«Ο θάνατος είναι ένα πρόβλημα των ζωντανών. Οι νεκροί άνθρωποι δεν έχουν προβλήματα. Μεταξύ των πολλών πλασμάτων αυτού του πλανήτη μόνο για τους ανθρώπους ο θάνατος είναι ένα πρόβλημα. Το κοινό με τα ζώα είναι η γέννηση, η ασθένεια, η νεότητα, η ωριμότητα, το γήρας και ο θάνατος. Ωστόσο, ανάμεσα σε όλα τα ζωντανά πλάσματα, μόνοι οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν· μόνο αυτοί μπορούν να προβλέψουν το τέλος τους, έχουν επίγνωση πως είναι πιθανό να έλθει ανά πάσα στιγμή και λαμβάνουν ειδικά μέτρα –ως άτομα και ως ομάδες– για να προστατευτούν από τον κίνδυνο της εκμηδένισης»[1].
Πριν από λίγες ημέρες, έφυγε από τη ζωή η Μυρσίνη Ζορμπά. Πέραν ενός άκρως συγκινητικού σημειώματος που άφησε, είχε ζητήσει να γίνει πολιτική κηδεία. Στο σημείωμά της, η εκλιπούσα έγραφε μεταξύ άλλων: «Ο θάνατος έχει πολιτική και πολιτισμική διάσταση. Δεν είναι πέρασμα, είναι μαθητεία. Δεν είναι ατύχημα, συγκινησιακή απώθηση ή συντριβή. Είναι συναισθηματική αγωγή. Είναι η πιο απαιτητική κοινωνική αλληλεγγύη, είναι μια χρήσιμη εναλλακτική γραμματική της ζωής, που μπορεί να μας μαθαίνει ποιοι ζουν δίπλα μας και πώς να τους αγαπάμε εγκαίρως. Μια πολιτική οικονομία ανθρώπινης συμβίωσης που αντιστέκεται στον ναρκισσισμό, τη μοναξιά, τον φόβο, τον πανικό και κατοικεί την κουλτούρα της καθημερινής ζωής». Αυτές οι φράσεις, σε συνδυασμό με την όλη τελετή της πολιτικής κηδείας που ακολουθήθηκε, οδήγησαν στον παρακάτω προβληματισμό που γέννησε το κείμενο που παραδίδω στον αναγνώστη.
Μήπως τελικά, όλοι, πιστοί κάποιας θρησκείας ή μη, εκείνοι που πιστεύουν στο όποιο «μετά» και εκείνοι που υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει τίποτα μετά το πέρας του βίου, είναι τελικά, ανεπίγνωστα μεταφυσικοί;
Ο Kieran Setiya, αναφέρει ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα, θέτοντας το ερώτημα του τι είναι αυτό, αν υπάρχει κάτι, που καθιστά λογική την τόσο διαφορετική αντιμετώπιση τής μετά θάνατον και της προ της γέννησης ανυπαρξίας, που καθιστά τη μία ως πηγή αγωνίας που μας παραλύει και την άλλη ως απολύτως αδιάφορη.
«Όταν ο γιός μου, Ιλάι, είχε μόλις κλείσει τα τέσσερα, επισκεφθήκαμε τα πεθερικά μου και του έδειξα μια φωτογραφία της γυναίκας μου μωρό. Ακολούθησε ο εξής διάλογος:
Ι: Αυτή είναι η μαμά όταν ήταν μωρό. Ήμουν κι εγώ μωρό τότε;
Κ: Όχι, δεν είχες γεννηθεί ακόμα.
Ι: Ήμουν μεγάλος ή μαμά;
Κ: Όχι, δεν ήσουν κανένας.
Ι: Τι κρίμα, να μην είσαι κανένας.
