Εισαγωγή-Μετάφραση: Βρασίδας Καραλής
πρώτα θα μου βγει η ψυχή και μετά η ποίηση
Θεόδωρος Μπασιάκος (1963-2020)
Ένα από τα πρώτα πράγματα που σε εντυπωσιάζουν στην Αυστραλία είναι η μοίρα των ποιητών της. Τί χρειάζονται αλήθεια οι ποιητές σε μια χώρα διχασμένη ανάμεσα στη λήθη του παρόντος και την αδυναμία να απογαλακτισθεί από τη μεγάλη μητέρα, την Aγγλία; Για δεκαετίες, μετά την αποικιακή επέκταση στην πέμπτη ήπειρο, οι ποιητές πέθαιναν άρρωστοι, τρελοί ή αγνοημένοι, οραματιζόμενοι τον παράδεισο της ισονομίας που επέπρωτο να γίνει η Αυστραλία, ενόσω βίωναν καθημερινά τον τρόμο μια κοινωνίας χωρίς διανοητικά έρματα ή και τη στοιχειώδη διανοητική περιέργεια για τη θέση της στον κόσμο ή για τον τόπο στον οποίο μεταφυτεύτηκε.
Ο Michael Dransfield πέθανε σχεδόν είκοσι τεσσάρων χρονών από κατάχρηση ναρκωτικών, από τα οποία προσπαθούσε για χρόνια να απεξαρτηθεί. Μοίρασε τη ζωή του μεταξύ της πόλης του Σύδνεϋ και της αυστραλιανής υπαίθρου διαμορφώνοντας μια διπολική αισθητική, αστικών παραισθήσεων για τον εαυτό του και αγροτικών μυθολογημάτων για την οικογένειά του, ονειρευόμενος έναν χαμένο κόσμο ευγένειας και αρμονίας, το Κέρτλαντ Παντερς, ένα ρομαντικό Ξαναντού, εμβολιασμένο στο πλούσιο υπόβαθρο της οικολογικής ψυχοκρατίας των αυτοχθόνων.
Στη σύντομη ζωή του, δημοσίευσε τρεις ποιητικές συλλογές και άφησε πίσω του έναν μεγάλο αριθμό ανέκδοτων ποιημάτων, από τα οποία μια επιλογή εκδόθηκε από τον Rodney Hall το 1987. Έγραφε σε ελεύθερο στίχο, χωρίς στίξη, χωρίς κεφαλαία γράμματα ενώ απέφευγε να ξανακοιτάζει και να αναθεωρεί τους στίχους του. Η εκκεντρική του συμπεριφορά και η οίηση της νεότητος προκαλούσαν πολλές επιφυλάξεις σχετικά με το έργο του.
Κατά τη σύντομη ζωή του, ο Dransfield υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές μιας ποιητικής μεταπολίτευσης στην Αυστραλία, αν και το έργο του έγινε ευρύτερα γνωστό μετά τον θάνατό του. Μαζί με τους Robert Adamson, John Tranter, Terry Larsen, Peter Skrzynecki και τον ελληνογενή Martin Johnston, το έργο του οποίου πρέπει μια μέρα να ανακαλύψει το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, αναμόρφωσαν την ποιητική γλώσσα στην Αυστραλία, αναπτύσσοντας τολμηρούς μορφικούς πειραματισμούς, απλοποιώντας τη στιχουργία και προτείνοντας μια νέα εικονοπλαστική ιδιόλεκτο.
Μετά τη μοντερνιστική ποιητική της προηγούμενης γενιάς, βασισμένη στον T.S. Eliot, W. B. Yeats, τον W.H Auden και τον Ezra Pound, συνδυασμένη παραδόξως με μια κυρίαρχη τάση για ομοιοκατάληκτη στιχουργία, η γενιά που εμφανίστηκε το ʼ70 αναδύθηκε μέσα από τη μποέμικη ζωή και τη ριζοσπαστική counter-culture, που επιχείρησε μια πολιτισμική απόσχιση και χειραφέτηση από τα μεγάλα έργα της αγγλικής λογοτεχνίας, προσεγγίζοντας την αμερικανική ποίηση, των Frank O’ Hara, John Ashbery, Robert Duncan, Charles Olson, Robert Creeley και την beatnik ποίηση των Allen Ginsberg, Jack Kerouac, Lawrence Ferlinghetti και του Charles Bukowski.
Έτσι η νέοι ποιητές του ʼ70 γονιμοποίησαν έναν αμφίθυμο διάλογο με την αμερικανική ποιητική ενόσω το αυστραλιανό πολιτισμικό φαντασιακό προσπαθούσε να επινοήσει τη δυναμική του απομακρυνόμενο από τη δυναστική παρουσία των μεγάλων Βρετανικών λογοθεσιών.
Στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο είναι δύσκολο, για να μην πούμε μάλλον ακατόρθωτο μέχρι σήμερα. Η ποίηση του Dransfield χρωστάει πολλά στον William Blake, στον John Keats, στον Byron, τον John Clare και τον Algernon Charles Swinburne. Σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε τις φωνές ή μάλλον τους αντίλαλους, Γάλλων ποιητών όπως ο Charles Baudelaire, ο Arthur Rimbaud και ο Mallarme μαζί με Ρώσσους, όπως η Akhmatova, ο Mandelstam και ο Pasternak, Ιταλούς όπως ο Quasimodo και ο Ungaretti και Έλληνες όπως ο Κ.Π. Καβάφης και ο Γιώργος Σεφέρης, η ποίηση του οποίου, μέσω του Martin Johnston, κατέχει μια ιδιόμορφη θέση στην εξέλιξη της αυστραλιανής ποίησης, γεγονός που πήρε αργότερα μια πιο ευδιάκριτη μορφή στην ποίηση της Αντιγόνης Κεφαλά και του Δημήτρη Τσαλουμά.
