Ακούγοντας το Φορτηγό του Σαββόπουλου θυμήθηκα τον Ντέμιαν του Χέρμαν Έσε. Στην αρχή της εφηβείας του ο Εμίλ Σίνκλερ, ο ήρωας του βιβλίου, ανακαλύπτει ότι υπήρχαν δύο κόσμοι, εκείνος του πατρικού σπιτιού, που είχε «μια ήρεμη λαμπρότητα, καθαρότητα και διαύγεια» κι ένας άγριος, έξω κόσμος «όλο θόρυβο και φασαρία, σκοτεινός και βίαιος». Αυτός ο δεύτερος κόσμος ασκεί μεγάλη έλξη στον Εμίλ και σιγά-σιγά καταβυθίζεται εντός του.
Στο Φορτηγό το πατρικό σπίτι δεν περιγράφεται, αλλά υπάρχει στο φόντο. Είναι η αφετηρία, απ’ όπου ξεκίνησε για να ξανοιχτεί στον κόσμο. Τι είδε, τι σκέφτηκε, τι βίωσε, τι φαντάστηκε στο ταξίδι του είναι το θέμα του δίσκου. Βέβαια, ο σαββοπουλικός έξω κόσμος, αν και μαγνητίζει τον ήρωα και τον ακροατή, όπως και στο μυθιστόρημα του Έσε, δεν είναι μανιχαϊστικός. Το σκοτάδι, η βία, η απόγνωση υπάρχουν παντού, όπως όμως και το φως, η αγάπη, η χαρά και η αισιοδοξία. Οι παλιάτσοι, τα κορίτσια, παλιοί φίλοι και νέοι, οι σύντροφοι, περιγράφονται με πρωτοφανή τόλμη κι αμεσότητα μέσα από το ατρόμητο βλέμμα ενός εφήβου. Ακριβώς αυτή η τόλμη και η αμεσότητα είναι ο ποιητικός τρόπος που έφερε ο Σαββόπουλος στο τραγούδι μας. Γιατί τα ίδια θέματα πραγματεύονταν και άλλοι σύγχρονοί του στιχουργοί, συνήθως όμως με μια γραφικότητα που ηχούσε ήδη παλιά.
Στο Περιβόλι του τρελού ο κόσμος του Σαββόπουλου διευρύνεται κι εκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Καταρχήν αλλάζει ο ήχος: ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία μπάντας κι όχι μόνο με την κιθάρα του. Επίσης, για πρώτη φορά βουτάει σε κάτι μυστικό, κάτι πλούσιο και παράξενο. Ό,τι ανέσυρε από αυτή την καταβύθιση μπόλιασε με βάθος την τόλμη και την αμεσότητα των στίχων του. Οι θεματικές των τραγουδιών είναι λίγο-πολύ οι ίδιες με του Φορτηγού, κορίτσια, φίλοι, πολιτική, αλλά η πραγμάτευσή τους είναι διαφορετική, πιο πρισματική.
Αλλά και το αίσθημα έχει αλλάξει. Ο ίδιος είχε αναφέρει σε μια συνέντευξή του ότι «το στοιχείο που κυβερνά αυτό τον δίσκο είναι η νοσταλγία. Νοσταλγία όμως για ποιο πράγμα; Για κανένα συγκεκριμένο. Έτσι γενικά νοσταλγία. Όπως όταν είμαστε άρρωστοι πολύ και νοσταλγούμε, όχι βέβαια τη ζωή που ήμασταν γεροί και άλλο από ρουτίνα δεν ξέραμε, αλλά τη ζωή γενικά, στην πιο καθαρή και υγιή της έννοια.»[1]
Παράξενη νοσταλγία. Το άλγος προκαλείται όχι από την αδυναμία επιστροφής σε μια πατρίδα, αλλά από την ανάγκη να επιστρέψουμε σε μια άλλη πατρίδα, όπου θα ήθελε να ανήκει. Τα τραγούδια του δίσκου γεωγραφούν έναν τόπο, ένα περιβόλι, όπου συνυπάρχει η ομορφιά ενός εξιδανικευμένου και πάντως χαμένου παρελθόντος, αμαξάκια κάτασπρα, με όλους εκείνους τους συνομηλίκους και τους φίλους που δεν χωράνε πουθενά, με πρώτο τον ίδιο τον τραγουδοποιό.
