Απόγευμα φθινοπώρου. Το μυαλό της γεμάτο λέξεις. Μεταφράζει λέξεις που της προκαλούν ναυτία από την ομορφιά και την ασχήμια τους –είναι 30 Σεπτεμβρίου. Παγκόσμια Ημέρα Μετάφρασης. Τύχη κι αυτή…
Ετοιμάζει μια ζόρικη παράσταση. Λέξεις που στροβιλίζονται κάθε λεπτό της μέρας μέσα στο κεφάλι της.
Όχι, δεν γράφει. Αυτές οι λέξεις μπορούν να περιμένουν. Το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να καθίσει στα αυγά της, δηλαδή στο σπίτι, δηλαδή στο καταφύγιό της. Η έξοδος της έλειπε…
Μια πρόσκληση, η ζωή και η τύχη, την κάνουν να πάρει τα πόδια της και να φτάσει στο κέντρο της Αθήνας. Με τα πόδια, φυσικά, μπας και καθαρίσει το μυαλό.
Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης. Στην ταράτσα του Ινστιτούτου Θερβάντες. Αχ, αυτή η ταράτσα, πόσα ξέρει, πόσα έχει δει, πόσα έχει ακούσει. Τη θυμάται από φοιτήτρια, τότε που τα μαθήματα των ισπανικών ήταν βόλτα στο λούνα παρκ –κι ας μην τόλμησε να κάνει όλη τη βόλτα. Αργότερα είδε εκεί μια ταινία. Πολύ αργότερα, έκανε εκεί παράσταση αφήγησης μικροδιηγημάτων. Ιούνιος ήταν. Εκείνος ο καταραμένος Ιούνιος.
Γιατί την ξύνει συνέχεια την πληγή; Μάλλον για να μην κλείσει ποτέ.
Και, απόψε, τι; Έφτασε εκεί για ν’ ακούσει ποιήματα; Μάλιστα…
Λες και δεν έφτανε το ξύσιμο, ρίχνει και αλάτι στην πληγή.
Η φύση ξέρει. Και η φύση αποφάσισε να ψιχαλίσει. Πάει η ταράτσα. Τα ποιήματα θ’ ακουστούν μέσα. Κανείς δεν θέλει να βραχεί – πόσο μάλλον όταν είναι ήδη μούσκεμα. Στην ταράτσα θα κρυβόταν. Μέσα, όμως, τι γίνεται;
Ευτυχώς στον χώρο υπάρχουν μερικά πρόσωπα αγαπημένα. Ευτυχώς. Κάθεται πίσω-πίσω, αλλά τελικά βρίσκεται στη δεύτερη σειρά –της το προτείνουν κι αυτή υπακούει.
Θα μείνει για λίγο. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Βρίσκεται συνέχεια ανάμεσα σε κόσμο, όμως δεν είναι πάντα εύκολο. Πέντε λεπτά; Δέκα λεπτά; Μισή ώρα το πολύ.
Αρχίζει η βροχή, αρχίζουν και τα ποιήματα.
Ακούει. Και, τι παράξενο, δεν κουνιέται στη θέση της. Είναι (σχεδόν) ήρεμη. Σαν νεράκι κυλούν οι λέξεις των ποιητών. Το πιο παράξενο είναι ότι όλοι δείχνουν γήινοι –όχι ότι δεν αγαπάμε τους εξωγήινους.
Και, ξαφνικά, ακούγονται κάποιες λέξεις που κάνουν την καρδιά της να χτυπήσει πιο γρήγορα. Κάνει ό,τι μπορεί για να τις ακούσει, πρώτα στα ισπανικά και μετά στα ελληνικά, χωρίς να χάσει ούτε μία από αυτές.
Πάει πολύς καιρός. Αυτό τής συμβαίνει κυρίως με ιστορίες. Τις ακούει, τις διαβάζει και, όταν κάποια από αυτές τής κλείσει το μάτι, νιώθει την ανάγκη να τις μοιραστεί. Με το στόμα και την καρδιά. Έτσι λέει πάντα.
