Ερατώ Ιωάννου

Να με λες Μαριάμ

Ούτε που θυμάμαι πώς έγινε κι έσμιξαν οι εποχές στη Λευκοθέα. Ολόχρονα πια, τα πρωινά είχαν τις μυρωδιές της άνοιξης, τα μεσημέρια την κάψα των καλοκαιριών, τ’ απογεύματα τη δροσιά του φθινοπώρου και τα βράδια την παγωμάρα του χειμώνα. Ο χειμώνας πάντα μακρύτερος. Να έρχεται το σούρουπο, στεγνός, με ριπές ανέμου να κτυπούν τα τείχη της πόλης σαν κύματα και να φεύγει το χάραμα, αφήνοντας τ’ αποτυπώματά του στον παγετό και στη νερένια μεμβράνη κάθε σταγόνας, που την έπινε λαίμαργα η άνυδρη γη.

Οι άνθρωποι είχαν τολμήσει κάποτε να βγουν μετά το σούρουπο. Μικροσκοπικοί κρύσταλλοι σχηματίζονταν στις βλεφαρίδες τους, γίνονταν χοντροί και σκληροί και τους σφράγιζαν τα μάτια. Έτσι, κλεισμένοι μέσα τους, ψηλαφούσαν τους τοίχους, έπεφταν επάνω σε γλάστρες με ξεραμένα φυτά, σωριάζονταν στο έδαφος, μέχρι που κατάφερναν τελικά να βρουν ξανά το σπίτι τους.

Εγώ όμως είχα τον τρόπο και τον κράτησα μυστικό —μόνο για μένα. Γιατί μου άρεσαν οι νύχτες και η Λευκοθέα που ήταν άδεια από ανθρώπους και μπορούσα να πάω στην εκκλησία τις Κυριακές την ώρα εκείνη που δεν ήταν κανείς εκεί, μήτε παπάς μήτε πιστός, μαύρα μεσάνυχτα. Με τρία ζευγάρια κάλτσες, μπότες με γούνα, ένα χοντρό πανωφόρι, εσάρπα μάλλινη εξίσου χοντρή, έναν σκούφο να μου καλύπτει τα αυτιά και γυαλάκια κολύμβησης στα μάτια, έβγαινα πολύ πριν χαράξει —την ώρα που ο αέρας έφερνε στην πόλη, από μακριά, τη μυρωδιά της θάλασσας. Κι έτσι μπορούσα να περπατώ στους δρόμους και να μυρίζω τη θάλασσα μέσ’ από τη μάλλινη εσάρπα. Να κάθομαι στην εκκλησία με τη Μαριάμ στο εικόνισμα και να τα λέμε για ώρα πολλή, κι ας είχα περίοδο κάποιες φορές.

Να με λες Μαριάμ, μου είπε μια φορά. Είχε μόλις τελειώσει τον θηλασμό και ακούμπησε το θείο μωρό στον ώμο της για να ρευτεί. Κι εγώ σιγά σιγά συνήθισα να τη λέω έτσι και καθόμασταν με τις ώρες και λέγαμε για το ένα και για το άλλο —ιστορίες που έμοιαζαν. Αυτή να κάθεται στον θρόνο της με σταυρωμένα τα πόδια εξερευνώντας με τα δάχτυλα ένα μακρύ κομποσκοίνι κι εγώ στο απέναντι στασίδι, ενώ το μωρό έπαιζε με κάτι πετραδάκια στο έδαφος δίπλα στους θάμνους.

Τη νέα γυναίκα, τη βρήκα μια νύχτα του χειμώνα που οι αέρηδες κουβαλούσαν ορμητικά τις μυρωδιές της θάλασσας και κουτουλούσαν τα τείχη της Λευκοθέας. Ξεχύνονταν μεσ’ στα σοκάκια και μ’ έσπρωχναν πίσω. Αλλά όσο μ’ έσπρωχναν αυτά τόσο πείσμωνα κι έσφιγγα τα δόντια μέχρι που σταμάτησε το κακό και τα σοκάκια γέμισαν αρμύρα και φύκια. Με το που πέρασα τον φράκτη της εκκλησίας αισθάνθηκα μια ανεπαίσθητη κίνηση, ίσως μια γάτα, σκέφτηκα, μια λαγαρή παρουσία σαν φάντασμα. Μόνο γάτες, φαντάσματα κι εγώ, τριγυρνάμε τις νύχτες του χειμώνα στην πόλη.

