλη» των καίριων ζητημάτων της ύπαρξης;

Γ.Τζ.: Σίγουρα δεν έχουν γραφεί με μια τέτοια φιλοδοξία, ή έστω μια νύξη αυτής της διάστασης. Υπάρχει ο αναστοχασμός, όχι με την έννοια ενός αργόσχολου διαλογισμού («Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος», που έλεγε και ο Καρούζος), αλλά ως μιας υπαρξιακής αγωνίας γύρω από τον υποβιβασμό του σύγχρονου ατόμου σε μια φτηνή πραγματικότητα που ελάχιστη πλέον σχέση έχει με αυτό που βίωνε ο στοχαστικός και δημιουργικός άνθρωπος. Όπως το διατύπωσε πολύ εύστοχα ο Θάνος Σταθόπουλος σε μια παρουσίαση του βιβλίου αυτού, «Επιστρέφοντας λοιπόν, μετά από μια τόσο μακρινή απουσία, σ’ ένα πεδίο εντελώς διαφορετικό από αυτό που άφησε, εν πολλοίς ασύδοτο και ξεχαρβαλωμένο … ο Γ.Τζ. επαναφέρει και μας υπενθυμίζει το μέτρο των πραγμάτων. Κι έχουμε πολύ ανάγκη από αυτή την υπενθύμιση». Κι αλλού: «Η φωνή που ακούμε έρχεται από τα βάθη. Κι είναι η φωνή πολλών ανθρώπων από πολλές εποχές που ακούγεται στις λέξεις του ποιητή».

Γ.Ν.: Πολύ εύστοχες παρατηρήσεις. Και θα ήθελα να συμπληρώσω ότι μέσα στις φωνές των πολλών ανθρώπων από πολλές εποχές, ακούγονται ευκρινώς και οι φωνές κάποιων ιδιαίτερων δημιουργών, πλήρως αφομοιωμένες και ενσωματωμένες στην προσωπική σας φωνή.

Γ.Τζ.: Ποτέ δεν έκρυψα τις βαθιές επιρροές μου από δημιουργούς που αγάπησα από νεαρή ηλικία και που έχουν μπολιαστεί ανεξίτηλα στο σώμα μου και στην ποιητική μου δημιουργία. Ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη συλλογή παρόντες είναι ο Σεφέρης, ο Σολωμός, ο Καρούζος, ο Καβάφης, ο Χόλουμπ, ο Στήβεν Κρέην, ο Πεντζίκης, αλλά και η μεγάλη Πατερική παράδοση. Και σίγουρα ο Μπαχ, ο βαθύνους και ανεξάντλητος Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ.

Γ.Ν.: Με αφορμή τις αναφορές σας αυτές, θα ήθελα να επισημάνω ότι μολονότι αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής έρχονται σε συνάφεια με τον ποιητικό κόσμο της προηγούμενής σας, Το κέρασμα του απογεύματος, με τις αναφορές στη νύχτα, στην απουσία, στην αγωνία, στην έξαρση, στο πάθος, εν τούτοις έχουν μια αίσθηση λεπτής ηρεμίας, ενός κατασταλάγματος που κατατείνει στο ησυχαστικό βίωμα των Πατέρων της Ορθόδοξης Γραμματείας, όσο τραβηγμένο κι αν ακούγεται αυτό.

Γ.Τζ.: Το θέμα είναι πώς το αντιλαμβάνεται, πώς το εγκολπώνεται ο αναγνώστης. Ευχής έργον θα ήταν να βαδίσει κι αυτός στη σκόνη του δρόμου που οδήγησε ώς εδώ, από πλευράς ουσιαστικής ανάγνωσης του έργου.

Γ.Ν.: Ας πάμε τώρα στη δομή της μικρής αυτής συλλογής, που αποτελείται από δεκαεπτά σύντομα ποιήματα-καταγραφές. Τα δώδεκα πρώτα έχουν ρητές και ξεκάθαρες αναφορές στους 12 μήνες του ενιαυτού, με αυστηρή χρονολογική σειρά. Ακολουθούν τέσσερα μεταφρασμένα ποιήματα Κινέζων ποιητών από διάφορες χρονικές περιόδους, που θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως αντιστοιχούν στις 4 εποχές του χρόνου, και η συλλογή κλείνει με ένα ακόμη μεταφρασμένο ποίημα του Άγγλου ποιητή W.H. Auden, που μπορεί να εκληφθεί και ως ο περιέχων χρόνος των 12 μηνών και των 4 εποχών. Συν ο εύγλωττος τίτλος Εκπρόθεσμα, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι κυρίαρχο μοτίβο της συλλογής είναι ο «αδυσώπητος χρόνος».

