Αιμίλιος Σολωμού

Μια τεράστια καρδιά πάλλεται στα έγκατα της γης μου

Τα χέρια μου είναι χέρια αγρότη, γεμάτα σκλήθρες, αγκάθια, ρόζους κι εγκαύματα. Κάτω από τα νύχια μου στοιβάζονται σωροί τύρφης και αρχαίας σκουριάς. Τα δάκτυλά μου είναι γεμάτα πληγές. Κάθε βράδυ είναι πρησμένα και πονάνε. Σαν κούτσουρα απλώνονται στο κρεβάτι. Τα χέρια μου είναι τραχιά, φτιαγμένα από οστρακόδερμα. Ξέμαθαν να χαϊδεύουν ανθρώπινα σώματα. Έμαθαν ν’ αγαπούν τους κορμούς των δέντρων. Είναι τα χέρια μου τα χέρια ενός αγρότη.

Κι εγώ είμαι ένα δέντρο που φύτρωσε μιαν ανοιξιάτικη μέρα στο χωράφι μου. Τις νύχτες στρέφω το κεφάλι ψηλά και κλείνω τα μάτια. Στέκω ακίνητος, κρατώ την ανάσα μου και τεντώνω τα χέρια μου. Ένα ασημένιο φεγγάρι γεννιέται κι έρχεται να κουρνιάσει στα κλαριά μου. Όταν εκπνέω, τρομάζει και πετάει μακριά.

Αυτό το χωράφι είναι η μόνη πατρίδα μου κι εγώ είμαι πρωτόπλαστος. Με ένα φύλλο συκής περιφέρομαι ανάμεσα στα λιόδεντρα και το μικρό μου αμπέλι. Στην άκρη οι σωριασμένοι λίθοι οριοθετούν τη μικροσκοπική επικράτειά μου. Μέσα στα σπλάχνα της γης μου πάλλεται μια τεράστια καρδιά.

Κάθε βράδυ κρεμιέμαι ανάποδα σαν νυχτερίδα από τις κληματόβεργες της μεγάλης αμπέλου. Τα μεσάνυχτα το χωράφι μου αρπάζει φωτιά. Τα αστέρια ξηλώνονται από τον ουρανό και πέφτουν ένα ένα. Στολίζουν τα λιόδεντρά μου με παράξενους τροπικούς καρπούς. Πουλιά εξωτικά φτάνουν τα χαράματα και τους τρώνε. Το πρωί τα πούπουλά τους αιωρούνται ακόμα στον αέρα. Βρίσκω τα κουκούτσια να απλώνονται στη γη. Σκάβω με τα χέρια μου, τα σκεπάζω με χώμα. Μέσα από τη γη ξεπετάγονται κομματιασμένα αγγεία. Ένα λουλούδι, ένα ακρωτηριασμένο ζευγάρι, ένα πουλί. Προσπαθώ να συγκολλήσω τα κομμάτια τους. Το λουλούδι ανθίζει και πάλι, ο άντρας και η γυναίκα αγκαλιάζονται ξανά, το πουλί ανοίγει τα φτερά του.

Είμαι πλασμένος από κόκκινο πηλό στον τροχό ενός αρχαίου αγγειοπλάστη. Ζυμωμένος με χώμα και ύδωρ, ψημένος στο καμίνι, στους χίλιους βαθμούς. Το σώμα μου είναι καλυμμένο με σχήματα και ποικίλα χρώματα από οξείδια σιδήρου και χαλκού: πράσινο, κίτρινο, καφέ. Στο δέρμα μου είναι χαραγμένες οι μορφές ενός κόσμου ξεχασμένου.

Τα χέρια μου είναι τα χέρια ενός αγρότη. Κι εγώ είμαι ένα δέντρο που φύτρωσε μιαν ανοιξιάτικη μέρα στο χωράφι μου. Μέσα στα σπλάχνα της γης μου πάλλεται μια τεράστια καρδιά.