Στον Ιλάι η σκέψη της ανυπαρξίας προκαλεί θλίψη, όχι αδιαφορία.»[2]
Διάβασα πολλές φορές το κείμενο της Ζορμπά. Ομολογώ πως δυσκολεύτηκα πολύ να το καταλάβω και εν τέλει μάλλον δεν το κατάλαβα. Πώς ακριβώς ο θάνατος, ο δικός μου θάνατος μπορεί να αποτελέσει μαθητεία και για ποιόν; Για εμένα που αφανίζομαι; Για τους αγαπημένους που μένουν πίσω; Και γιατί τελικά και πώς η ύπαρξη του θανάτου, για κάποιον που αρνείται τη μεταφυσική και το επέκεινα μπορεί να λειτουργήσει ως μια πολιτική οικονομία ανθρώπινης συμβίωσης που αντιστέκεται στον ναρκισσισμό, τη μοναξιά, τον φόβο, τον πανικό και κατοικεί την κουλτούρα της καθημερινής ζωής. Για ποιό λόγο να μην είμαι νάρκισσος, να μη φοβάμαι, να μην πανικοβάλλομαι, αν το πέρασμά μου από αυτόν τον μικρό πλανήτη δεν τον ακολουθεί τ ί π ο τ α;
Ένας αρκετά γνωστός αφορισμός υποστηρίζει πως «σε ένα αεροπλάνο την ώρα των αναταράξεων, δεν υπάρχει ούτε ένας άθεος». Δεν ξέρω αν μπορώ να συμφωνήσω με κάτι τέτοιο. Ξέρω όμως πως, σε κάθε περίπτωση, έστω και ανεπίγνωστα, επαναλαμβάνω, στους ανθρώπους λειτουργεί κάποιου είδους αίσθηση πως κάτι υπάρχει μετά. Ακόμη και αυτό το ίδιο το σημείωμα της εκλιπούσης, αυτό δηλώνει. Διαφορετικά, τι νόημα μπορεί να έχει; Για ποιό λόγο αφήνεις ένα σημείωμα να διαβαστεί, όταν εσύ δεν θα υπάρχεις; Απλοϊκή η σκέψη μου. Ίσως. Αλλά όχι και τόσο.
Πριν από μερικά χρόνια, είχε πέσει στα χέρια μου το βιβλίο της Δήμητρας Λαμπροπούλου, επίκουρης καθηγήτριας Νεότερης Ιστορίας, στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, Γράφοντας από τη φυλακή, Όψεις της υποκειμενικότητας των πολιτικών κρατουμένων 1947-1960 (Νεφέλη, Αθήνα 1999). Πρόκειται ως επί το πλείστον, για γράμματα ανθρώπων ενταγμένων στην Αριστερά, κάποιοι από τους οποίους επρόκειτο να αντιμετωπίσουν, και τελικά αντίκρισαν, το εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν ήταν δύσκολο με τη θεολογική μου παιδεία να εντοπίσω σε αυτά τα γράμματα των οπαδών του ιστορικού υλισμού, σημεία, αγωνίες και ελπίδες, που συναντά κανείς σε αγιολογικά κείμενα και χριστιανικά μαρτυρολόγια. Τα γράμματα ήταν γεμάτα από την ελπίδα αυτών των ανθρώπων πως ο αγώνας και η θυσία τους δεν θα έμεναν αδικαίωτα και πως ήταν επικείμενη τελικά η έλευση μιας νέας, σοσιαλιστικής ή κομμουνιστικής, δίκαιης (;) κοινωνίας, έτσι που ήταν αδύνατον να μη δημιουργήσει κανείς συνειρμούς με την ανάλογη πίστη των πρώτων χριστιανικών αιώνων στην άμεσα επικείμενη έλευση της Βασιλείας των Ουρανών.
Όπως επισημαίνει ο Κωστής Παπαγιώργης, «Κάθε οικογένεια εξακολουθεί να έχει τους «αθάνατους» νεκρούς της τους οποίους, έστω και σε κοινούς βωμούς πια, εξακολουθεί να τιμά κατ’ εξαίρεση. Τιμημένος και αθέατος, ο νεκρός είναι πάντα κοντά μας. Ορατοί και αόρατοι, ζώντες και τεθνεώτες, πυκνώνουν τα κλαδιά του γενεαλογικού δέντρου που έχει βαθιές ρίζες (μέσα στο χώμα) και μεγάλα κλαδιά (στο φως του ήλιου).