Γ.Τζ.: Τα ποιήματα των τεσσάρων Κινέζων ποιητών έχουν επιλεγεί από μια ευρεία συλλογή Κινεζικής ποίησης της προχριστιανικής και μεταχριστιανικής εποχής, με την οποία έχω ασχοληθεί τα τελευταία είκοσι χρόνια. Τα ποιήματα αυτά έχουν μεταγραφεί και ξαναγραφεί. Θα έλεγα πως στην ουσία είναι ποιήματα που έχω κουβαλήσει στη σκέψη μου μέσα στο χρόνο, ξαναγράφοντας την κάθε εικόνα τους, την κάθε λέξη, και με την έννοια αυτή, τα έχω πλήρως οικειοποιηθεί. Αν όντως τα δώδεκα ποιήματα που προηγούνται έχουν ευθεία αναφορά στους 12 μήνες του χρόνου σε αυστηρή χρονική αλληλουχία, αλλά σε ελεύθερη αποτύπωση στον εσωτερικό κόσμο, τα τέσσερα αυτά «κινεζικά» ποιήματα με την απαράμιλλη εικονοποιία τους μπορεί και να αποτυπώνουν τις 4 εποχές-αισθήσεις του ενιαυτού. Χωρίς να είναι και υποχρεωτικό. Όπως το διαβάζει ο καθένας. Υπό αυτή την έννοια, θα έπρεπε τώρα να γραφεί ή να βρεθεί και ένα συνθετικό ποίημα που να κατατείνει στο σμίλευμα του χρόνου. Με παίδεψε ομολογουμένως αρκετά χρόνια αυτή η προοπτική και η συνακόλουθη αναζήτηση ενός τέτοιου ποιήματος, χωρίς ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Και τότε, ως δια μαγείας, τη λύση έδωσε ένα εμβληματικό ποίημα του Ώντεν, που αυτό κι αν με παίδευε για τριάντα περίπου χρόνια, προσπαθώντας να το μεταφέρω στη γλώσσα μας. Έχει μια τόσο χαρακτηριστική, καθαρά βρετανική νεωτεριστική δομή αυτό το ποίημα, που έστρωσε παγίδες σε όσους επιχείρησαν κατά καιρούς να το μεταφράσουν στη γλώσσα μας, με το χειρότερο (δυστυχώς) εγχείρημα, να είναι αυτό του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Κι ενώ αφηγείται υποτίθεται τις εντυπώσεις ενός θεατή που στέκεται μπροστά σε δύο πολύ γνωστούς πίνακες ζωγραφικής, πηγαίνοντας από τον ένα στον άλλο, μεταφέροντας μαζί και τις προσλήψεις του, η ουσία του βρίσκεται στην πρώτη κιόλας αναφορά: τον σπαραγμό. Κι αυτόν τον σπαραγμό, ψηφίδες του οποίου αποτελούν όλα τα προηγούμενα ποιήματα της συλλογής, τον ανατέμνει με τόσο αριστοτεχνικό τρόπο, που δεν θα μπορούσα να βρω καταλληλότερο ποίημα για να ολοκληρώσω αυτή τη συλλογή. Κι είναι τόσο καίρια και ακαριαία η προσέγγιση του ποιητή στον σπαραγμό του χρόνου, που δεν μου επέτρεψε μεταφραστικά να ξεφύγω στο ελάχιστο από την κάθε λέξη του ποιήματος. Εύχομαι να λειτουργήσει έτσι και στον αναγνώστη, όπως λειτούργησε τόσο καταλυτικά και σ’ εμένα, μέσα από τη διαδικασία της μεταφοράς του στη γλώσσα μας.

Γ.Ν.: Ολοκληρώνοντας αυτή τη συζήτηση, για την οποία σας ευχαριστώ ιδιαίτερα, θα ήθελα να συνοψίζατε τη σχέση σας με την ποίηση, μέχρι σήμερα αλλά και για τη συνέχεια. Πώς βλέπετε να εξελίσσεται η σχέση αυτή;

Γ.Τζ.: Τι να πω; Αφού σας ευχαριστήσω κι εγώ εκ βάθους καρδίας, δεν μπορώ να πω και πολλά πράγματα. Κανείς δεν μπορεί να προκαθορίσει ή να προβλέψει την εξέλιξη των πραγμάτων. Το μόνο ίσως που θα μπορούσα να σημειώσω, είναι πως θα ήθελα κάποτε να μπορέσω με κάποιον τρόπο να βγω από την υπόθεση της ποίησης με τη μορφή του γραπτού λόγου και να εγκαταβιώσω ουσιαστικά στον χώρο του βιώματος, της βιωματικής εμπειρίας που είναι η αληθινή αίσθηση της Ποίησης. Μεγάλες κουβέντες, λογαριάζοντας φυσικά χωρίς τον ξενοδόχο….

Κύλιση στην κορυφή