Σε αυτά τα υποδόρια κύματα, θα πρέπει να προσθέσουμε την παράδοση των χαϊκού από τη γιαπωνέζικη παράδοση του Ζεν Βουδισμού και γενικότερα την ποίηση της Ιαπωνίας, και ιδιαίτερα την παρουσία του Basho, για να κατανοήσουμε τη βαθιά ζύμωση που πραγματοποιήθηκε μετά το 1970 στην Αυστραλία, γεγονός που συμπίπτει με πολιτικές μεταβολές, με την εκλογή του Gough Whitlam το 1973, τη σταδιακή εφαρμογή του πολυπολιτισμού και τον διορισμό εκπροσώπων περιθωριοποιημένων ομάδων σε θεσμούς χάραξης πολιτικών πολιτισμικού αυτοπροσδιορισμού.
Μολονότι πέθανε προτού ολοκληρωθούν ή ακόμα αναπτυχθούν πλήρως αυτές οι αλλαγές, στο έργο του Dransfield προοιωνίζονται οι μεγάλες αναθεωρήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τις επόμενες δεκαετίες. Μαζί με τον Charles Buckmaster που έφυγε και αυτός μόλις είκοσι δύο χρονών, διαμόρφωσαν μια νέα ποιητική μυθολογία, νεορομαντική και ενίοτε νεοσυμβολική, με προσωπικούς ιερούς τόπους χαμένης αθωότητας και οράματα κοσμικής απολύτρωσης, κάτω από τη βαριά σκιά των ναρκωτικών και της σεξουαλικής απελευθέρωσης, αλλά και ενός κρυφού ηθικολογικού πουριτανισμού, που αντιμετώπιζε το σώμα με λαγνεία και απέχθεια ταυτοχρόνως, κατάλοιπα μιας προτεσταντικής δαιμονοποίησης της επιθυμίας.
Πολλά ποιήματά του είναι άκεντρα, μακρηγορούν και χάνονται μέσα στην ίδια τους την πλεοναστική ρητορεία ενώ άλλα, ιδιαίτερα όσα έμειναν αδημοσίευτα, πάλλονται από λυρική ευκαμψία, εικονοπλαστική διαφάνεια και στιχουργική λειότητα. Άνισο αναμφίβολα το έργο του αλλά όσο ωρίμαζε μέσα του η άμεση βεβαιότητα του επικείμενου θανάτου, πολλά ποιήματά του αποκτούσαν μια κατανυκτική δραματική ποιότητα, που αγγίζει την τραγική ένταση του John Keats και του Κώστα Καρυωτάκη. Η ποίησή του αναμφίβολα τελείωσε προτού ολοκληρωθεί και ο ποιητής φαίνεται να είναι μεγαλύτερος από τα ποιήματά του, πράγμα που φαινόταν να αντιστρέφεται στα τελευταία του έργα, αλλά η πορεία δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί.
Η ποίηση του Bob Dylan και της Patty Smith στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και του Leonard Cohen στον Καναδά, αλλά ιδιαίτερα του Paul Kelly και του Nick Cave από την Αυστραλία, φαίνεται να συζητούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τη στιχουργική διαφάνεια και γλωσσική πολυσημία της ποιητικής του Dransfield. Δεν μπορούμε επίσης να κατανοήσουμε την ποίηση του John Kinsella ή της Gig Ryan και του Π.Ο. χωρίς αναφορά στις ρίζες τους στον Dransfield.
Όπως η ημιτελής ποίηση του Αλέξη Τραϊανού στην Ελλάδα, η ποίησή του έψαχνε ακόμα να εντοπίσει το στίγμα της και να καταρτίσει την σημειωτική της ολοκληρία.
Σαν τον Τραϊανό ερωτεύτηκε από νέος τον θάνατο: η έκσταση και το μυστήριο του θνήσκειν αποτέλεσε την Βεατρίκη μούσα τους.
Σαν την Κατερίνα Γώγου αγάπησε τον αδέσμευτο και αδυσώπητο ειρμό των στίχων σε μια κλιμακούμενη κορύφωση που καταλήγει στην κραυγή της οργής ή της απόγνωσης.
Σαν τον Θεόδωρο Μπασιάκο βυθίστηκε στην απύθμενη ρευστότητα σημείων και σημαινομένων επιχειρώντας να ξαναδώσει στην ποίηση τη λυρική δύναμη μιας σωματικής απελευθέρωσης.
Η σκιά του υπαρξισμού ήταν πάντα κοντά του όσο και η παρασκιά του μηδενισμού. Ο Dransfield ισορρόπησε πάνω σε αυτήν την επικίνδυνη γραμμή, ανυποχώρητος και ασυμβίβαστος.
Πέθανε στις 20 Απριλίου του 1973, τη Μεγάλη Παρασκευή, τη μέρα που πεθαίνουν όλοι οι ποιητές.
Βιβλιογραφία
- Streets of the Long Voyage (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1970).
- The Inspector of Tides (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1972).
- Drug Poems (Melbourne: Sun Books, 1972).
Μετά θάνατον εκδόσεις
- Memoirs of a Velvet Urinal (Adelaide: Maximus Books, 1975).
- The Second Month of Spring (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1980).
- Michael Dransfield: Collected Poems (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1987).
- Michael Dransfield: A Retrospective (selected by John Kinsella) (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 2002).
Μελέτες
- Livio Dobrez, Parnassus Mad Ward: Michael Dransfield and the New Australian Poetry (St Lucia, Qld: University of Queensland Press, 1990).
- Patricia Dobrez, Michael Dransfield’s Lives: A Sixties Biography (Carlton, Vic: Melbourne University Press, 1999).
ΘΑΛΑΣΣΑ
Καταβροχθίζεις πλοία
έχεις γεύση στυφή
απομονώνεις καταθλίβεις
δεν είσαι ανθρώπων οίκημα—
η δική σου ομορφιά
είναι η πλέον ανεπαίσθητη.
⸙
PAS DE DEUX ΓΙΑ ΕΡΑΣΤΕΣ
Το πρωί δεν αρμόζει
να περιπλέκεται
ο ήλιος είναι σπόρος
σπαρμένος την αυγή στο μακρύ
αυλάκι της ιστορίας.
να ξυπνάς
να φεύγεις,
θα ήταν τόσο απλό.