Εδώ ο πατέρας μου φύτεψε το μικρό μας αμπέλι. Το φροντίζω σαν να ’ναι παιδί. Το σούρουπο ραντίζω τις κληματσίδες του με ένα θειαφιστήρι. Κι ύστερα κάθομαι σε μια πέτρα στη μέση του χωραφιού και το χαζεύω. Όταν ο αέρας φυσάει, οι κληματόβεργες λυγίζουν και με χαιρετούν με τα μακριά τους δάχτυλα. Η κίτρινη σκόνη στροβιλίζεται και χορεύει. Κατακάθεται στο πρόσωπο, στο δέρμα μου. Κλείνω τα μάτια. Αισθάνομαι το σώμα μου να καμπυλώνει, να ανυψούται και να περιδινείται στο κενό. Στο αμπέλι μου ωριμάζει ένα κόκκινο κρασί. Οι μεγάλες ρώγες του είναι χίλιοι μικροί ήλιοι. Χίλιες φλεγόμενες μπάλες πέφτουν στο χωράφι μου. Τα δάχτυλά μου βάφονται κόκκινα και καίγονται. Από τα χείλη μου ξεδιπλώνονται πορφυρές κορδέλες.

Από τα κομμένα πόδια μου πετάγονται παραφυάδες, από τα κομμένα χέρια μου κλαριά και φύλλα. Κάτω από τον φλοιό μου κυλούν ορμητικά υπόγεια ρεύματα που φτάνουν μακριά μέχρι τη θάλασσα. Τα μάτια μου είναι δυο μεγάλες ώριμες ελιές. Το φθινόπωρο τα κουβαλάω στο ελαιοτριβείο. Τα χέρια μου προεκτείνονται οριζόντια, ψηλαφούν το μέγα κενό. Μασάω τους πικρούς καρπούς και φτύνω τα ξόρκια στις τέσσερις άκρες του χωραφιού μου. Ένα-δύο-τρία-τέσσερα. Ένα-δύο-τρία-τέσσερα. Ένα νέφος σηκώνεται ψηλά. Αγκιστρώνεται στις κορφές των ελαιόδεντρων και ανεμίζει σαν ξεφτισμένο φλάμπουρο. Την εποχή της συγκομιδής σκαρφαλώνω στις κορφές. Το κεφάλι μου προβάλλει μέσα από το νέφος στο ψηλότερο κατάρτι. Αγναντεύω τον κόσμο κι αρμενίζω στις μακρινές θάλασσες. Είμαι ένας πειρατής.

Οι ρίζες μου φτάνουν βαθιά μέσα στη γη. Σαν έρθει ο χειμώνας, καμπουριάζω και γερνώ. Τα μαλλιά μου μαδάνε, τα δόντια μου πέφτουν. Σκορπίζω στον αγέρα χώμα με τις φούχτες μου, σκεπάζομαι. Μαζεύομαι και πέφτω σε χειμερία νάρκη. Κολυμπώ στο αμνιακό υγρό, αιωρούμαι στη μνήμη του κόσμου. Με τον ομφάλιο λώρο τρέφομαι με λάδι και κρασί. Μέσα στον ύπνο μου ακούω την τεράστια καρδιά που πάλλεται ασταμάτητη. Την άνοιξη φυτρώνω κι ανθίζω μαζί με τα ζιζάνια και τα αγριοσπάναχα. Τα χέρια μου αναπτύσσονται από τον αγκώνα, καινούργια και πάλι, τα μαλλιά μου βλασταίνουν, τα δόντια μου μεγαλώνουν ξανά.

Τα χέρια μου είναι τα χέρια ενός αγρότη. Κι εγώ είμαι ένα δέντρο που φύτρωσε μιαν ανοιξιάτικη μέρα στο χωράφι μου. Μέσα στα σπλάχνα της γης μου πάλλεται μια τεράστια καρδιά.

Κάθε πρωί η πάχνη έρχεται και σκεπάζει τα δέντρα μου. Τότε τα μάγια λύνονται, παίρνουν την πραγματική τους μορφή. Κάποτε υπήρξαν άνθρωποι. Κοιτάζω τα μαλλιά τους, τα χέρια, το κορμί, τα πόδια. Το πρόσωπό τους χάθηκε μέσα στη μνήμη. Το χώμα μου έχει ένα χρώμα πορφυρό, σαν αίμα. Την εποχή των βροχών γίνεται λάσπη. Το καλοκαίρι το χώμα μου διψάει, γίνεται μια κρούστα σκληρή κι έπειτα σκάει. Από τα χάσματα πετάγονται ερπετά: φίδια, σαύρες, χαμαιλέοντες. Κάποτε εδώ ζούσε ο Οράτιος. Σερνόταν ανάμεσα στα ξερόχορτα, τρύπωνε στη γη, παραφύλαγε ανάμεσα στις διχάλες των δέντρων. Ο Οράτιος, ο περιβολάρης, ήταν ένα μαύρο φίδι, μακρύ και λεπτό. Κυνηγούσε τα τρωκτικά, εξολόθρευε τους εισβολείς. Τον βρήκαμε μια μέρα με τον πατέρα μου πεθαμένο, κουλουριασμένο σε μια μεταλλική σωλήνα του νερού. Η κοιλιά του ήταν σκασμένη κι από μέσα κρεμόταν ένα φαγωμένο φίδι.