Κάτι με κράτησε πίσω. Δεν προσπέρασα αυτό το περίεργο αίσθημα ότι κάτι ήταν εκεί, μια σιγανή αναπνοή, στριμωγμένη ανάμεσα στο περιτοίχισμα της εκκλησίας και τον κάδο απορριμμάτων. Μόνο όταν πλησίασα αρκετά, μπόρεσα να διαπιστώσω ότι ήταν μια νέα γυναίκα. Εκεί, μαζεμένη κουβάρι, ανάμεσα σε χάρτινες κούτες, στοιβαγμένες δίπλα στον κάδο, ανέπνεε βαριά. Οσμή ψαριού απλωνόταν στον αέρα. Είχε τα γόνατα στο στήθος, τα μπράτσα της τυλιγμένα γύρω τους, το πρόσωπο βυθισμένο στη ζέστη του κορμιού της. Όση ζέστη μπορεί να έχει ένα γυμνό κορμί τη νύχτα που έχει την παγωμάρα του χειμώνα.

Έμεινα να την κοιτάζω, μουδιασμένη, γιατί δεν ήξερα τι είναι αυτό που θα έπρεπε να κάνω. Ένα κορίτσι, σκέφτηκα. Μεθυσμένο; Κτυπημένο; Να την τυλίξω με το χοντρό μου πανωφόρι;

Οι βλεφαρίδες της ήταν μακριές και κατάμαυρες. Δε μάζεψαν παγωμένους κρυστάλλους που σφαλίζουν τα μάτια, μα ούτε έγινε η ανάσα της πάχνη μέσα στην παγωνιά.

Γύρω της άρχισαν να μαζεύονται γάτες πολλές. Μύριζαν τις ασημένιες πούλιες που λαμπύριζαν επάνω στις γάμπες της. Αμέτρητες ασημένιες πούλιες τής κάλυπταν τα πόδια. Οι γάτες όλο τις μύριζαν, τις τραβούσαν με τα νύχια τους, τις δάγκωναν. Αυτή όλο έκανε πως θα τις διώξει με κουρασμένες, αδύναμες κινήσεις. Είδα στιγμιαία το μέτωπο και τα μάγουλά της να χαράζει ο πόνος. Ρουφούσε τον αέρα απότομα, κι ένας συριγμός έβγαινε απ’ το στόμα της.

Τον ήξερα καλά αυτόν τον ήχο. Το ν’ ανασαίνεις είναι σημαντικό. Απαραίτητο. Γι’ αυτό, ίσως, κι εγώ αγάπησα τις παγωμένες νύχτες στην ξένη πόλη, πνιγμένη μέσα στο δαχτυλίδι της. Ένα δαχτυλίδι πέτρινο. Ίσως κι αυτή να χαιρόταν τους αέρηδες. Μόνη κι άδεια όπως την άφηναν, ανέπνεε.

Μήλα με σκούρες κηλίδες στη φλούδα τους—που εισχωρούν ως την καρδιά. Μέσα τους. Στην καρδιά τους και τα σαπίζουν. Αυτό σκέφτομαι τώρα; Τα μήλα στη φρουτιέρα επάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Τα μήλα στη φρουτιέρα επάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Στο σπίτι που εγώ έκτισα. Ροκάνισα την πέτρα με το νύχι, ζύμωσα πηλό∙ τόσες και τόσες φτυαριές χώμα και άχυρο. Εδώ που κατοικούσαν οι προύχοντες, οι έμποροι, οι αστοί της πρωτεύουσας. Έφτιαξα εγώ τους τοίχους και τα δωμάτια κι έβαλα μέσα τις ανάσες μας. Έκανα παιδιά, τ’ ανάστησα. Και τώρα μου μείναν τα κάδρα στους τοίχους.

