© Ζωγραφική: Γιώργης Βραχνός

Augustin Braud

«Να μην ενδίδω στην απομίμηση και στο ασυναίσθητο κολλάζ»

Μετάφραση: Ελένη Πετροπούλου

Η «σύγχρονη μουσική» είναι πολύ ανεπτυγμένη στη Γαλλία, χάρη σ’ ένα αρκετά εδραιωμένο δίκτυο που περιλαμβάνει πολλά εκπαιδευτικά και καλλιτεχνικά ιδρύματα. Αυτή η πολιτιστική μήτρα, αν και αρκετά επικεντρωμένη γύρω από το Παρίσι, παραμένει πολύ πλούσια και προσφέρει στους νέους συνθέτες τη δυνατότητα να καταρτιστούν και να δημιουργήσουν όνομα ως καλλιτέχνες· ωστόσο, ακόμη παραμένει δύσκολο να ζήσει κανείς αποκλειστικά με το εισόδημα που αποκτά από τη σύνθεση, και αυτός είναι ο λόγος που η μεγάλη τους πλειοψηφία διδάσκουν, είναι υψηλού επιπέδου μουσικοί, ερευνητές κ.λπ. Αυτός ο μικρόκοσμος βιώνει μια πολύ ιδιαίτερη κατάσταση φέτος, το 2022, μετά από μια εσωτερική αναστάτωση (θα ήταν έλλειψη επίγνωσης να πιστέψω ότι αυτό το άρθρο, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Le Monde, έχει ευρύτερη απήχηση πέρα απ’ τους φορείς αυτού του «οικοσυστήματος», καθώς και δυο ή τρεις γκρινιάρηδες επίσης), η οποία ξεκίνησε από ένα κείμενο διαμαρτυρίας του συνθέτη Raphaël Cendo, ενός από τους κύριους εκπροσώπους του κινήματος κορεσμού. Το δημοσίευμα αυτό ανακατεύει ορισμένες αναπόφευκτες παρατηρήσεις με κάτι πατερναλιστικές ασυναρτησίες που στοχεύουν τους νέους συνθέτες, καθώς επίσης και μια κριτική των ιδρυμάτων που δεν είναι και πολύ αξιόπιστη μιας και ο ίδιος ο συνθέτης είναι γνήσιο προϊόν τους. Το κείμενο αυτό έχει αποκρυσταλλώσει πολλές αντιδράσεις, με πιο αξιόλογη εκείνην που προέρχεται από μία αυτο-στρατολογημένη ομάδα νέων συνθετών, οι οποίοι δημοσίευσαν μια συναφή και σαφή απάντηση, εκφράζοντας πραγματικό ενθουσιασμό για τη δημιουργία και για τις πτυχές της που παρεμβάλλονται. Ωστόσο, διατυπώνονται πολλές κοινοτοπίες μέσα σ’ αυτήν, που δυστυχώς δίνουν μερική υποστήριξη στα επιχειρήματα του πρώτου άρθρου υπέρ μιας ιδεολογικής αντίθεσης, η οποία στην ουσία δεν είναι πολύ χρήσιμη μέσα σ’ ένα περιβάλλον που κατά βάση είναι έκθετο σε εγωιστικούς καυγάδες.