Ο επόμενος δίσκος, ο Μπάλλος, θα της δώσει σάρκα κι υπόσταση. Αν το δημώδες Ντιρλαντά ακούγεται σήμερα σαν παραφωνία στο Περιβόλι, εδώ οι παραδοσιακοί ήχοι και τα όργανα θα συναντήσουν τα ηλεκτρικά αποκαλύπτοντας κι αφομοιώνοντας μια άγνωστη ενδοχώρα: Ο φλεγόμενος θερινός κάμπος· ο κυκλικός χορός· ο θάνατος και η ανάσταση. Είναι και η ίδια η παράδοση σε μια σαββοπουλική εκδοχή. Δεν πρόκειται, φυσικά, για ένα παρελθόν που εισβάλλει στο παρόν ή, πολύ περισσότερο, χρώμα και ύφος χωρίς ουσία· ούτε ένα βάρος που φέρουμε υποχρεωτικώς. Η παράδοση, όπως αποκαλύπτεται στον Μπάλλο, είναι ένας τόπος που το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι ένα. Ο χρόνος του δεν είναι στάσιμος και βαλτωμένος, δεν είναι καν άχρονος, αλλά πρισματικός. Κι αυτός ο πρισματικός χρόνος είναι το πανηγύρι, που ο αρχηγός του –ο Σαββόπουλος–, μας καλεί να εισέλθουμε και να συμμετάσχουμε.
Ήδη αυτός ο παράδοξος χρόνος υποβάλλει ένα ουσιαστικό στοιχείο της ποιητικής του Μπάλλου: το ιερό. Ο κόσμος του Μπάλλου, ο σαββοπουλικός κόσμος, δεν είναι απομαγεμένος. Τα πράγματα, οι άνθρωποι, ο χρόνος και ο χώρος εντέλει, διατηρούν την αρχέγονη ιερότητά τους. Δεν αναφερόμαστε εδώ σε θρησκεία ή Εκκλησία. Μπορεί να πηγάζει από εκεί –είναι ένα από τα βιώματα του τραγουδοποιού– αλλά δεν εντάσσεται σε κάποιον οργανισμό ή θεσμό. Είναι το αόρατο που αποτελεί φυσική προέκταση του ορατού· το υπερβατικό που διέπει καθετί αισθητό· το μυστήριο και το δέος που αφαίρεσε από τη ζωή μας ο τεχνοκρατισμός. Είναι, τελικά, μια ιερότητα της καθημερινότητας, της τριβής, της χρηστικότητας, γι’ αυτό και τα ιερά σύμβολα στα τραγούδια του είναι αντεστραμμένα ή επανατοποθετημένα.
Το πανηγύρι θα κρατήσει και στον επόμενο δίσκο, το Βρώμικο ψωμί. Εκεί το τοπίο θα μεγαλώσει ακόμα περισσότερο και θα αγκαλιάσει και τον Εύξεινο Πόντο συμπληρώνοντας μια γεωγραφία, η οποία δεν είναι μόνο τραγουδιστική και ποιητική, αλλά πνευματική και, βεβαίως, πολιτική. Την ίδια όμως στιγμή ο Σαββόπουλος θα επιστρέψει και στην πόλη, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Όλα τα τραγούδια, εκτός της Μαύρης Θάλασσας, αναφέρονται στη ζωή στην πόλη και οι χώροι που κυριαρχούν είναι μεταιχμιακοί κι ενδιάμεσοι: το δωμάτιο ενός φτηνού ξενοδοχείου, το μυστικό κατώι, ένα φανταστικό μαιευτήριο, η πύλη του στρατοπέδου. Τα πάντα είναι ρευστά κι ευμετάβλητα, χωρίς ορισμένη ταυτότητα –ακόμα και ο ίδιος ο τραγουδοποιός.