ωστόσο
πώς
η αυγή
χρυσαφώνει τα μαλλιά της
πάνω στα χέρια μου.
Πώς να φύγω τότε,
κατά πού να πάω. Η μέρα
είναι κιόλας τόσο πυκνή με συνταύτιση.
⸙
ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΓΕΡΟΝΤΙΚΗ ΤΟΥ ΗΛΙΚΙΑ
Εν τη οικία του πατρός μου υπάρχουν πολλές αράχνες.
Προτιμώ να μην κατοικώ εκεί –τα φαντάσματα
με ταράζουν. Κοιμάμαι σε μια σοφίτα
πάνω από το υποστατικό, και κάθε πρωί διασχίζω
οπισθοφυλακές από φράχτες για να περιπλανηθώ στο σπίτι.
Μοιάζει σαν να ξεφύτρωσε από το χώμα
ανάμεσα σε βαλανιδιές και πεύκα, κάτω από τη μεγάλη
αψίδα των συκιών του Μόρετον Μπέι.
Το γραφείο μου είναι το μεγαλύτερο δωμάτιο επάνω·
εκεί, τις βροχερές μέρες, συνθέτω
αρχαΐζοντα ποιήματα πάνω σε κέδρινο τραπέζι.
Μόνο πορτρέτα και αράχνες ενοικούν το καθιστικό
στο Κέρλαντ Πάντερς… μολοντούτο,
ψάχνω το σπίτι κάθε μέρα για νεοαφιχθέντες.
Κάποτε, στο εξώστη, βρήκα ένα ζευγάρι
από πολύχρωμα σπουργίτια φωλιασμένα στον καναπέ
ανάμεσα σε σπασμένες ρακέτες και πράγματα ξεχασμένα.
Δεν υπάρχουν επισκέπτες στο Κέρλαντ Πάντερς· η πόλη
βρίσκεται μίλια μακριά από το ποτάμι, κι εκεί ελάχιστοι με γνωρίζουν.
Κάποτε υπήρχαν και άλλα σπίτια κοντά. Έφυγαν
κατά εκεί που πάνε τα σπίτια όταν
γκρεμίζονται ή καίγονται ή μεταφέρονται με φορτηγά.
Τόσο ειρηνικά εδώ. Πουλιών κελαϊδισμός από τα δέντρα
με αναζητάει ανάμεσα σε αναμνήσεις και ρολόγια.
Σαν πέφτει νύχτα ή χειμώνας, ανάβω φωτιά
και κοιτάζω τις φλόγες
να φουντώνουν και να σβήνουν σαν κύματα. Δεν μετανοώ για τίποτε.
⸙
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ SALVATORE QUASIMODO
Διάσπαρτα σύμβολα στον κήπο·
φυλλωσιές πυκνές μουρμουρίζουν συνωμοτικά,
μια φούχτα από φύλλα χλόης
αγγίζουνε το χώμα·
σπασμένα οράματα θέρους σκληραίνουν
και η ταραγμένη
ανατριχίλα του ανέμου
θα κρούσει κάθε θύρα.
Φόρος τιμής είναι ευγένεια προσποιητή
που αποτίουμε –πώς να
Αντικαταστήσει την ωραιότητα τού είναι,
του υπάρχειν μέσα σε ένα είδος βουλητικό.
Ο Σικελός,
που προσφέρει φλέβες για να συνδεθούν όμορες
περιοχές ηλιοβασιλέματος, έχει ένα νέο ποίημα
αλλά δεν έχει γλώσσα να το πει.
⸙
ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β΄
Η πράσινη πεδιάδα της Μεσσαράς είναι τώρα παρελθόν
ο χρόνος την άφησε ξερολιθιά
δεν αντηχούν μέσα της πλέον τα βήματα του Θησέα
η Ρέα άρπαξε τον τελευταίο εραστή της
και πάει καιρός που ηνίοχοι πέταξαν για τον ουρανό
μέσα σε αυτούς τους θαμμένους δρόμους. Τρεις χιλιάδες χρόνια πριν
η Κρήτη πυρακτώθηκε άχρι θανάτου μα κι αυτό έχει ολοκληρωθεί
τουρίστες βατταλαλούν μες τα παλάτια
η Φαιστός χωρίς στέγες με σκάλες που οδηγούν στο πουθενά
ακράσωτοι αμφορείς για χιλιετίες
στην Κνωσσό μυρίζει καπνός οι τοίχοι
αν κοιταχτούν για πολύ αρχίζουν να λυγίζουν και μαυρίζουν
τοιχογραφίες ταύρων και ταυρομάχων
διαλύονται μες τον ασβέστη.
ο χρόνος δεν κράτησε τα μυστικά του
η γλώσσα του Βασιλέα Μίνωα αποκρυπτογραφήθηκε
τα εγχάρακτά της θραύσματα μας λένε
πώς ήταν όλοι ποιητές:
ψάρι
χέρι
πουλί
αστέρι
⸙
ΙΚΑΡΟΣ
Όλη τη μέρα στην Κνωσσό
περπατούσε μέσα από γυάλινα όνειρα
αποσπάσματα τρόμου.
Η νύχτα δεν ήταν καλύτερη
ο αέρας που ανέπνεε δεν ήτανε του τόπου του.
Πάνω από τα τείχη
με κόκκινες πέτρες ασυγκόλλητες
το γαλανό αδιάπλευστο Αιγαίο εφορμούσε εναντίον του.
Θυμήθηκε πράσινα όρη
κορίτσια του χωριού με μαύρα μαλλιά λυτά.
Πάνω σε ομοίωμα κεριού και φτερών
πετώντας ψηλότερα από αετό
η Σάμος κάτω εκεί, η Δήλος
και η Λέβυνθος κάτω από τις φτερούγες του.
Η τέχνη του διαλύθηκε στον ήλιο τον καυτό ήλιο
σωριάστηκε καταγής
πυρακτωμένος χρυσίζοντας
κατά την άκρη του ουράνιου τόξου.