Το ζήτημα του κοινού είναι βασικό σ’ αυτά τα δύο άρθρα και θα ήθελα να δώσω μια διττή απάντηση, κάπως αντιφατική αλλά που, κατά τη γνώμη μου, συνοψίζει τους σημερινούς προσανατολισμούς. Το κοινό της σύγχρονης μουσικής απαρτίζεται κυρίως από τους επαγγελματίες της, συνθέτες, μουσικούς, ή από ένα υψηλού επιπέδου πολιτιστικό κεφάλαιο της μεσαίας τάξης που είναι κυρίως συγκεντρωμένο γύρω από το Παρίσι. Πιο σπάνια, η σύγχρονη σύνθεση αγγίζει διαφορετικό κοινό, χάρη στην αξιοθαύμαστη δουλειά των ομάδων εκπροσώπησης που κατανοούν το αναγκαίο διακύβευμα μιας μη-ένοχης γνωριμίας με τη δημιουργική μουσική. Με αυτόν τον όρο εννοώ να ξεφύγουμε από την στερεότυπη αρχή ότι ένας αδιάφορος ακροατής είναι οπωσδήποτε απαίδευτος ακροατής· η συνήθεια της ακρόασης είναι πράγματι αποτέλεσμα εκπαίδευσης, αλλά η προφορική παρουσίαση –κατά τη διάρκεια προκαταρκτικού σεμιναρίου– ή ακόμη καλύτερα, μια κοινή δραστηριότητα δημιουργίας στην οποία το κοινό εμπλέκεται άμεσα, προσφέρει κλειδιά για την επικείμενη εμπειρία ακρόασης και πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες επαναφοράς της στη μνήμη. Με αυτή την έννοια, μπορούμε να συζητήσουμε την απόλυτα ξεχωριστή δουλειά του Loïc Guénin και της ομάδας του Le phare à lucioles, που έχουν έδρα σε μια αγροτική περιοχή και είναι αφοσιωμένοι στη σύνθεση έργων που εντάσσουν ερασιτέχνες στις διαδικασίες της δημιουργίας αλλά και στην παραγωγή της. Για να επιτευχθεί ένα τέτοιο ενθουσιώδες αποτέλεσμα, είναι αναγκαία η απαλλαγή από τις συνήθειες που έχει κανείς όταν συνθέτει –πράγμα το οποίο μερικές φορές απαιτεί μια τεχνική tabula rasa για να αλλάξει τα μερίδια συμμετοχής στο πεντάγραμμο και στην παραγωγή του– αλλά επίσης απαλλαγή και από εγωιστικές ιδέες, ας μην κοροϊδευόμαστε. Πράγματι, ο συνθέτης δεν είναι πια δημιουργός, ο συγγραφέας ενός ανελαστικού urtext (πρωτότυπο κείμενο), αλλά μάλλον πρέπει να συμμετέχει ισομερώς, αποδεχόμενος την κριτική και την τροποποίηση ως κινητήριες δυνάμεις της διαδικασίας για την εξέλιξη του έργου. Είχα τη μεγάλη τιμή, με πρωτοβουλία του Théâtre Auditorium de Poitiers, να συμμετέχω σε ένα ομαδικό συνθετικό έργο με τον συνθέτη ηλεκτρονικής μουσικής Willy Ganne, σε συνεργασία με τους σπουδαστές του ιδρύματος Pôle Aliénor και το μουσικό σύνολο Ars Nova, υπό τη διεύθυνση του Jean-Michael Lavoie. Για πρώτη φορά, η δουλειά μου βασιζόταν σε επίσημες συλλήψεις/επινοήσεις και ηχητικές συλλήψεις που δεν είχα φτιάξει εγώ· έτσι, έπρεπε να συνθέσω σε συνέργεια με τη δομή του Willy και όχι πλέον ex nihilo (εκ του μηδενός), προτού τελειοποιήσουμε τις προτάσεις μας κατά τη συνεργασία με τους ερμηνευτές, οι οποίοι συνέβαλαν σε τεράστιο βαθμό στο έργο με την ομόφωνη επιλογή να αφήσουν ανοιχτές ζώνες για αυτοσχεδιασμό. Το κοινό ήταν αρκετά νεαρό σε ηλικία και σύντομα αντιληφθήκαμε ότι αυτά τα έργα αποτελούσαν μια αποτελεσματική πολυστυλιστική εναλλακτική στην, μερικές φορές, ιερατική πτυχή της ένταξης ενός σύγχρονου κομματιού στη μέση ενός προγράμματος συναυλίας. Όπως σωστά επισημαίνουν η Chantal Dahan, η Francine Labadie και η Sylvie Octobre, «[…] οι πολιτικές που στοχεύουν στους έφηβους δεν λαμβάνουν πάντα υπόψη τις ιδιαιτερότητες των εφήβων και των έργων τους, συχνά επειδή δεν τους γνωρίζουν ή έχουν μια a priori εικόνα τους. Ή, αν πράγματι προσπαθήσουν, αντιμετωπίζουν τη δυσκολία του να βάλουν όλους τους παράγοντες σε ένα πεδίο να συνεργαστούν, παγιδευμένες κάποιες φορές σε θεσμικές ή προσωπικές λογικές που αγνοούν η μία την άλλη». Ο συνθέτης του 2022 πρέπει επομένως να είναι ένας παράγοντας στο αστικό κέντρο, είτε αφορά την οργάνωση μιας ομάδας που θα συνοδεύει άλλους δημιουργούς και θα προσφέρει βιωσιμότητα σε έργα σύνθεσης ή αποστολές έρευνας, διδασκαλίας, διαχείρισης ή επιμέλειας. Το πεδίο δυνατοτήτων είναι ευρύ και εναπόκειται στον κάθε έναν να βρει τη θέση του.