Αν στη Βαλκανική ενδοχώρα ξέρει ποιος είναι και τι κάνει (ο αρχηγός του πανηγυριού, που παίρνει μάλιστα και την ευθύνη), μέσα στην πόλη εμφανίζεται αποπροσανατολισμένος. Χρειάζεται χρόνος για να βρει τα πατήματά του κι αυτός ο χρόνος μεταφράζεται σε δισκογραφική σιωπή. Οι τέσσερις πρώτοι δίσκοι του είχαν κυκλοφορήσει σε μια περίοδο 6 ετών (1966-1972), ο επόμενος θα χρειαστεί εφτά ολόκληρα χρόνια επώασης. Η περίοδος ήταν κατά τ’ άλλα δημιουργική: Το 1976 έγραψε τη μουσική για το Happy Day του Παντελή Βούλγαρη και τον επόμενο χρόνο παρουσίασε τους περίφημους Αχαρνής του. Είχε προηγηθεί το 1975 ένας ιδιόρρυθμος επετειακός δίσκος, που περιλάμβανε κάποια από τα πρώτα του τραγούδια που για διάφορους λόγους δεν είχαν κυκλοφορήσει και μερικές ζωντανές ηχογραφήσεις κι επανεκτελέσεις, τα οποία συνοδεύονταν με σύντομα εισαγωγικά σχόλια. Το σύνολο, παραδόξως, διαθέτει συνοχή κι ακούγεται σαν ολοκληρωμένο έργο. Δίσκος όμως με καινούργια τραγούδια κυκλοφόρησε το 1979, η Ρεζέρβα.
Η Ρεζέρβα κλείνει παλιά κι ανοίγει καινούργια τεφτέρια. Ο Σαββόπουλος έχει απαλλαγεί από την αβεβαιότητα του Βρώμικου ψωμιού και κοιτάζει γύρω του από μέσα του. Τα τραγούδια του δίσκου είναι, με άλλα λόγια, προϊόντα ενδοσκόπησης, ανασύρθηκαν, όπως θα έλεγε ο ίδιος, από βαθιές βουτιές στον εαυτό.
Ο τραγουδοποιός μας ξανασυστήνει τον κόσμο του. Έτσι, αφού ξεκαθαρίσει τις σχέσεις του με τα παιδιά που παραμένουν στο κόμμα και, γενικότερα, με τον σοσιαλισμό και τους πολιτικάντηδες, επιστρέφει στο πατρικό. Ο κόσμος που εξαρχής υποψιαζόμασταν ότι υπήρχε, αλλά μέχρι τότε δεν είχε τραγουδηθεί, κάνει το δραματικό του ντεμπούτο: Γεννήθηκα στη Σαλονίκη. Όμως ο Σαββόπουλος είναι πλέον οικογενειάρχης, έχει γυναίκα και δύο παιδιά, και μας ανοίγει και το δικό του σπίτι. Η πραγματικότητα του γάμου είναι κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή, είναι μόχθος, κομμάτια κι αποσπάσματα. Εκεί όμως του αποκαλύπτεται ο χρόνος ο αληθινός –ο γιος μας, ο μεγάλος κι ο μικρός. Εκεί θα εξαφανιστεί και κάθε φόβος.
Ταυτόχρονα στρέφει το βλέμμα του προς την Ελλάδα κι, ευρύτερα, το έθνος. Ο ροκ διονυσιασμός των Βαλκανίων εγκαταλείπεται για να τραγουδήσει την τραγωδία της Κύπρου και να σαρκάσει την μικροπολιτική της εποχής. Το κέντρο του δίσκου καταλαμβάνει ένα σκοτεινό οδοιπορικό στην μετεμφυλιακή Ελλάδα. Από τον λασπότοπο της Κατερίνης στην Αθήνα, και πίσω στην Θεσσαλονίκη, και πάλι στην Αθήνα και τα γκέτο των σκυλάδικων, στην παραβατικότητα και το έγκλημα, τους ρουφιάνους, τους ασφαλίτες, τα δικαστήρια, τις φυλακές, το τρελοκομείο –το Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο είναι η επική αφήγηση για μια Ελλάδα που προτιμούμε να κρύβουμε πίσω από τη νοσταλγία της Φίνος Φιλμς. Σ’ αυτό το επίσημο και θεσμοποιημένο σκότος, που τσαλακώνει τον άνθρωπο και τον ωθεί στο περιθώριο και τα άκρα, αντιπαραβάλλονται κάποιες μικρές Ελλάδες, που μας περιθάλπουν και μας κάνουν ευτυχισμένους:
Θεσσαλονίκη, Γιάννενα, Κέρκυρα και Ιόνιο
μες στην καρδιά σου άσε να μπουν
και θα την κάνεις ψώνιο.