Μια ριπή αέρα, σαν ξεχασμένη ηχώ του κακού που προηγήθηκε, ανάδεψε τις φοινικιές. Τόσες φοινικιές μέσα στο πέτρινο δαχτυλίδι! Κι αυτές ξενόφερτες —τάματα. Αυτές όμως, από εκεί ψηλά που είναι, σκέφτηκα, ίσως να μπορούν να δουν και τη θάλασσα. Ζήλεψα. Ήμουν θαλασσινή ριγμένη σε μια πόλη όπου τα σπίτια, τα εργαστήρια, τα ζαχαροπλαστεία, οι καφενέδες, τα μαγαζιά, οι εκκλησίες, πνίγονται κι αυτά μέσα σ’ ένα δακτυλίδι.

Έτσι όπως έκανε προσπάθεια ν’ ανασηκωθεί, κατρακύλησαν οι κούτες σκορπώντας έναν βραχνό ήχο στην ησυχία. Οι γάτες έτρεξαν μακριά τρομαγμένες.

Την είδα ολόκληρη. Αντί για πόδια είχε ουρές ψαριού. Μια νέα γυναίκα με ουρές ψαριού. Μια πολύ νέα γυναίκα με δύο τεράστιες ουρές ψαριού. Αν είχε πόδια θα τη βοηθούσα να σηκωθεί. Αυτό όμως φάνταζε αδύνατο. Πώς να σταθεί επάνω σε ουρές ψαριού; σκέφτηκα. Αυτή θέλει νερό. Όχι στάλες βροχής, ούτε το νερό απ’ τις βρύσες, ούτε κι αυτό που μαζεύουν σε λίμνες—γιατί εδώ έχει ξηρασία και όλο διψάμε τα καλοκαίρια. Αλλά και τώρα που οι εποχές χωρέσανε όλες σε μια μέρα, διψάμε όλες τις εποχές και όλες τις μέρες. Αυτή δε θέλει γλυκά νερά. Θέλει αρμύρα στο δέρμα της, αφρούς στα λέπια της, στροβίλους και χοάνες ν’ αφήνει στο πέρασμά της καθώς οι ουρές της γλιστρούν μέσα στη θάλασσα. Νερό θαλασσινό. Αυτό θέλει.

Είσαι καλά; τη ρώτησα. Είσαι καλά; Παναγία μου! Δευτερόλεπτα μετά το μετάνιωσα. Δεν ρωτάς ανόητα κάτι για το οποίο ήδη ξέρεις την απάντηση. Γονάτισα, άπλωσα το χέρι, αλλά δεν την άγγιξα. Μια πρόθεση έδειξα, μόνο. Μια καλή πρόθεση.

Θα σε βοηθήσω, Παναγία μου! Θα σε βοηθήσω, της είπα και σήκωσε επιτέλους το πρόσωπο και με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα που δεν ήταν φοβισμένο, ούτε θυμωμένο, ούτε απορημένο, ούτε τίποτα από όλα αυτά που μπορούν να είναι τα πρόσωπα, μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα, όταν είναι ακόμα χειμώνας και το κρύο σού τρυπάει τις σάρκες και τα κόκαλα. Ψοφόκρυο.

Αλλά αυτή δε φαινόταν να κρυώνει μήτε να ζεσταίνεται. Έτσι απέρριψα τη σκέψη που έκανα να της σκεπάσω τους γυμνούς ώμους με το πανωφόρι μου.

Οι γάτες μαζεύτηκαν ξανά. Γάτες — γάτες πολλές. Μύριζαν την οσμή του ψαριού στον αέρα κι ορμούσαν στα πτερύγιά της. Τα δάγκωναν. Και καθώς τα είχαν ανάμεσα στα δόντια τους, κουνούσαν τα χνουδωτά κεφάλια δεξιά-αριστερά με φόρα, να πάρουν τα κομμάτια της.