Δεν είναι λοιπόν αθέμιτο που, απαριθμώντας όλα αυτά τα ταφικά έθιμα, συγκρίνοντας τα αρχαϊκά ήθη των λαών της ινδοευρωπαϊκής φυλής, ο Fustel de Coulange[3] εντοπίζει την απαρχή του θρησκευτικού συναισθήματος στην προαιώνια σχέση μας με τους νεκρούς:
«Πιθανώς, αντίκρυ στο θέαμα του νεκρού, ο άνθρωπος συνέλαβε για πρώτη φορά την ιδέα του υπερφυσικού και άρχισε να ελπίζει πέραν του ορατού κόσμου. Ο θάνατος αποτέλεσε το πρωταρχικό μυστήριο. Έβαλε τον άνθρωπο στο δρόμο άλλων μυστηρίων. Ύψωσε τη σκέψη του από το ορατό στο αόρατο, από το πρόσκαιρο στο αιώνιο, από το ανθρώπινο στο θείο».
Ο νεκρός, με άλλα λόγια, είναι λίκνο της θρησκείας, κρυφή πτυχή κάθε προσευχής, λησμονημένο σπάργανο κάθε ευσεβούς συναισθήματος».[4]
«Προτού ο πρωτόγονος άνθρωπος ακόμη κατασκευάσει οίκο, φτιάχνει τάφο», υποστήριζε στα μαθήματά του Ιστορίας της Τέχνης στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ ο ομότιμος καθηγητής Μάνος Στεφανίδης.
Αρκούν βεβαίως αυτά τα επιχειρήματα για να στηρίξουν την υπόθεση πως, κατά βάθος, όλοι οι άνθρωποι είμαστε μεταφυσικοί; Πιθανότατα όχι. Άλλωστε ο σκοπός είναι να κατατεθεί ένας προβληματισμός και όχι να καταδειχθεί η αδιαμφισβήτητη αλήθεια υπέρ της μίας ή της άλλης θέσης. Οπωσδήποτε δε, μέσα από αυτό τον στοχασμό, ουδέν αποδεικνύεται όσον αφορά το ίδιο το επέκεινα· ακόμη κι αν δεχτεί κανείς πως όλοι οι άνθρωποι, λίγο ή πολύ, πιστεύουν σε κάποιου είδους μεταθανάτιας ύπαρξης ή κατάστασής τους, αυτό ουδόλως σημαίνει ότι όντως μια τέτοια κατάσταση της ύπαρξης υφίσταται ή μπορεί να υφίσταται. Αλλά παρουσιάζει, πιθανότατα, ενδιαφέρον για τη στάση του ανθρώπου απέναντι στο μυστήριο του θανάτου και, εν τέλει, των τρόπων, που προσπαθεί, θρησκευτικά ή μέσω εκκοσμικευμένων θρησκευτικών τελετών –όπως μπορεί κάλλιστα να είναι, και συνήθως είναι, μια πολιτική κηδεία– να ψηλαφίσει ή να ξορκίσει τον απόλυτο αφανισμό του προσώπου.
Όλα τα παραπάνω βεβαίως, αξίζει να ιδωθούν και μέσα από την οπτική του maître της κοινωνιολογίας του θανάτου, του ιστορικού Philippe Ariès, ο οποίος επισημαίνει με οξυδέρκεια ένα χαρακτηριστικό των περισσότερο εκβιομηχανισμένων κοινωνιών, που είναι το ότι «ο θάνατος έχει πάρει τη θέση της σεξουαλικότητας σαν κυρίαρχη απαγόρευση.»[5] Όσο ο θάνατος –όπως και τα γηρατειά ή η αρρώστια– μετατρέπεται σε ταμπού τόσο πιο έντονες όσο και κατανοητές είναι οι προσπάθειες εξορκισμού του, ακόμη κι όταν μοιάζουν ή θέλουν να μοιάζουν με απόπειρες εξοικείωσης μαζί του.