Η μικρή Ελλάδα αποτελεί το βασικό θέμα και του επόμενου δίσκου. Ενώ όμως η Ρεζέρβα θυμίζει ώρες-ώρες το φως που έβγαζαν οι λάμπες σε κάτι ξεχασμένα καφενεία, κίτρινες από τους καπνούς των τσιγάρων, γεμάτες με μαύρα στίγματα από μύγες και σκνίπες που κόλλησαν πάνω τους, οι μικρές Ελλάδες στα Τραπεζάκια έξω είναι ηλιοφώτιστες και λαμπρές. Πραγματικός τόπος υπερουράνιος!
Ο τόπος αυτός δεν είναι η δημόσια σφαίρα· δεν έχει τίποτα το επίσημο ή το μεγαλοπρεπές. Είναι αυστηρά ιδιωτικός: οι παρέες, η οικογένεια, ο εαυτός. Έτσι, τα τραγούδια δεν υμνούν εκείνους τους παλιούς φίλους, που σαν ρομαντικοί ήρωες χάθηκαν στις φουρτούνες των παθών τους ή της ιστορίας, αλλά τους ταπεινούς, καθημερινούς ανθρώπους που κλωτσάνε την μπάλα λίγο παρακάτω. Οι άνθρωποι αυτοί σπανίως απασχολούν τραγουδοποιούς και καλλιτέχνες, κι όχι αδίκως. Είναι συνηθισμένοι, προβλέψιμοι, βαρετοί. Τους βλέπουμε να κουβαλάνε τα μωρά τους, να λένε συμβατικότητες στις παρέες τους, τίποτα δεν είμαστε και τα ρέστα, να κοιτάζουν σαν χαμένοι αδιάφορα τοπία. Είναι βέβαια και αξιόπιστοι. Είναι εκείνοι που, ανεξαρτήτως δυσκολιών, συνεχίζουν στο πλάι μας. Αν κάτι τους ξεχωρίζει, είναι πολύ μικρό, ελάχιστο, αδιόρατο: Ένας κόκκος πίστης· εκείνο που μπορεί να κάνει και το αδύνατο δυνατό. Πίστη σε τι; Μάλλον έτσι γενικά, πίστη. Απλή και παράλογη. Πίστη που δεν υπάρχουν λόγια να την περιγράψει κανείς και που, αν και τόση δα, φωτίζει τα τραγούδια και όλο τον κόσμο στα Τραπεζάκια.
Όλα αυτά η γενιά μου τα βίωσε ως απόηχο. Γρατζουνισμένοι δίσκοι στο πικάπ, τραγούδια χύμα σε κασέτες στο αυτοκίνητο, κουβέντες των μεγάλων σε γιορτές και συνάξεις. Αλλά κάπου εκεί, στα μέσα του ’80, αρχίσαμε να αποκτούμε μια πιο προσωπική σχέση με τον τραγουδοποιό. Ήταν τότε που ξεπηδούσε κάθε Σάββατο από τις οθόνες μας, μακρύ μαλλί, μούσι, πολυτονικό, απόψεις που συζητούσαν οι μεγάλοι την επομένη στο μεσημεριανό τραπέζι, ένα τζουκ μποξ που μιλούσε, και το τραγούδι των τίτλων, που κόλλαγε στο μυαλό χωρίς να μπορούμε να καταλάβουμε αν τελικά έλεγε «ζήτω» ή «ζητώ».
Ίσως ο Χατζιδάκις να είχε δίκιο από μια πλευρά, όταν τον μάλωνε να αφήσει τις εκπομπές και να γράψει τραγούδια (ο Χατζιδάκις ήξερε από ιδία πείρα από περισπάσεις…), νομίζω όμως ότι ούτε εκείνος, ούτε ο ίδιος ο Σαββόπουλος, ούτε κανείς άλλος μπορούσε τότε να κατανοήσει πόσο μεγάλη επίδραση ασκούσε αυτή η εκπομπή σε όλους εμάς. Ο Σαββόπουλος έριξε σπόρο καλό –τι καρπό θέρισε στη συνέχεια, δεν εξαρτιόταν από εκείνον, αλλά από το χώμα.