Κτύπησα με φόρα το πόδι στην άσφαλτο. Ο πάταγος αντήχησε στα πολύχρωμα βιτρό της εκκλησίας, πάνω στις αψίδες και στους θυρεούς. Αλλά οι γάτες… τίποτα. Άρπαξα μία και την πέταξα μακριά. Το σώμα της κτύπησε στον τοίχο, κουλουριάστηκε, και ξετυλίχτηκε ξανά. Έριξε πίσω τ’ αυτιά της, σήκωσε το ρύγχος για να μου δείξει τα δόντια της και σφύριξε σα φίδι. Τις άλλες τις κλώτσησα αδίστακτα.

Πρέπει να την πάρω απ’ εδώ, Παναγία μου, είπα, κι η φωνή μου ήταν καθησυχαστική, σίγουρη, όπως κάθε άλλη φορά που μιλάω στον εαυτό μου.

Να με λες Μαριάμ, μου είπε η γυναίκα με τον μπλε χιτώνα που στεκόταν ξαφνικά μπροστά μου.

Σκιάχτηκα προ στιγμής.

Πρέπει να την πάρουμε σπίτι, συνέχισε.

Μου φάνηκε πολύ διαφορετική από τη Μαριάμ που ήξερα. Είχε ένα συνηθισμένο πρόσωπο, μεγάλα καφέ μάτια σαν ελαφιού και ανύπαρκτα χείλη. Αδρό και ηλιοκαμένο, σαν εργάτριας στους σιτοβολώνες της Μεσαορίας, σε καιρούς παλιούς. Οι γωνιές του έριχναν σκιές στον λαιμό και στο στέρνο της. Τα μαλλιά της, λυτά, απλώνονταν άγρια στους ώμους —οι άκρες τους, γιατί το κεφάλι της ήταν καλυμμένο από αυτόν τον ίδιο μπλε χιτώνα που φορούσε. Οι δίπλες του ταλαντεύονταν αιθέρια κάθε φορά που έκανε μια κίνηση, ακόμα κι αν αυτή ήταν κάπως άτσαλη —λες και το ρούχο της τής έπεφτε μεγάλο και άβολο.

Τελικά κατάφερα να βγάλω φωνή. Της είπα πως είναι δύσκολο —έπρεπε να ήταν δύσκολο πολύ— να την κουβαλήσουμε, γιατί αντί για πόδια είχε ουρές ψαριού.

Αυτή είναι θαλασσινή, της είπα.

Σαν εσένα, μου απάντησε.

Η Μαριάμ την πλησίασε, έσκυψε, τη φίλησε στα μαλλιά. Σ’ αυτή την πόλη τη διψασμένη δεν υπάρχουν νερά — μήτε θάλασσα, μήτε ποτάμια, της εξήγησα με απόγνωση. Αρκέστηκε να γνέψει. Μάζεψε τα πλατιά μανίκια, λύγισε τα γόνατα και σήκωσε με ευκολία την ημιλιπόθυμη γυναίκα. Αυτή έγειρε το κεφάλι στο στήθος της, έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε. Στη γυμνή της πλάτη ήταν κολλημένες πεταλίδες, φύκια και κόκκοι άμμου. Οι ουρές της ταλαντεύθηκαν για λίγες στιγμές και μετά σταμάτησαν — και ήταν όλα ακίνητα.

Στην είσοδο της εκκλησίας, στο πάνω μέρος της αψίδας, μου φάνηκε ότι έλειπε κάτι. Δεν μπορούσα να θυμηθώ τι ήταν αυτό που έστεκε εκεί και τώρα έλειπε, αφήνοντας ένα απροσδιόριστο κενό.

Όλα ακίνητα: ο άνεμος, τα φύλλα, οι γάτες —ακίνητα και βυθισμένα στο σκοτάδι. Το φως του φεγγαριού έγινε κομμάτια επάνω στα κλειστά παράθυρα. Η Μαριάμ διέσχισε τον περίβολο του ναού. Οι βασιλικοί σκόρπισαν τη μυρωδιά τους στον κρύο αλμυρό αέρα. Έστριψε αριστερά στην Αρχαγγέλου και μετά κατευθύνθηκε βόρεια επάνω στη Σόλωνος. Ο χιτώνας της ανέμιζε καθώς αυτή περπατούσε. Τον πατούσε, σκόνταφτε, παραπατούσε, αλλά συνέχιζε. Την ακολούθησα, λαχανιασμένη, μες στο ξημέρωμα.