⸙
ΠΟΙΗΜΑ ΙΟΥΛΙΟΥ
Οι γεύσεις και τα χρώματα είναι σαν σκόνη
τα φιλιά της στάχτης στο στόμα μου
μια νύχτα και ένα πρωί καινούργιο περνάν,
χρονιά καινούργια, η ζωή μου, και αυτή
αγαπάει μα δεν θα καταλάβει ποτέ
Ταξίδι μέθης και λήθης
ο δίσκος του ήλιου να σαρκάζει
και το άστατο αηδόνι
κελαϊδάει και με προδίδει το τραγούδι του
πόνος είναι η σκιά τους και το πέπλο μου.
Μήνες λουλουδιών και βροχοπτώσεων
κινούνται ονειρικά και είναι απίστευτο
μια πομπή και μια κηδεία
για να τιμήσουν τέτοιες επετείους
τον θρίαμβο της αγάπης και την πτώση της.
Όποιος βαδίζει τον δρόμο αλήθειας του προφήτη
λαμβάνει τη μοναξιά ως παρηγορία
αιωνιότητες στείρας σκέψης
ένα βιβλίο λέξεων και το τέλος του κόσμου
το μόνο κατώφλι που ίσως να διαβεί.
Γιατί σε τέτοιες εποχές απελπισίας
ο άνεμος πικρίζει τα χείλια μου
οι δολοπλόκοι εμπορεύονται ψυχές
και οι οραματιστές τραβούν τα δίχτυα τους
άδεια από την θάλασσα των ανθρώπων.
⸙
ΚΥΚΛΟΣ, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
Το ηλιοβασίλεμα ένα κλισέ, και τώρα όλα μας τα ποιήματα
σημαίνουν πως δεν χάσαμε τη φωνή μας. Κλεισμένα
σ’ έναν κήπο ηλιόλουστο –πάντα ζεστό– ακούγοντας
προσεκτικά το θρόισμα των φύλλων
να παρασύρονται να πέφτουν/συμφωνική σπουδή.
Η παλίρροια έφαγε τη σοδειά μας και ο σκληρός άνεμος
έδιωξε τα ζωντανά μας / ατελέσφορα
ιδιώματα/
όπως σε φωτογραφία / και ο ύπνος είναι ειρήνη, και η μέρα
σκατώνει τη λήθη / μουχλιάζουμε σε τόπους ξεχασμένους.
Όταν η νύχτα βρίσκεται μεσοστρατίς, η θυγατέρα της ευσπλαχνίας
κοιτάζει τους ημιθανείς με θλίψη
γαλήνια / δεν θάχει τίποτε άλλο πάρεξ πέτρα
και αχνάρια σε σκόνη ιερή, και ηλιοβασίλεμα
όλα μαζί ένα χαϊκού
⸙
ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΑΥΤΟ
Στον παγερό καιρό
Η παγερή πόλη η παγερή
Καρδιά ενός ανελέητου κάτι όπως η απάθεια
Να είσαι ποιητής στην Αυστραλία
συνιστά την υπέρτατη δέσμευση.
Όταν σε έχουν πετάξει έξω από το όχημα
Γιατί μίλησες ειλικρινά ή ψιθύρισες ποιήματα
Και το κενό δεν είναι αυτές οι ασάλευτες
Ατέρμονες πεδιάδες αλλά η γνώση πως είσαι απόλυτα
Μόνος σε μιαν έρημο γεμάτη από ξένους
Και ενώ τα κύματα σε πετούν ανάερα εσένα που ζήτησες
Να βυθιστείς πολύ βαθιά και να αναδυθείς με
Κάτι περισσότερο από νερό στα χέρια σου
Και το νερό το ίδιο είναι άμμος είναι αέρας είναι κάτι
άπιαστο
αντιλαμβάνεσαι πως ό,τι γεύεσαι τώρα τα πρωιά
δεν είναι τόσο πολύ το αίμα όσο η αποτυχία της γλώσσας
και τίποτε καλό δεν βγαίνει από το τραγούδι ή τη σιωπή
τα δέντρα δεν θα σε συγκρατήσουν εσύ απορρίπτεις την απόρριψη
ενώ η υπέρτατη δέσμευση
είναι η επιβίωση
⸙
ΧΙΛΑΡΥ
κάθεσαι σε ένα δέντρο
ο άνεμος φυσάει τα μαλλιά σου
τα κρόσσια σου
τα φύλλα και τη χλόη
πάλλονται θραύσματα φωτός
σ’ όλο το σώμα σου
⸙
ΠΤΕΡΥΓΑ ΨΥΧΑΣΘΕΝΩΝ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ
για την Λίμπυ
Πρώτη μέρα κρύφτηκε στο κρεβάτι
κάτω από τα σκεπάσματα. Έπειτα πήγε να σκαρφαλώσει στον τοίχο.
Την τρίτη μέρα μας είπε μια παραβολή:
«Ήταν ένα ψόφιο σκυλί στον δρόμο. Σάπιζε. Όλοι το νόμιζαν
φρικαλέο.
Αλλά ο Χριστός είπε, «τα δόντια του, είναι τόσο όμορφα.»
Συννεφιασμένη Πέμπτη, στον κήπο
Μάζευε λουλούδια. «Μου αρέσουν οι παπαρούνες», είπε
«φίλοι μου. Έχουνε πρόσωπο. Πίεσε μία στις σελίδες
Του βιβλίου των γλυπτών της. Έβρεχε, καθίσαμε σε παγκάκι
Κάτω από την καρυδιά που τα χρυσοπράσινα φύλλα της βούλιαζαν
Σε υγρό απόγευμα. Νοτισμένα φύλλα χλόης πράσινη μέρα όλα πράσινα
Αυτό το απολυτότατο χρώμα. Αργότερα μιλούσαμε για τον Heine:
Αναρωτιόμουν μέσα μου πως αν παραφρονούν οι ποιητές
Για ποιό λόγο τέτοιο χρώμα θα εξακολουθεί να υφίσταται και πως
αν οι θεοί κάποτε ξεπέσουν και ξεχαστούν
αν θα υπάρχουν ακόμα τότε αθώοι αν θα υπάρχει ακόμα τότε αγάπη.