Διηγήματα, μυθιστορήματα, μικροδιηγήματα, βιογραφίες, δοκίμια, τραγούδια. Ναι, και ποιήματα μερικές φορές, που συνήθως παίρνουν δεύτερο, συνοδευτικό ρόλο δίπλα σε μια ιστορία.
Αυτό το ποίημα, όμως… Έκανε την αφηγήτρια να φουσκώσει σαν μπαλόνι (σαν το μπαλόνι της Ζένιας, για να είμαστε ακριβείς). Μόλις ακούστηκε και στις δύο γλώσσες, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν ότι ήθελε να το αφηγηθεί. Όχι σαν κομπάρσο. Τον πρώτο ρόλο θα του δώσει.
Ήταν που η ανάγνωση ήταν τόσο ζωηρή, τόσο έντονη; Ήταν η στιγμή; Ή μήπως το πρώτο κομπλιμέντο που της είχε κάνει ένας άλλος ποιητής, αυτός που μαζί του περπάτησε τη ζωή;
Έχεις ωραία μάτια και τρελά μαλλιά.
Ευχαριστεί στα γρήγορα για την πρόσκληση και παίρνει τον δρόμο της επιστροφής –με τα πόδια, εννοείται, και μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, που ξεχνάει να το πιει και απλώς το κρατάει σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Το κρασί τής έλειπε…
Όσο δειλή κι αν είναι στη ζωή της, τόσο τρελή είναι σε ό,τι έχει να κάνει με τη δουλειά της. Άλλωστε τι έχει να χάσει; Μόνο το ίδιο το ποίημα, αν ο ποιητής και ο μεταφραστής αρνηθούν το αίτημά της.
Μερικές μέρες μετά, στέκεται τυχερή. Το ποίημα φτάνει στα χέρια της μέσα από την οθόνη. Δεν διστάζει. Το βάζει στο σπίτι της και το αγκαλιάζει. Οι δυο τους γνωρίζονται, τόσο όσο πρέπει και αρμόζει.
Μένει να δοθεί η αφορμή. Και δίνεται. Μια παράσταση που ετοιμάζεται καιρό χωρίς να ετοιμάζεται. Και το ποίημα εκσφενδονίζει στο πουθενά μία από τις ιστορίες. Βολεύεται στη δομή της παράστασης, δίπλα στο πιο γλυκό τίποτα –πού αλλού θα μπορούσε, άλλωστε;
Δεν ήταν εύκολο να δέσει το γλυκό. Αυτό δεν συμβαίνει με όλες τις σχέσεις; Η αφηγήτρια και το ποίημα ήρθαν κοντά, τα βρήκαν, τα έχασαν όλα, τα βρήκαν από την αρχή, μέχρι που δέχτηκαν η μία το άλλο και, τελικά, αγαπήθηκαν βαθιά.
Οι λέξεις πλημμύρισαν την αφηγήτρια, το σπίτι-καταφύγιο, τους δρόμους, όλο της τον κόσμο.
Κι ένα βράδυ έφτασαν και σε άλλους, ανάμεσα στη μυρωδιά του μελισσοκεριού και του αργοπορημένου χειμώνα.
Το ποίημα ακούστηκε. Και αυτοί που το άκουσαν το καλοδέχτηκαν. Όπως καλοδέχονται τις ιστορίες. Ιστορία δεν είναι κι αυτό;
Τα ποιήματα έχουν βάρος, λένε. Στην πραγματικότητα, όμως φτεράκια είναι οι λέξεις τους. Αρκεί να τις αγαπήσεις.
Λίγο καιρό μετά, η αφηγήτρια και το ποίημα είναι ακόμα μαζί. Αξεχώριστοι.
Για πόσο; Για όσο. Τουλάχιστον για όσο η αφηγήτρια θα ζει μέσα από τις λέξεις του, και το ποίημα μέσα από τη φωνή της.
γι’ αυτό σας λέω:
να μην εμπιστεύεστε ποτέ μιαν αγάπη που δεν σας ξεχτενίζει.
⸙⸙⸙
[Με αφορμή το ποίημα «Πραγματεία για τα μαλλιά» του Ρολάντο Καττάν, που ακούστηκε στη διάρκεια του 11ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών.]