Πίσω μας ακούστηκε η καμπάνα. Σκόρπιοι διαβάτες, αυτή την ώρα που χάραζε και έμπαινε σιγά σιγά η άνοιξη, βράδυναν το βήμα, σταυροκοπήθηκαν, σταμάτησαν εντελώς. Τα βλέμματά τους βέλη πάνω στη γυναίκα — την πολύ νέα γυναίκα με τις τεράστιες ουρές ψαριού που ταλαντεύονταν καθώς η Μαριάμ περπατούσε απερίσπαστη, κρατώντας την στα χέρια της. Κάποιοι τόλμησαν να πλησιάσουν, ν’ απλώσουν τα χέρια, ν’ αγγίξουν το παράξενο πλάσμα. Η Μαριάμ συνέχιζε σταθερά, αποδιώχνοντάς τους με τους αγκώνες της —πότε με τον δεξί πότε με τον αριστερό. Μια γριά με θολά μάτια καταφέρνει να τραβήξει ένα λέπι —μια ασημένια πούλια. Το σήκωσε στις πρώτες ακτίνες του ήλιου, κι αυτό έριξε χρώματα στο χλωμό της πρόσωπο. Ένας γέρος τής το άρπαξε, το έριξε χάμω, και συνέχισε για την εκκλησία. Διαβόλου πλάσμα, μουρμούρισε. Η γριά έσκυψε με κόπο, το μάζεψε, φύσηξε να φύγει η σκόνη από πάνω του και το έχωσε βιαστικά στον κόρφο της.

Κάποιοι ακολούθησαν τον γέρο. Άλλοι, πολλοί, μαζεύτηκαν μπουλούκι γύρω μας. Η Μαριάμ έδειχνε να τους αγνοεί. Στάθηκε στο κατώφλι μου και με περίμενε καθώς εγώ αγκομαχώντας ξεπρόβαλλα από το κουβάρι των ανθρώπων. Βρήκα τα κλειδιά στη βαθιά εσωτερική τσέπη στο πανωφόρι, σήκωσα τα γυαλάκια θαλάσσης στο μέτωπό μου και γύρισα το κλειδί.

Το τρίξιμο της πόρτας ήχησε σα στεναγμός στο στενόμακρο χολ. Η Μαριάμ γύρισε στο πλάι για να χωρέσει η νέα γυναίκα και μπήκε μέσα. Έκανε μια στάση παρατηρώντας τον χώρο — με το βλέμμα εκείνης που επιστρέφει μετά από χρόνια στο σπίτι της για να διαπιστώσει ότι όλα είναι εκεί που τα άφησε. Ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει. Αυτής που δεν μπορεί να πει εάν αυτό είναι καθησυχαστικό ή αν της σφίγγει τη ψυχή και τη στραγγίζει.

Το ψυγείο βούιζε σιγανά. Το ημερολόγιο τοίχου ήταν κολλημένο στον Ιούνιο, στο ταβάνι κρεμόταν ιστός αράχνης, η πόρτα του πλυντηρίου έχασκε ανοιχτή, τα κάδρα στον τοίχο ήταν κάπως στραβά, και το λαμπάκι στην πρίζα έτρεμε. Στη φρουτιέρα, επάνω στο τραπέζι της κουζίνας, τα μήλα με τις σκούρες κηλίδες ήταν πια σάπια. Μύριζε σάπιο μήλο και μαλακτικό ρούχων.