⸙
ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΙΑ (ΑΡ. 2)
Αλλά ο χρόνος θρυμματίζεται
στέλνει μακριά τους αρχαίους θεούς—
σατί, ισαδώρα, γιεσένιν, θαύματα φωτός
σε ένα δάσος πενήντα ευρώπες παλαιό, όλα χαμένα
σε ένα παρελθόν ανάγλυφο˙
μια απουσία γήτευσης,
ούτε η μουσική δεν γεφυρώνει τέτοιο χωρισμό.
Μορφές σε βάζο αρχαίο
χορεύοντας σε τόση απόσταση
μέσω αβυθομέτρητης ακινησίας
ακίνητες ακόμα και για την σιωπή.
⸙
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΡΕΛΑΣ ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
φύσα στον καθρέφτη
λαμπρύνοντας τα χρώματα
κάθε προσώπου που είναι μόνο
γαλάζιο οι μικρές φλέβες
σαν βασιλικές αρχαίες θάλασσες
και κίτρινη
άμμος ο ήλιος ή ρυτιδωμένο νερό
στα μάτια κοιτώντας
άνθρωπος στον καθρέφτη κοιτώντας
άνθρωπος στον καθρέφτη κοιτώντας
άνθρωπος στον καθρέφτη
ή κουρέλια καμωμένα κούκλες
κουρέλια καμωμένα κούκλες
κούκλες κουρέλια
στην ομίχλη
ό,τι υπάρχει εξατμίζεται
⸙
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΡΕΛΑΣ ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Κοιτάζαμε έξω από το παράθυρο
ταραχή βυσσοδομούσε πέρα εκεί
ένα φύλλο γυαλιού μας χώριζε
αλλά έσταζε κι εκείνο
ρούφηξαν τον αέρα
τρέξαμε πίσω τους στον κατήφορο
φωνάζοντας Έι ελάτε πίσω ελάτε
πίσω με τον αέρα μας
Ποιοι νομίζετε ότι θα ζήσουν
σε ένα σπίτι χωρίς αέρα, ψάρια;
⸙
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΡΕΛΑΣ ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
μη με Βρανδεβουργείς εμένα
κοντσέρτο κανένα!
⸙
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΡΕΛΑΣ ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ
δεν θέλω
να σε
φρικάρω ίαν
αλλά κάποιος
είναι κάτω
από το κρεβάτι
⸙
ΠΡΩΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
κύριε
βοήθησέ μας μέσα
στην καινούργια μέρα
εμάς που δεν μπορούμε
να βοηθήσουμε τον εαυτό μας
εμάς που ίσως δεν θα τα
βγάλουμε πέρα μόνοι μας.
1.Χ. 72 5.18 π.μ.
Κυριακή πρωί. Πτέρυγα Μ, Νοσοκομείο Καμπέρας
⸙
ΠΕΤΩΝΤΑΣ
πετούσα πάνω από το σύδνεϋ
πάνω σε σκύλο γιγάντιο
τα πράγματα δεν έβαιναν καλώς
⸙
ΣΚΛΑΒΟΠΑΖΑΡΟ ΜΕ ΑΟΡΑΤΗ ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΒΟΛΤΑΙΡΟΥ
ΠΟΥ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΕΚΛΗΦΘΕΙ ΩΣ ΧΑΪΚΟΥ
κατά το ένατον έτος
της αυτοσυγκέντρωσής του
ο μύστης χασμουρήθηκε
⸙
ΕΔΑΦΟΣ ΜΗΔΕΝΙΚΟ
ξύπνα
κοίτα γύρω
απομνημόνευσε τι βλέπεις
αύριο ίσως χαθεί
τα πάντα ρει. Κάποτε
δεν θα υπάρχει παρά μόνο αυτό το απομνημόνευμα
ούτε θα υπάρχει κάποιος να το θυμηθεί.
προχώρησε
όπου και αν στέκεσαι πρόκειται για έδαφος μηδενικό
ένας κινούμενος στόχος τόσο δύσκολος να στοχευτεί.
⸙
ΑΝΑΛΗΨΗ
Χωρίς βαρύτητα
Σπουδή χρόνου
Ξεκίνα οριζοντίως
Πάνω σε επίπεδα φωτός
Ξυπνώντας ανάμεσα σε άδεια κουτιά
Κάπου στον υπόνομο
Σκαρφαλώνοντας πάνω στο οδόστρωμα
Χρησιμοποιώντας τα μάτια σου σαν σκάλες
Για να αιχμαλωτίσεις κάθε οροφή.
Έπειτα άρπαξε ένα αγριοπούλι, κάτι ελεύθερο,
Ακόμα κι έναν γλάρο. Ψηλότερα από το Έβερεστ
Πετάς ώρες βροχερές μέσα σε χάσματα ουρανών χωρίς ανάσα
Απρόσληπτα μακριά από τους συγχρόνους, που εθισμένοι στα θαύματα
Της επιστήμης, δεν ατενίζουν πλέον τον ουρανό.
Μόλις ανέλθεις σε έναν κόσμο
Πες σε όσους ρωτούν ότι δουλειά σου είναι ο χώρος της τέχνης.
Δίδαξέ τους ότι πετώ σημαίνει
Βραδεία άνοδο από τον βυθό, τον μέγα βυθό, με το όραμα
Ενός άσαρκου αγίου, όπως ο Εωσφόρος, όμορφο σαν κι εκείνον,
Αλλά ακόμα με την αύρα της απόστασης και της αντίληψης
Που τον απομονώνει από τα αρπακτικά.
