Να διευκρινίσω κάτι, πριν καταθέσω τη σκέψη μου: θαυμάζω απεριόριστα την αναλυτική και ακολούθως συνθετική σκέψη ενός επιστήμονα κοινωνιολόγου, πάντα λειτουργεί ως μάθημα σε μένα. Πάντα εξηγεί και βάζει στη θέση τους σκόρπια κομμάτια και απορίες της διαδρομής μιας κοινωνίας. Ωστόσο δηλώνω απολύτως ανεπαρκής για οποιαδήποτε συνολική θέαση των πραγμάτων. Δεν είναι ο τομέας μου, δεν μπορώ να γενικεύσω ή να ερμηνεύσω την Ιστορία. Με το ζόρι μπορώ να ενώσω τις τελίτσες της διαδρομής του στενού μου περιβάλλοντος. Διότι τα πολιτικά-ιστορικά γεγονότα είναι γνωστά, το πώς τα προσλαμβάνει κάποιος είναι μια άλλη ιστορία, πολύ προσωπική και με διαφορετικές παραμέτρους. Εάν λοιπόν, για οποιονδήποτε λόγο, η προσωπική μου κατάθεση έχει κάποιο ενδιαφέρον, ευχαρίστως να προσπαθήσω να την καταγράψω. Και αν είμαι εκτός θέματος, συγχωρείστε με.
Κρίσιμη απορία: Έτσι συνέβησαν άραγε;… η μνήμη αλλάζει καμμιά φορά τις λεπτομέρειες των βιωμάτων σου. Αλλάζει το χρώμα, τη γωνία λήψης της σκηνής, ακόμα και τις λέξεις. Πορεύεσαι μια ζωή, ας πούμε, με τη βεβαιότητα μιας άρνησης και ξαφνικά, εξήντα χρόνια μετά, σου λέει ο άλλος «μα ποτέ δεν είπα όχι». Και δε λέει ψέματα, μπορεί να έγινε έτσι!
Το ταξίδι προς τα πίσω είναι μάλλον επισφαλές. Από την άλλη, αφού κάποια πράγματα, κάποια γεγονότα, κάποιοι άνθρωποι σε διαμόρφωσαν, η προσωπική ιστορία δικαιώνεται ακόμα και με τη λοξή γωνία λήψης. Μπορεί να διαμορφωθήκαμε έτσι ακριβώς γιατί η ματιά μας ήταν λοξή εκείνη τη στιγμή.
Η γενιά μου μεγάλωσε σε κανονικές γειτονιές, στον απόηχο της φτώχειας και με τη διάχυτη χαρά ότι οι άνθρωποι φτιάχνουν σιγά σιγά τη ζωή τους. Μετά από τους πολέμους και το σοκ του εμφύλιου, άρχισαν να βάζουν τζάμια στα παράθυρα αντί για εφημερίδες (μου το έλεγε περήφανα η μαμά), να αγοράζουν τραπέζι για να τρώνε, να μπορούν μια φορά τη βδομάδα να πηγαίνουν το ταψί με το κυριακάτικο φαγητό στον φούρνο. Το δεύτερο ζευγάρι παπούτσια σε λίγο έγινε εφικτό. Κανείς δεν αισθανόταν μειονεκτικά, όπου έφτανε το μάτι σου και η πληροφόρησή σου έβλεπαν την ίδια ζωή. Αλλά η χαρά ήταν εμφανής μέσα στην κούραση. Τα πάρτι των μεγαλύτερων γίνονταν εκ των ενόντων και είχαν κέφι και χρώμα. Έβλεπα, κρυμμένη κάτω απ’ το τραπέζι, τις μυτερές γόβες των κοριτσιών και τα πορτοκαλί κραγιόν. Κάθε αντικείμενο που αποκτιόταν σε ένα σπίτι ήταν μεγάλη νίκη. Κι όταν ήρθε η τηλεόραση – σε κάποιον πιο ευκατάστατο συγγενή – ήταν το όγδοο θαύμα.