Τα χέρια μου είναι τα χέρια ενός αγρότη. Κι εγώ είμαι ένα δέντρο που φύτρωσε μιαν ανοιξιάτικη μέρα στο χωράφι μου. Μέσα στα σπλάχνα της γης μου πάλλεται μια τεράστια καρδιά.

Κάποτε εδώ αγόρια με κοντά παντελόνια και σαντάλια κυνηγούσαν κορυδαλλούς με τις σφενδόνες τους. Ονειρεύονταν κορίτσια με μακριές πλεξούδες και πολύχρωμα φουστάνια. Το καλοκαίρι τρέχαν ξοπίσω από τις πέρδικες μες στα θερισμένα σταροχώραφα. Πέρα από το χωράφι μου, στον κάμπο, απλώνονται αυτά τα σταροχώραφα. Και πιο πέρα υψώνονται γαλάζιες δυο ψηλές οροσειρές. Είμαι ένας αρουραίος κι απ’ εδώ αγναντεύω τη γραμμή ανάμεσα στο ορατό και το αόρατο. Ο ουρανός φλέγεται. Σηκώνω το κεφάλι μου, μακριά απλώνεται η θάλασσα.

Κάποτε εδώ έπεσε ένα ποτάμι από φωτιά. Έτρεξε σαν λάβα, κύλησε και χύθηκε στη θάλασσα. Πήρε μαζί της τα αγόρια. Τώρα αντηχούν στον κάμπο οι πατημασιές στις αποκαλάμες, τα γέλια και τα χαμένα τους όνειρα. Τα κορίτσια μεγάλωσαν, έγιναν γυναίκες, σκόρπισαν. Τ’ αγόρια ταξιδεύουν ακόμα σε μια βάρκα από πηλό. Σε κάθε φύσημα του αγέρα επιστρέφουν και χώνονται στους κορμούς των δέντρων, κοιτάνε κρυφά μέσα από τους ρόζους, τρέφονται με λάδι και κρασί. Καμιά φορά από τις χαραμάδες της γης αχνίζουν οι ανάσες των κοριτσιών. Ανεβαίνουν σαν πολύχρωμα μπαλόνια στον ουρανό και εξατμίζονται.

Όταν κλαδεύω τα δέντρα μου, ακούω ψιθύρους. Μέσα στο χωράφι μου φτερουγίζουν ψυχές. Ανοίγω τα χέρια μου να πετάξω. Είναι τα χέρια ενός αγρότη. Κάθε πρωί τα πριονίζω από τον αγκώνα. Ροκανίδια πετάγονται και γεμίζουν τα μαλλιά μου, σκεπάζουν το σώμα μου. Τότε γίνομαι ένα αλλόκοτο πλάσμα, ένα μαλλιαρό στοιχειό του χωραφιού.

Τα χέρια μου είναι τα χέρια ενός αγρότη. Κι εγώ είμαι ένα δέντρο, πλασμένος από χώμα και νερό. Μέσα στα έγκατα της γης μου πάλλεται μια τεράστια καρδιά που συντονίζεται με τον ρυθμό του κόσμου.