⸙
ΤΖΟΝ ΦΡΑΝΣΙΣ ΝΤΡΑΝΣΦΙΛΝΤ
Ζωή
Εξευγενισμένη από πάθος
Είναι τέχνη
Δεν υπάρχουν καλλιτέχνες
Μόνο όσοι αγαπούν
Όσοι υποφέρουν
Περιβάλλονται
Από φως
Για τον πατέρα μου
Που πέθανε απόψε
26-11-1971
⸙
CLOUDS HILL
Για την Κάθυ
ευφορία
χαμόγελο Βούδα
ελαφρά
διεγερτικά –βροχή, μουσική,
εκείνη διασχίζει το δωμάτιο
διασχίζει τον κόσμο
γράμμα σήμερα
γραμμένο σε πέταλα
ευτυχία αγάπης
στοιχεία γαλήνης
αλλά να –η γαλήνη είναι
αποδοχή, η αποδοχή
συμβιβασμός, ο συμβιβασμός
ήττα
⸙
ΗΣΑΪΑΣ (ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ, 3: 4)
Κάλλιστον το λιμοκτονείν
το εκμηδενίζεσθαι, διαλυόμενος
σημασιακώς σε ένα σημείο φωτός
αδιόρατο σαν απόμακρο άστρο, μια φωνή
μόνο να είσαι μέσα στο πολυπληθές άπειρο·
όπως όταν σε κόσμο πολύ ξεχωρίζουμε
εκείνον που μιλάει σιγανά, που μόλις ακούγεται,
και όλες οι λέξεις του είναι ποιήματα και οι αλήθειες του
φιλοσοφίες. Ή, λιγότερο, μιλώντας ένδον
χωρίς εκφορά καμία, απεκδυόμενος τίτλους,
γίνεσαι πραγματικός, όσο πραγματικοί είναι οι σκελετοί·
οστά γεγυμνωμένα πλέον από σάρκα· ασκητισμός.
όπως ο Μιλαρέπα, πίνοντας σούπα από τσουκνίδες
ψάλλοντας ύμνους στους ληστές που ροβολούσαν που
ουσιοποιήθηκε σε μια κουκίδα φωτός.
⸙
ΕΞΙ ΜΗΝΕΣ
Για την Πώλα
Αχνός τσαγιού
Η δόση
Και μια καλή
Ανάπαυση
Ο γιατρός μου δίνει
Έξι μήνες ζωή
Θα τους ξοδέψω
Μένοντας ακίνητος
Πίστεψε θα δω
Λίγο ακόμα τόπο
την αγάπη που δεν καθυστέρησε
⸙
ΨΥΧΟΠΛΑΚΩΜΑ
Ι
Περισσότερο δεν δυνάμεθα
Να μείνουμε σε τέτοιο μέρος
Το προσωπικό αδιαφορεί
Τι κι αν ουρλιάζουν οι άρρωστοι
Σκοντάφτουν όλοι μαζί με δάκρυα
Στο τέρμα της αντοχής τους
Τι κι αν πεθαίνουν οι άρρωστοι
Το σοκ συνεχίζεται
Μόνο μια ηλιοκτόνα μειονότης
Βιβλική χάνεται
η θεραπεία μας είναι κυνήγι
μαγισσών στο σάλεμ
ο ήλιος κλονίζεται
στον ουρανό των ημερών μας
οι αγρότες ίσως αποκαλέσουν το φαινόμενο
καιρό του μίδα χρυσό λαμπυρίζοντα
ηθοποιό
που καθυστερεί
προσδοκώντας φιλοδωρήματα όταν
πλέον δεν μπορούμε να περιμένουμε
ΙΙ
Η γέφυρα της λίμνης είναι
χαμηλή πολύ για να πηδήξεις
να πέσεις τριάντα πόδια
και να κολυμπήσεις στη στεριά
είναι σχεδιασμένη για τέτοια
ενδεχόμενα στην πρωτεύουσα της αυτοκτονίας
αν φαίνομαι εμμονικός
με τον θάνατο
είναι μόνο γιατί
έχει γίνει ο θάνατος σκιά μου
δεν χρειάζομαι αυτοκτονία
να με αποτελειώσει ούτε φίλους
το σώμα
δούλεψε εντατικά
και καταστρέφει τον καρκινικό του εαυτό
το μόνο που έχω να κάνω
είναι να σεργιανάω τα πατώματα
και να παρατηρώ και να περιμένω
⸙
[ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΝΕΚΡΟΣ]
Δεν είμαι νεκρός
βέβαιος για τα ποιήματα
η ζωή μοιάζει
να υστερεί σε κάτι
ενόσω μεταφράζεται
⸙
Γ.Σ. ΜΠΑΧ
αυτή η μουσική μου λέει
περισσότερα από τις εφημερίδες και την ιστορία
δημιουργικότης
μια συνήθεια ξεχασμένη
αφυπνισθείσα εν χρόνω
εγκαίρως
όλη η κίνηση κατά μπρός
και όπισθεν παύει ενόσω
συνθέτεις διάλογο για φλάουτο και όμποε
όλων των βασιλέων οι ίπποι
⸙
ΠOIHMA ΒΡΟΧΗΣ
τρεις μέρες βροχερές: οικουρώντας
το μυαλό διατρέχει μερικά
αιώνια μυστήρια
γυαλίζοντάς τα ελαφρώς: εκτός σπιτιού
προσέχει πως
και ο πλέον σωματώδης άνθρωπος μοιάζει ισχνός
ευάλωτος προσπαθώντας να κρατήσει στεγνό
ένα καρβέλι φρέσκο ψωμί
⸙
SURREXIT DOMINUS
ολημερίς περιπλανιόμαστε παντού, μέσα από τοίχους αχρείαστους, καθείς εξ ημών
περίκλειστος μαυροφόρος… χρήσιμος, ή προσευχόμενος, με ένα
τάγμα νεφελωμάτων και το ορθό τίμημα της εμπλοκής.