Η Μαριάμ κατευθύνθηκε προς το μπάνιο, γύρισε στο πλάι για να χωρέσουνε και μπήκε μέσα. Ξάπλωσε τη νέα γυναίκα στην μπανιέρα. Αυτή αναρίγησε. Η Μαριάμ άνοιξε το νερό στη βρύση. Μου ζήτησε άλας. Της έφερα ένα βάζο απ’ το άλας το χοντρό. Γέμιζε τη χούφτα της, το φυσούσε, κι οι κόκκοι σκορπίζονταν στην επιφάνεια του νερού που σιγά σιγά γέμισε τη μπανιέρα.

Πέταξα από πάνω μου τα βαριά ρούχα και ξαφνικά άρχισα να νιώθω ότι στεγνώνω. Το στόμα και η γλώσσα μου ήταν ξηρά. Γέμισα ένα ποτήρι νερό και ρώτησα την Μαριάμ αν ήθελε κι αυτή. Δεν ήθελε. Άναψα τσιγάρο και της πρόσφερα, αλλά ούτε αυτό το ήθελε.

Κάτω απ’ το παράθυρο που βλέπει στον δρόμο, το ανθρώπινο κουβάρι όλο και μεγάλωνε. Άρχισαν να ρίχνουν πετραδάκια στα τζάμια και να απαιτούν να δουν τη γυναίκα.

Θέλουμε να δούμε τη Γυναίκα, φώναζαν. Τι παράξενο πλάσμα, ψιθύριζαν μετά.

Οι γυναίκες φαίνονταν πιο διστακτικές, σαν να ντρέπονταν που δεν μας άφηναν στην ησυχία μας. Κάποιες έκοψαν μικρά λουλουδάκια απ’ τ’ ανοιξιάτικα παρτέρια και στόλισαν την εξώπορτα. Τα λυπήθηκα.

Δεν ήθελα να τους βλέπω ούτε να τους σκέφτομαι. Το μόνο που ήθελα να σκέφτομαι ήταν ήρεμα κύματα να κυλούν προς την ακτή. Το νερό να ποτίζει την άμμο και, από κάτω της, να γλιστρά ξανά πίσω στη θάλασσα. Μια ζεστή αλμύρα ν’ ανεβαίνει στον αέρα.

Κι αφού είχε τακτοποιήσει τη νέα γυναίκα στη μπανιέρα, η Μαριάμ έκλεισε το νερό, της χάιδεψε τα μαλλιά και της φίλησε το μέτωπο. Σηκώθηκε όρθια με τα πλατιά της μανίκια να στάζουν στο πάτωμα και ξεσκέπασε τα μαλλιά της.

Να μου δώσεις κάτι άλλο να βάλω, μου είπε, κοιτώντας τα μανίκια που έσταζαν, σχηματίζοντας λιμνούλες στα πόδια της. Πριν απαντήσω έλυσε τη ζώνη της.

Της έδωσα ένα μπλουτζίν κι ένα ένα τισέρτ—και τα δύο φρεσκοπλυμένα. Αυτή έσκυψε, έπιασε απ’ τον ποδόγυρο τον χιτώνα, τον σήκωσε και τον πέρασε πάνω απ’ το κεφάλι της. Πήρε μια βαθιά ανάσα, λες και λευτερώθηκε. Ντρεπόμουν που κοιτούσα, αλλά το ήθελα πολύ κι έτσι έμενα να την παρακολουθώ με την άκρη του ματιού και το κεφάλι σκυφτό. Το γυμνό της κορμί, τα λεπτά πόδια, η κρεμασμένη κοιλιά, τα κουρασμένα στήθη —καθώς αυτή ντυνόταν— και σταματώ να ντρέπομαι για το δικό μου σώμα.

Ήταν η ώρα του καφέ και πολύ χαιρόμουν που θα είχα παρέα τη Μαριάμ. Είπα να μας φτιάξω δύο σκέτους μερακλήδικους και συγκατένευσε. Πριν φουσκώσει ο καφές στο μπρίκι, έτρεξα ν’ ανοίξω παράθυρο μήπως προλάβουν να μπουν οι μυρωδιές της άνοιξης, πριν κάψει τα λουλούδια το θέρος του μεσημεριού, και μου χύθηκε. Ήταν που έμεινα να κοιτάω κάτω, το ανθρώπινο κουβάρι που ξετυλίχτηκε και σκόρπισε στο σοκάκι σα μύγες σε φαΐ καλό.