Τον Μάη του ’68 δεν μπορούσαμε να τον καταλάβουμε, ήμασταν γύρω στα 10, καταλάβαμε λίγο καλύτερα το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Τρεις μέρες πριν, στις 18 Απριλίου του ’67 πέθανε ο μπαμπάς. Η αδελφή μου κι εγώ είμαστε σε ένα φιλικό σπίτι αυτές τις τρεις μέρες και ξαφνικά, δεν καταλαβαίνω γιατί, υπάρχει αγωνία μεγάλη για το πώς θα έρθει η μαμά να μας πάρει σπίτι. Απαγόρευση κυκλοφορίας, λέει. Τους επόμενους μήνες το κοινωνικό πένθος συνδυάζεται στο μυαλό μου με το προσωπικό πένθος. Μετά δεν μιλάμε πολύ, μου μένουν απορίες, διότι «και οι τοίχοι έχουν αυτιά». Στο σχολείο βλέπω γραμμένη στον τοίχο της τουαλέτας την απαγορευμένη λέξη «χούντα». Ψάχνουμε με τις φίλες μου την ετυμολογία της. Αρχές Γυμνασίου πηγαίνω σε μια «παράνομη» εκδήλωση για τον Ρίτσο, σε ένα υπόγειο. Φεύγοντας κάποιοι ασφαλίτες μάς παίρνουν τα στοιχεία. Δεν θυμάμαι φόβο στην παρέα, υπήρχε η αρχή μιας έμπνευσης, μιας συνειδητοποίησης, που σταματούσε βέβαια στο να ακούμε και να τραγουδάμε με συγκίνηση Θεοδωράκη. Φοβισμένες οι οικογένειες, καλό αλλά αυστηρά συντηρητικό σχολείο, δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια για επανάσταση. Το υλικό για την όποια αντίδραση χτιζόταν μέσα από την Τέχνη.
Εφηβεία. Ο έρωτας και η μουσική κάνουν πια πάρτι στη ζωή μου. Αγγλική ροκ σκηνή και Σαββόπουλος και οι Γαλλικές Σουίτες του Μπαχ. Από τον Ιούλιο Βερν που μου διάβαζε ο παππούς μου πριν μάθω να διαβάζω, είμαι τώρα στον Λειβαδίτη και την Ασκητική του Καζαντζάκη. Σε μια συνεχή έκπληξη. Ανακαλύπτω τον κόσμο και τους ανθρώπους. Βλέπω πολύ σινεμά, σπάνια θέατρο. Μ’ αρέσει να πηγαίνω στην Αλκυονίδα, μαθαίνω τον Ρενέ Κλεμάν, τον Μιχάλκοφ, τον Βάιντα, τον Κάρολι Μακ, τον Εγκογιάν. Ανακαλύπτω τον Ραβέλ και τον Ραχμάνινοφ, βλέπω στο Ηρώδειο την 56χρονη Μαργκότ Φοντέιν με τον Νουρέγιεφ στο Ρωμαίος και Ιουλιέττα στη μουσική του Προκόφιεφ, ήδη με έχει στοιχειώσει η ταινία του Τζεφιρέλλι.
Εκεί έρχεται το χαστούκι του Πολυτεχνείου. Πριν τελειώσουμε το σχολείο. Εκεί αποφασίζουμε ότι πρέπει να αλλάξουμε τον κόσμο. Και νιώθουμε παντοδύναμοι. Αλλά είναι τόσα που δεν ξέρουμε… Πέφτουμε με τα μούτρα στο διάβασμα –γιατί τότε η Γνώση ήταν σπουδαία αξία.
Πανεπιστήμιο. Μεταπολίτευση. Η αίσθηση –ή ψευδαίσθηση;– μιας νίκης. Που την κατάφεραν άλλοι για μας. Ενήλικες πια και η ζωή έχει αρχίσει να μας χαρίζεται γενναιόδωρα. Μόνο που συνειδητοποιούμε τις αντιφάσεις των πολιτικών συνθημάτων και τα κενά στην πράξη, πρέπει να το ψάξουμε, οι περισσότεροι ανένταχτοι. Όταν έρθει η ώρα να παίρνουμε αποφάσεις, θα είμαστε πιο σωστοί! Ωστόσο η Ελλάδα ανθίζει και πλουτίζει. Άρα μάλλον έχουμε άδικο.
Τηλεόραση δεν βλέπω καθόλου, μόνο την Αστροφεγγιά. Οδηγός μου ο Προυστ, ο Ρολάν Μπαρτ και ο Λ. Ντάρελ. Και βέβαια ο Ελύτης. Μαζί τους νιώθω πιο ασφαλής.
Στα μέσα του ’80 είμαι πια επαγγελματίας. Εκεί γνωρίζω κάποιους από αυτούς που αποκαλώ «ακριβούς» μου ανθρώπους. Κι ενώ η Ιστορία συνεχίζει να γράφεται στον πλανήτη Γη –Τσέρνομπιλ, Πτώση του Τείχους, Περεστρόικα, εισβολή του Ίντερνετ, πάντα με τη συνοδεία πολιτικών σκανδάλων– οι άνθρωποί μου είναι πια η πυξίδα μου.
Η ζωή πια τρέχει. Λείπει μου φαίνεται η χαρά των πρώτων αναμνήσεων. Αλλά έχουμε ακόμα περιθώριο για κάτι σπουδαίο.
Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Απλώς θέλω να πω στην παρέα μου –και στη γενιά μου, αν με ακούει– τι έγινε παιδιά; Φτιάξαμε τη ζωή μας, αλλά ξεχάσαμε να φτιάξουμε τον κόσμο.