καθείς κολυμπώντας
στα δικά του βάθη, κολυμπώντας παρασυρόμενος: ο πνιγμός
συνέβαινε τη νύχτα. ενίοτε, ωστόσο, η νύχτα
ήταν ένας μήνας μελανόχρωμος, μια εποχή κουκουλοφόρα. ώρες φωνών υψώνονταν
πέρα από τα ανθρώπινα κελύφη γίνονταν φύλλα μαυσωλείου
νυχτοπεταλούδες
σε πετρωμένο κήπο. η παγερή ποίηση των ψαλμών, τα χάσματα,
πάνω μας ξεπλυμένα και διαβρωμένα. είδα τον νου σαν νησιά
που οι γλυκιές ή όξινες παλίρροιες ενίοτε κατέκλυζαν, αφήνοντας
ναυάγια παλαιών ιδεών, κινούμενη άμμο, δείχνοντας
τον τόπο
τελειωμένο σαν σάπια δόντια που μεγαλώνουν, φθαρμένα ή πλημμυρισμένα
πάνω από τα ανώφελα αναχώματα της πίστης. αιώνες βουβοί βουλιαγμένοι
εκπρόσωποι ήτανε μάτια που τα τρομερά κατηγορώ τους γυάλιζαν σε
βουβούς
βυθούς. εν τέλει, η θάλασσα στοίχειωσε καθ’ υπερβολήν γι’ αυτούς. απαλά,
παρασύρθηκαν μακριά, σε ένα λιωμένο μεσονύχτι, μα έμειναν
σθεναροί,
τραγουδώντας, περπατώντας επί των υδάτων, επί νεκρών ωκεανών.
⸙
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΙΝΗΣΕΩΣ
το σπίτι στέκεται μονάχο στο αλώνι.
ο άνεμος φυσάει μοναχός του. λόφοι
ένα ρυάκι ρέει σιωπηλά. πουλιά φτερουγίζουν
ένα λαμπερό σύννεφο πάνω από δέντρα χλωρά.
Στις παλιές ξερολιθιές, ο ήλιος μόλις ισορροπεί, κατρακυλάει,
πέφτει ανάμεσα στους λόφους. Το φεγγάρι στέκει μοναχό του.
βόδια περπατούν πάνω στον λόφο, τα βλέμματα κλειδωμένα, λικνιζόμενα
κατά το βάθος απ’ όπου ο ήλιος ανέρχεται τη νύχτα, από
κορφή σε κορφή. οι τοίχοι στέκουν, αρμοσμένοι, κίτρινα μάτια,
εγκαταλείπουν τα παράθυρα, μαύρα δέντρα, στάχτες πτηνών, το υπαρξιακό
φεγγάρι.
ο χρόνος στέκει μοναχός: και από το τοπίο
γελάδια, έπιπλα και σπίτι αποχωρούν.
πέτρα, ποταμός, φεγγάρι. δέντρων κορυφές.
Μοναχά τους σαν να μην είχαμε παρουσιαστεί.
⸙
ΑΠΟΓΕΥΜΑ
για τον Rodney Hall
σκαρφαλωμένος
στην κορφή
είδα
πως ψηλότερα δεν υπήρχε
μπορούσα να φύγω
και η όραση έπεφτε
μακριά τόσο
ψηλά τόσο
πύργος της βαβέλ
βαβυλώνα
ο απαγχονισμός
⸙
ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ
Παπούτσια, γραβάτες, μαντήλια, παράδοξες λεπτομέρειες να θυμάσαι
τέτοιες στιγμές. Αποχωρώντας για έσχατη φορά
για το μακρύ ταξίδι προς τη μοναξιά.
Το παρελθόν πλημμυρίζει τριγύρω, και δεν υπάρχουν μνήμες
απόδρασης, μεγάλες σαν παγόβουνα, μισοβυθισμένες
επιπλέοντας ωστόσο πάνω στη φρικαλέα συνείδηση.
Το παρελθόν και το μέλλον ταυτίζονται, το παρόν
μια αγωνία τεράστιας αποστασίας
απ’ όλη τη ζωή σου μέχρι τώρα. Ετοιμάζοντας να φύγεις
στοιβάζοντας εποχές αγαπητικές σε μια σκονισμένη βαλίτσα
πετάς κατά τον ουρανό και μέσα σε μέρες εκατό
που θα γίνουν ένα εντατικότερο καθαρτήριο.
Τι θα έχει μείνει αφού μια άλλη αγάπη
θα ʼχει μεγαλώσει και φύγει και διαλυθεί σε ημερολόγια
γεμάτα από λήθη χαρούμενη που αφαιρεί
κάθε συνέχεια από την πραγματικότητα και από
τους παραισθησιακούς ρόλους που αποκαλούμε ύπαρξη;
⸙
ΣΤΟΥΝΤΙΟ
η πραγματικότητα σε πλημμυρίζει
τα μάτια γεμίζουν από περιστάσεις
έναν τόπο μια εποχή μια παραίσθηση
βλέπεις τί υπήρξε πριν από σένα
τίποτε άλλο
το παρόν είναι άκρως παρόν
έτσι η τέχνη γίνεται περιβάλλον
και η τέχνη περιρρέουσα παρουσία
τα μάτια γεμίζουν από την ιστορία της όρασης
ό,τι δημιουργείς είναι ό,τι βλέπεις
και σύντομα βλέπεις μόνο ό,τι έκανες
το ημερολόγιο σου είναι να κοιτάς τριγύρω
⸙
ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΛΕΓΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΟΓ.
συνήθιζε να ξεπετάει
τρία πέντε έξη
βιβλία ημερησίως
τώρα αδυνατεί να διαβάσει
περισσότερο από
ένα σύντομο ποίημα
ή ένα άρθρο
φταίνε τα
φάρμακα
συμβαίνει σ’ όσους κατέρχονται εδώ
το ίδιο έγινε
στο ντάρλινχερστ
μήνες πριν
πριν το τελευταίο μου
ατύχημα
απρίλιος
πράγματι
γράφω
αδυνατώ να αναθεωρήσω
όλα υπηρετούν κάποιο σκοπό
⸙
ΗΡΩΙΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗΣ
Δώρο φθινοπώρου. Παράξενο,
πώς ζούσε έξω από μένα κάποτε, όλος αυτός
ο κόσμος. Του επέτρεψα να εισέλθει. Νόμισα
πώς τα μάτια ήτανε παράθυρα, κάτοπτρα.
Διάτρητη είναι όλη η ζωή
Τίποτε δεν πρέπει να κρατηθεί έξω. Δέρμα, αισθήσεις,
Κοιλώματα –οπές, όλες, πορώδεις.