Κι έπειτα ήρθε το Κούρεμα. Εδώ συνέβη το εξής παράδοξο: Ο δίσκος για τον οποίο πολλοί συνοδοιπόροι και σύντροφοι του γύρισαν την πλάτη, είναι ο πρώτος δίσκος που μπήκε στις δικές μας δισκοθήκες. Προσπαθώ σήμερα να καταλάβω τι ήταν εκείνο που μαγνήτιζε τον δεκατετράχρονο εαυτό μου σ’ αυτόν, αλλά ό,τι και να πω θα είναι ερμηνεία εκ των υστέρων. Εικάζω ότι συνέβη το εξής απλό: Ένας μεγάλος μας μίλησε με ειλικρίνεια. Η αλήθεια είναι ακαταμάχητο παραμύθι.
Σε μια πρώτη ακρόαση ο Σαββόπουλος μοιάζει εδώ να έχει κάνει τραγούδια την πολιτική επικαιρότητα της εποχής χωρίς το χιούμορ της Μαντινάδας. Στην πραγματικότητα όμως καταγράφει μια εσωτερική επικαιρότητα επείγουσα και πιεστική. Όσα απασχολούσαν τα πρωτοσέλιδα έχουν εσωτερικευθεί απολύτως. Ο Σαββόπουλος εμφανίζει ενώπιον του κοινού τον εαυτό του και τους συντρόφους του ως ο αυτουργούς της παρακμής. Έτσι το Κούρεμα δεν είναι ένα «κατηγορώ» στον Αντρέα, ούτε, βεβαίως, ύπνος του Μητσοτάκη, αλλά μια οδυνηρή εξομολόγηση, έμπρακτη μετάνοια, κι αγώνας για εσωτερική κάθαρση. Μαζί κι ένα προσκλητήριο στους ανθρώπους της γενιάς του για μετάνοια. Ο μετανοημένος εαυτός είναι ο κατεξοχήν τόπος αυτού του δίσκου και χρόνος του εκείνος της μετάνοιας.[2]
Οι συνέπειες που είχε για τον ίδιο το Κούρεμα είναι λίγο-πολύ γνωστές. Για ένα διάστημα τον χάσαμε. Πήγε στην Αμερική, σιώπησε, ίσως να μην έβρισκε και βήμα. Το 1994 όμως επέστρεψε σοφότερος και με μια εσωτερική ανάγκη να ξαναβρεθεί με τους ανθρώπους του. Το Μη πετάξεις τίποτα είναι ένα προσκλητήριο προς τους παλιούς φίλους και συντρόφους, πάνω απ’ όλα όμως είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: Όλα. Στον δίσκο αυτό περιλαμβάνονται όλοι οι εαυτοί του Σαββόπουλου, παρελθόντες, παρόντες και μελλοντικοί βαπτισμένοι στα ύδατα της μοναξιάς, που ακολούθησε το Κούρεμα, και της πίστης. Έτσι εξηγεί (αναθεωρεί, θα έλεγαν άλλοι) ξανά τη σχέση του με την Αριστερά, μιλάει για τους παλιούς φίλους, τις δυσκολίες και τις χαρές της συζυγίας, ανανεώνει το βαλκανικό του όραμα, συναντά τους νεότερους ακροατές του· είναι χαρούμενος κι αισιόδοξος, πεπεισμένος ότι τα δύσκολα πέρασαν και τα καλύτερα έρχονται.
Σήμερα που ακούω το Μη πετάξεις τίποτα είμαι 49 ετών, όσο ήταν και ο Σαββόπουλος όταν τον έγραφε. Ομολογώ ότι ζηλεύω την αισιοδοξία του. Θα ήθελα να πιστεύω ότι αφήσαμε πίσω μας τα δύσκολα κι ότι πορευόμαστε σε καλύτερες μέρες, η αλήθεια όμως είναι ότι φοβάμαι πως τα χειρότερα είναι μπροστά μας. Εκεί που το αίσθημά μου ταυτίζεται με το δικό του είναι στη βίωση του χρόνου. Όχι πλέον του ποιητικού, του ερωτικού, του ιερού, αλλά του πιο απλού· τον χρόνο του σώματος. Η αίσθηση ότι
Κλείνει τώρα ο κύκλος κι είν’ ο θάνατος πολύς
θάνατος στη μέση της ζωής.