Δε σε θυμάμαι έτσι ακριβώς, της είπα σουφρώνοντας τα χείλη για να πιώ μια γουλιά.

Με λες Μαριάμ, και είμαι αυτή που βλέπεις εδώ. Την εικόνα μου την έφτιαξε κάποιος που δεν με γνώρισε. Εσύ όμως με ξέρεις καλά από τότε που ήσουν μικρή κι έφερνες μύρα και ρόδα στον τάφο του παιδιού μου. Τώρα με έμαθες καλύτερα. Βλέπεις ότι εγώ κι εσύ, κι αυτή, μοιάζουμε, είπε η Μαριάμ, γέρνοντας το κεφάλι προς την κατεύθυνση του μπάνιου.

Την άκουγα και ήθελα να κλάψω.

Μπήκα στην εκκλησία πριν σαραντίσω, της είπα. Τη μόλυνα. Γι’ αυτό έχασα τα παιδιά μου.

Η Μαριάμ χαμογέλασε με γλύκα ανάκατη με πόνο. Έβαλε τις δροσερές παλάμες στα μάγουλά μου και ησύχασα. Προχώρησε στο μπάνιο σιγοτραγουδώντας, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω τι. Ούτε μπόρεσα να καταλάβω γιατί τα μάγουλά μου ήταν υγρά, αλλά δεν πονούσα.

Ανασαίνει πιο ήρεμα τώρα, μου είπε επιστρέφοντας. Ας φτιάξουμε κάτι να φάμε.

Η Μαριάμ άνοιξε το ψυγείο. Το ψηλό της μέτωπο φωτίστηκε και γυάλισαν σταγόνες ιδρώτα.

Πήρε ένα μαραμένο σέλινο και κάτι καρότα. Στάθηκα στον νεροχύτη και καθάρισα τις πατάτες. Θα τρώει τη χορτόσουπα η νέα γυναίκα; Αναρωτήθηκα. Έκανε πολλή ζέστη για σούπα, αλλά την φάγαμε έτσι κι αλλιώς, χωρίς να μιλάμε. Η Μαριάμ έκοψε το ψωμί με το χέρι της. Αυτό είναι το σώμα του, μου είπε και μου έδωσε ένα κομμάτι. Γέμισαν τα μάτια μου. Γέμισαν και τα δικά της.

Η Μαριάμ μάζεψε τα πιάτα, τα έβαλε στον νεροχύτη, και επιστέφοντας ίσιωσε τα κάδρα στον τοίχο.

Πρέπει να φάει αυτή. Να δυναμώσει! είπα γέρνοντας το κεφάλι μου προς την ανοικτή πόρτα του μπάνιου. Έτσι όπως ανεβοκατέβαινε το στήθος της νέας γυναίκας, μου έλεγε ότι ήταν γεμάτος σκιές ο ύπνος της.

Γέμισα ξανά με νερό το ποτήρι μου και το ήπια λαίμαργα. Δεν ξεδίψασα ούτε αυτή τη φορά.

Τα λουλούδια στα παρτέρια είχαν αρχίσει να μαραίνονται στον ζεματιστό αέρα.

Κι αυτή σε ξέρει κι ας μην την πρόσεξες ποτέ. Κι εσύ την ξέρεις καλά. Και κλαις τώρα τη μοίρα σου που σ’ έφερε ξένη σε αυτήν την πόλη, έκτισες σπίτι κι έβαλες μέσα τις ανάσες σας, ανάστησες παιδιά και είσαι τώρα μόνη σου. Αυτή την ιστορία την ξέρω καλά. Είναι δική μου. Είναι δική της.

Από το μπάνιο ακούστηκε σιγανό βογγητό. Τα χείλια της νέας γυναίκας άσπρα και ξηρά. Σσσς… την καθησύχασε η Μαριάμ χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά. Σσς… Χείλη στεγνά, ραγισμένα, στάζουν αίμα. Γονάτισε δίπλα της η Μαριάμ και πήρε απαλά το κεφάλι της στο στήθος της, κι έμειναν έτσι εκεί ώρα πολλή. Είχα κι εγώ ξεδιψάσει.