Διακτινίζομαι
γαλάζιοι πελαργοί πλανιούνται, επιπλέουν
εντός μου αναπότρεπτοι. Περπατώντας μέσα από φράχτες
χρυσοπράσινους, κίτρινους, πέφτοντας
κάτω αγγίζω, πλένομαι
εύθραυστα φύλλα πεσμένα σε μονοπάτι, σαν βλήματα.
Μια σειρά πουλιών συντάσσει
εγκάρδιες σοβαρές εκστρατείες δια των
ποιητικών επόψεων των ημερών. Έχουμε
ζήσει στη φωτιά για καιρό.
Ο Ρόμπερτ, Φράνσις, ο Άλλεν, οι πεθαμένοι
Φίλοι τόσο κοντά σαν σκέψη. Είναι
Μέσα μου, δεν μετανοώ.
Ο Τσαρλς είναι φυλακή, ο Τζον
Δικάζεται σήμερα. Τους συνάντησες,
Αστειεύτηκες μαζί τους, αδέλφια,
Πέθανες μαζί τους, επέζησες
Στο επέκεινα. Τη μέρα που πέθανε ο πατέρας μου
Ήταν τόσο διάφανος. Πλήρωσε τους λογαριασμούς
Έπλυνε, τηλεφώνησε
Να αποχαιρετήσει. Είναι εντός μου
Τώρα. Ήταν πιθανώς ανέκαθεν.
Γεωργώ αλώνια ομίχλης
Μόνος, αγκαλιάζοντας τα πάντα, μέρος
Του όλου, μέρος από εσένα. Αν
Σκοτώσεις ένα δέντρο, μια μύγα,
Δεν νομίζεις πως αυτοκτονείς;
Το χρήμα είναι άχρηστο εδώ. Εισπνέεις
Βροχή, ήλιο, ποτάμι και αέρα
Από βάτα, τί τρως άραγε;
Και η ποίηση, η τέχνη, το θέατρο
Είναι ζωή, ζωή. Στοργή
Πέρα από τις αξιώσεις του έρωτα.
Οι μέρες με φθείρουν απαλά, με ύπνο, με αγάπη,
Αρρώστια, μοναξιά, είναι όργανα
Κι εγώ πρέπει να βρω
Ποιος είναι ο σκοπός τους.
Έκσταση της αναμονής, όπως αρμόζει,
Σπέρμα στου παππού μου στου δέκατου ένατου
αιώνα την πράσινη χώρα.
⸙
ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΠΤΗΝΟ
Είναι πουλί παράδοξο
Αυτός ο κόσμος
Ποιος συνηθίζει έτσι να
Μάχεται τον εαυτό του
Ποιανού η δεξιά φτερούγα
Και η αριστερή
αλληλομάχονται
Με τόση εχθροπάθεια
Αμφότερες στο πλευρό
Του δικαίου και της βίας
Που το μακρύ της ράμφος
Καταπίνει τους φτωχούς
⸙
Η ΒΙΒΛΟΣ ΩΣ ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ
σε άγριους καιρούς
σαν τους δικούς μας
όσοι «προνομιούχοι» έχουν εξουσία
τη νέμονται αδίστακτα
η απληστία μόνο τους καταστρέφει
ή η βλακεία τους
οι σοφοί
τους απορρίπτουν
απορρίπτουν τις παγίδες και
απαρνιούνται την εξουσία και η εξουσία
τους ακολουθεί τους παρακολουθεί με
τα χιλιάδες μισθωμένα μάτια της
η εξουσία μισεί
όσους διαβλέπουν μέσα από
μηχανισμούς αρνητικότητας
φοράει λευκό κολλάρο
μιλάει για τον θεό
πάει εκκλησία κάθε Κυριακή
σέρνει τον θεό σε πόλεμο
ή δεν φοράει κολλάρο
αλλά ένα αστέρι
και είναι θεός κι αυτό
που εξόντωσε εξήντα εκατομμύρια
για να κρατήσει τον θεό αγνό
σκοτώνει τους ανάξιους
όλους τους φτωχούς ή τα
πρεζόνια ή όσους θέλουν ελευθερία
έχω βρεθεί στις φυλακές τους
έχω μιλήσει με τους ηγέτες τους
υπάρχει μόνο θάνατος στην καρδιά τους
μεγάλη άγνοια μεγάλη
———
ο χρόνος δεν θα
μας απελευθερώσει
ούτε η καφετιά
σκόνη που αναπνέουμε
θα σπάσει την αλυσίδα τους
ούτε η αλήθεια
θα σπάσει την αλυσίδα τους
ακούν
αφουγκράζονται τα αιτήματά μας
θεσπίζουν νόμους εναντίον μας
και η εξουσία οδηγεί στην εξουσία
όχι στη δικαιοσύνη
υπάρχει θάνατος στα βιβλία τους
θάνατος στις νομοθεσίες τους
εξουσία στο μυαλό τους
κοίτα
εκεί ψηλά ανάμεσα στους πύργους
το γαλάζιο διάστημα
που λέγεται ουρανός
ή αποκάλεσέ το ελευθερία
και ψάξε για λίγο και έλα πίσω σπίτι
με άδεια χέρια
αλλά αν δραπετεύαμε
πηγαίναμε στα δάση
αφήναμε τα πάντα να συμβούν –τότε
θα βρισκόμασταν εκτός
θα ζούσαμε εναλλακτικά
αφήνοντάς τους φιλήσυχους στα
ψέματά τους
αν μας ακολουθούσαν
θα τους συναντούσαμε εν ειρήνη
θα τους δίναμε αγνά λαχανικά
ένα καλάθι μήλα να πάρουν σπίτι
χωρίς να παζαρέψουμε μαζί τους
κρύψε τα σκευάσματά σου
–δέκα χρόνια για τσιγαριλίκι–
ανάλυσε την θεωρία περί άστεως
σε χαμογελαστά μωρά που
θα τους υπερβούν με καλοσύνη
η μόνη δύναμη
βρίσκεται στη θέληση
αναβλύζει ένδον
τι συμβαίνει τότε; οι αδριάντες
των εξουσιαστών
γκρεμίζονται πάνω τους