Σκάβω έναν λάκκο κι ανάβω φωτιά. Ρίχνω μέσα τα κλαριά και τα καίω. Από αυτό το μεγάλο θυμιατήρι, ένας αρωματικός καπνός ανεβαίνει ψηλά. Κάθομαι σε μια πέτρα και βλέπω τις φλόγες και τον καπνό. Απλώνω τα χωμάτινα χέρια μου να ζεσταθούν. Το δέρμα μου καψαλίζεται. Η μορφή του πατέρα μου αιωρείται μπροστά μου. Τον φαντάζομαι να έρχεται με αναμμένα τα φώτα του τρακτέρ. Ακουμπώ στον κορμό ενός δέντρου και κοιτάω τον ουρανό. Πυγολαμπίδες χώνονται στο ανοικτό στόμα μου, χάνονται στο βάραθρο. Οι αστερισμοί φτερουγίζουν σαν τα πουλιά, κατεβαίνουν πάλι στη γη και γεμίζουν φωταψίες το χωράφι μου. Ανοίγω τα χέρια μου και φεύγω μαζί τους. Στο ακραίο αστέρι της Μεγάλης Άρκτου κάθεται ο αδελφός μου κουνώντας πέρα δώθε τα πόδια του. Φοράει το κοντό παντελόνι και τα δερμάτινα σαντάλια του. Μου γνέφει να πάω κοντά. Μασάμε ηλιόσπορο και φτύνουμε τις φλούδες. Τις κοιτάμε από ψηλά να πέφτουν μία μία στο χωράφι μας. Σκάνε σαν πυροτεχνήματα και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια. Εκεί κάτω ο πατέρας μου κρατάει ένα κλεφτοφάναρο. Με το μακρύ φτυάρι του κυλάει στις αυλακιές ένα τεράστιο φεγγάρι. Κάθε τόσο γυρνά το φανάρι ψηλά και φωτίζει τα πρόσωπά μας.

Είμαι και πάλι παιδί. Ο πατέρας μου έρχεται σπίτι αργά το σούρουπο με λασπωμένες γαλότσες. Τον βλέπω να τις βγάζει στην αυλή όπως πάντα. Μυρίζει ιδρώτα και κόκκινη λάσπη. Στη βρύση πλένει τα γυμνά του πόδια. Αναποδογυρίζει μια καρέκλα. Πάνω της ακουμπά ένα μεγάλο φεγγάρι. Το έπλεξε η μητέρα μου με βούρλα από τις κοίτες των χειμάρρων. Καθόμαστε γύρω στο αυτοσχέδιο τραπέζι και τρώμε σιωπηλοί. Ο πατέρας μου σηκώνει ψηλά τον ήλιο, με το μαχαίρι τον κόβει σε φέτες. Εκατοντάδες σπόρια πέφτουν και λαμπυρίζουν στο σκοτάδι. Εκατοντάδες πλανήτες περιστρέφονται ασταμάτητα πάνω από την αυλή μας. Με τα δυνατά του χέρια, ο πατέρας μου σπάει κομμάτια τον κόκκινο ήλιο που ωρίμασε στο μποστάνι μας. Λάβετε, φάγετε. Είναι γλυκός, στα χείλη μας στάζει ο χυμός του. Ο παππούς μου διανυκτερεύει ακόμα στην καλαμένια καλύβα στο μποστάνι μας. Έτσι κάνει εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Το πρωί τον σκουντάω και ξυπνάει. Από τα σγουρά γένια του πέφτουν κόκκοι με χώμα, σαρανταποδαρούσες και σκαθάρια.

Στο χωράφι μου την άνοιξη φυτρώνουν μικρά παιδιά κι ανθίζουν. Το καλοκαίρι ξεραίνονται. Το φθινόπωρο γερνάνε και γίνονται λίπασμα στις λεκάνες των δέντρων μου. Τον χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη κλεισμένα στα κουκούλια τους. Οι ψυχές τους γυρνάνε στο χωράφι, ανάμεσα στα λιόδεντρα και το αμπέλι. Βλέπω τα αχνάρια τους να χαράζονται πάνω στο χώμα. Σέρνονται γραμμή ένα ένα πίσω από την πλάτη μου. Έρχονται από μακριά. Το βράδυ ανάβω το φιτίλι στις καντήλες τους. Αιωρούνται στα κλαριά των λιόδεντρων και σείονται στις ριπές του αγέρα. Είναι η ώρα που τραγουδάνε τα τριζόνια μες στη βαθιά σιωπή. Ο ουρανός σκύβει πάνω από το χωράφι μου με όλα τ’ αστέρια, τα φεγγάρια, τους πλανήτες του. Κορίτσια των ονείρων βαδίζουν μέσα στους ίσκιους κι αναστενάζουν. Τα μαλλιά τους μπλέκονται στα κλαριά κι αρπάζουν φωτιά. Την αυγή είμαι ακόμα παιδί. Ο πατέρας μού σφίγγει το χέρι στη δυνατή, ζεστή του χούφτα. Στεκόμαστε στη μέση του χωραφιού και κοιτάμε κατάματα τον ουρανό. Μια τεράστια καρδιά πάλλεται μέσα στα έγκατα της γης μου.

2020-2021

Κύλιση στην κορυφή