 Σιγά σιγά, έξω πήρε να φθινοπωριάζει. Κίτρινα και κόκκινα τα φύλλα στροβιλίζονταν στα σοκάκια της Λευκοθέας. Άδεια τενεκεδάκια κυλούσαν επάνω στην άσφαλτο. Μια νάιλον σακούλα πέταξε προς τον ζόφο τ’ ουρανού.

Μείναμε να κοιτάμε η μια την άλλη. Να μιλάμε χωρίς λέξεις. Πρέπει να την πάμε στη θάλασσα. Μόνο έτσι θα επιβιώσει, είπε. Σα λευτερωθεί, είπα.

Τις μύγες τις έδιωξε το κρύο κι δρόμος έρημος.

Μπαίνουμε στο αμάξι και σε λίγο η θάλασσα απλώνεται μπροστά, μεγαλειώδης θεά. Κατεβαίνουμε, ακολουθώντας το απότομο μονοπάτι που κάποτε άνοιξε η βροχή, οδηγούμενες απ’ τους ήχους της, με τα κορμιά μας λυγισμένα, κρατώντας στ’ αρμυρίκια και σε κοφτερές προεξοχές των βράχων. Ακριβώς από κάτω μας, η θάλασσα έχει σμιλέψει έναν μικρό όρμο, κρυμμένο από ψηλά βράχια και μιμόζες. Τα κλαδιά τους κρέμονται πάνω από την επιφάνεια του νερού. Τα άνθη τους είναι σκορπισμένα πάνω στην υγρή άμμο — αμέτρητοι μικροσκοπικοί ήλιοι μέσα στο χλωμό φως του μισοφέγγαρου.

Δεν είμαι παρά δέρμα που λαχταρά τη ζεστή υδάτινη αίσθηση, μια ανατριχιασμένη επιδερμίδα που λαχταρά.

Ακουμπάμε τη νέα γυναίκα στην άκρη της θάλασσας. Έρχεται το κύμα και της φιλάει το σώμα. Μετά αποτραβιέται, κι αυτή αναριγεί. Κλείνει τα μάτια και χαμογελά. Το κύμα έρχεται ξανά και ξανά μέχρι που την τραβάει μέσα μαζί του.

Πήγαινε. Πήγαινε, μου λέει η Μαριάμ. Κι εγώ βγάζω τα ρούχα χωρίς δεύτερη σκέψη. Βουτάω στο υδάτινο σκοτάδι και κολυμπώ μακριά απ’ τα βράχια, τις μιμόζες και τους σκορπισμένους μικροσκοπικούς ήλιους τους. Κολυμπώ όλο και πιο μακριά. Αλμυρές σταγόνες κυλούν απ’ τα βλέφαρά μου.

Παίρνω βαθιές ανάσες, γεμίζοντας τα πνευμόνια μου με αέρα, και αφήνομαι στην ησυχία. Κολυμπώ προς τον βυθό με ευκολία. Το υποθαλάσσιο σκοτάδι δεν με φοβίζει. Νιώθω πως ανήκω εδώ. Τα φύκια, βελούδινες κορδέλες πάνω στο δέρμα μου.

Η νέα γυναίκα με ουρές ψαριού με πλησιάζει μόνο για να αγγίξει τα χείλη μου με τ’ ακροδάχτυλα, τόσο απαλά. Να με λες Μελουζίνη. Μετά, ξαναβουτάει στο νερό. Το μόνο που προλαβαίνω να δω είναι δύο ουρές ψαριού που χάνονται μέσα του. Το μόνο που μου απομένει είναι δύο δίνες στην επιφάνεια, ώσπου κι αυτές εξαφανίζονται μετά από κάποιες στιγμές. Η θάλασσα, μπλε χιτώνας, με τυλίγει.

Κύλιση στην κορυφή