Ο Σαββόπουλος κοιτάζει εδώ την αντίπερα όχθη στις μοναχικές του ώρες και διακρίνει τους παλιούς του δασκάλους. Στα όνειρά του τον επισκέπτονται σύντροφοι και φίλοι πεθαμένοι από καιρό. Όλα αυτά δεν είναι ανησυχητικά, ούτε βέβαια φοβιστικά ή δυσοίωνα. Κάθε ανησυχία, κάθε άσχημη σκέψη ξεπλένεται από το γέλιο των ανθρώπων μας που διάβηκαν απέναντι. Η γαλήνη του θανάτου σπάει μόνο από την στεναχώρια που προκαλεί η αδυναμία επικοινωνίας μαζί τους.
Η αίσθηση του θανάτου που πυκνώνει μέσα μας και γύρω μας καθώς περνάνε τα χρόνια επανέρχεται στον Χρονοποιό. Η οδύνη της παρουσίας-απουσίας των κεκοιμημένων δεν περιορίζεται πλέον μόνο όταν ο τραγουδοποιός αντικρίζει το κενό, αλλά είναι διαρκώς παρούσα. Ακόμα και στις γιορτινές ώρες, όταν είναι ανάμεσα σε αγαπημένους. Τότε όμως διατυπώνεται η βεβαιότητα και προσδοκία:
Τίποτα θαρρώ δεν πεθαίνει.
Ο Χρονοποιός δεν είναι βέβαια ένας μελαγχολικός δίσκος, που κατατρύχεται από την μνήμη του θανάτου. Κι εδώ βασικό θέμα είναι οι μικρές Ελλάδες που φωτίζουν τις ζωές μας με μια όμως διαφορά: Το σκηνικό, ο τόπος των τραγουδιών δεν είναι ο έξω, αλλά ο πατρικός οίκος. Πατέρας, βέβαια, είναι πλέον ο Σαββόπουλος, όχι μόνο των γιων του, αλλά και των επιγόνων του στο τραγούδι, ίσως και ημών, που μεγαλώνουμε με τα τραγούδια του. Στα τραγούδια αυτά ακούγεται αποτραβηγμένος. Τα γεγονότα του έξω κόσμου περνάνε σαν τίτλοι εφημερίδων, σαν εικόνες στην τηλεόραση. Παρατηρεί, σχολιάζει, θυμάται, μιλάει στο τηλέφωνο πλάι στο τζάκι, συμμετέχει στα δρώμενα μόνο με τα τραγούδια του. Δεν θέλει καν να είναι ο αρχηγός του πανηγυριού, αλλά παραδίδει τη σκυτάλη
Πάει καιρός που οι δικοί σας
σκηνοθετούσαν τη γιορτή σας
και είσαι εσύ που πρέπει τώρα
να υψώσεις της γιορτής τα δώρα.
Με συγκινούν βαθύτατα αυτά τα λόγια. Είναι σαν να τραγουδιούνται σε μένα, προσωπικά. Σαν να περιγράφουν την ευθύνη που επωμίζομαι ως σύζυγος, πατέρας, φίλος, δάσκαλος. Και είναι στιγμές που όλα μοιάζουν δύσκολα, κι αναρωτιέμαι κι εγώ όπως κάποτε κι εκείνος
Πώς το άντεξαν μπαμπάς και μαμά
και ο θείος ο Μίμης και η Βέμπω η θεά…
Τις προάλλες όμως, που άκουσα τον μικρό μου, ενώ έπαιζε με ένα άδειο μπουκάλι νερού, να τραγουδά
κό’μος ‘λε’τάει
τι ώ’α πάει, τι ώ’α πάει;
Ένιωσα βαθιά μέσα μου ότι μας έφτιαξε και μας χάρισε έναν τόπο που πάντα, στα εύκολα και στα δύσκολα, θα συναντιόμαστε…
[1] Συνέντευξη στον Γιώργο Πηλιχό, τώρα στη Σούμα, σελ. 140-153.
[2] Οι σκέψεις μου για τον δίσκο αυτό γράφτηκαν αναλυτικά για το αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον Δ. Σαββόπουλο, τ. 1880 (Μάρτιος 2019), σελ. 117-129.