Σαφέστατα, το θέμα δεν είναι εν προκειμένω αν διέθετε κάποιου είδους μεταφυσική πίστη ή όχι η Μυρσίνη Ζορμπά· το κείμενο που κατέλιπε καθώς και οι τελευταίες επιθυμίες για την εξόδιό της, αφήνουν καθέναν να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ωστόσο, υπάρχει πάντα κάτι που μου δημιουργεί μια απορία στις πολιτικές κηδείες και στις μεταθανάτιες εντολές που αφήνουν πίσω τους, εγκαταλείποντας τις μάταιες φροντίδες του βίου, όσοι δεν έχουν μεταφυσικές αναφορές. Αφού δεν υπάρχει τίποτα, αφού δεν ακολουθεί τίποτα, τι σημασία έχει αν η σορός θα ταφεί, θα καεί, θα δοθεί για τροφή στα όρνεα ή θα καταλήξει ως ανακυκλώσιμη μορφή ενέργειας (κάτι που, παρεμπιπτόντως, συμβαίνει όντως στην ταφή); Τι νόημα έχει να γίνονται όλα όπως θα τα ήθελε ο εκλιπών, αφού δεν υπάρχει πια, αφού ο ίδιος πιστεύει ότι δεν θα υπάρχει, δεν θα μπορεί με κανέναν τρόπο, ούτε ως ψυχή ούτε ως πνεύμα, να «δει», ότι όλα έγιναν κατά το θέλημά του; Αρκεί τελικά ως επιχείρημα το ότι «ο θάνατος είναι μαθητεία»; Απαντήσεις δεν υπάρχουν, σίγουρα όχι εύκολες. Κάποιες φορές δε, η απάντηση πως έτσι θα ήθελε ο μακαρίτης, δείχνει να κουβαλάει τόση μεταφυσική πίστη όσα αποτελέσματα παράγουν στα μαθηματικά οι υποθέσεις που ξεκινούν με το περίφημο έστω ότι.
«Ο θάνατος είναι πρόβλημα των ζωντανών», αναφέρθηκε στην αρχή του κειμένου, σε μια παραπομπή στον Norbert Elias. Ναι, φυσικά. Οι νεκροί δεν πεθαίνουν, αυτό είναι βέβαιο. Από την άλλη όμως, ίσως εκείνος που δεν αφήνει πίσω του κανενός είδους φροντίδες ως προς τα της κηδείας και της ταφής του, και εγκαταλείπει το σώμα του στις φροντίδες των κληρικών και των ιερωμένων, να είναι λιγότερο μεταφυσικός από τον Ηλία Πετρόπουλο που άφησε εντολή οι στάχτες του να ριφθούν στους παρισινούς υπονόμους, σε μια αντεστραμμένη λογική των Φαραώ που συναγωνίζονταν στο ποιός θα χτίσει το πιο επιβλητικό μνημείο-τάφο. Αν μη τι άλλο, ο πρώτος, επιτρέπει στους συγγενείς και τους οικείους του να απολαύσουν το κορυφαίο έργο της ελληνικής ποίησης, που γράφτηκε από κάποιον που δεν ήταν Έλληνας αλλά Σύρος, τα Ιδιόμελα της Νεκρώσιμης Ακολουθίας του Ιωάννη του Δαμασκηνού. Και το να ακούσει κανείς αυτό το υψηλής αξίας ποιητικό έργο, είναι από μόνο του μια μαθητεία, ίσως ανώτερη πάσης άλλης, γύρω από τον θάνατο.
[1] Norbert Elias, Η μοναξιά των ετοιμοθανάτων», Μ. Κοντός – Γ. Μερτίκας (μτφρ.), Κουκκίδα, Αθήνα 2021, σ. 10.
[2] Kieran Setiya, Στα μισά της ζωής, Μ. Γκανά (μτφρ.) Ποταμός, Αθήνα 2017, σ. 153.
[3] Fustel de Coulange, La citè antique, Hachette 1947, σ. 2
[4] Κωστής Παπαγιώργης, Ζώντες και Τεθνεώτες, Καστανιώτης, Αθήνα 1991, σ. 85-86.
[5] Philippe Ariès, Δοκίμια για το θάνατο στη Δύση, Κ. Λάμψα (μτφρ.), Γλάρος, Αθήνα 1988, σ. 188.