Το έργο μου έχει ισχυρές επιρροές από ποικίλες μορφές τέχνης, όπως στην περίπτωση του Nocturne (2020), το οποίο γράφτηκε πάνω σε ένα ποίημα του Claude Vigée, ποιητή και μαχητή της Αντίστασης, που συμπτωματικά πέθανε μία ημέρα πριν από τη δημιουργία του κομματιού. Ήταν μια συγκινητική στιγμή, καθώς η πρώτη εκτέλεση έγινε στο Στρασβούργο, στη γενέτειρά του Αλσατία. Η δίψα μου ως αναγνώστης σημαίνει ότι βρίσκω τακτικά κείμενα που θέλω να τα μελοποιήσω, είτε για λόγους ηχητικής σχέσης είτε μόνο για το νόημα· επίσης, προσπαθώ να αποφεύγω συγγραφείς που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί πολύ. Μου αρέσουν τα δυνατά, ανεπεξέργαστα κείμενα με μεγάλη παραστατική δύναμη, γιατί πιστεύω στην ανάγκη για κάτι ριζικό· είναι δειλή στάση να περιορίζεσαι στη διασκέδαση σ’ έναν κόσμο που πεθαίνει αφού δεν πρέπει να αναφέρεται κανείς στην κατάρρευση με παντομίμα ή ακόμη χειρότερα με συμβιβασμό. Μπορώ να χρησιμοποιώ λέξεις για να δομήσω ένα οργανικό έργο, όπως πρόκειται να κάνω με τον Pier Paolo Pasolini, τον οποίο αηδίαζε η ιδέα της ένταξης σε οποιαδήποτε παραδοσιακή μορφή, ή όπως ήδη έχω κάνει με τον Claude Vigée και τον Hubert Haddad –τον οποίο είχα τη μεγάλη τιμή να γνωρίσω– και σύντομα με την ποίηση του George Bataille. Έχω επίσης εργαστεί συχνά με τα εικαστικά αλλά όχι τόσο πολύ από συναισθητική άποψη όσο ως αποδέκτης μιας μνήμης, την ανάκληση μιας στιγμής και τη μεταφορά της με τα δικά μου ευαίσθητα εργαλεία. Αυτές οι επιρροές συχνά ενισχύονται από αναλυτικά κείμενα που μου προσφέρουν ένα συμπληρωματικό θεωρητικό πλαίσιο και έχουν ως αποτέλεσμα πολύ αντικρουόμενα κομμάτια, όπως το Stargazer (2021) στο οποίο έχω τελείως αναθεωρήσει κάποιες τεχνικές πτυχές του έργου μου σε σχέση με τα τελευταία χρόνια.

Οι συνθέτες με τους οποίους νιώθω πιο κοντά, γενικά συνδυάζουν δύο χαρακτηριστικά: ασκητισμό, και επομένως, μια αίσθηση της λεπτομέρειας που φτάνει στα άκρα, και έναν ριζοσπαστισμό που συνδέεται με μια ισχυρή πολιτική θεώρηση που τους επιτρέπει να σκέφτονται τη μουσική τους, αλλά επίσης και τη δραστηριότητά τους που περιβάλλει τη σύνθεση, μέσα στο ίδιο το αστικό κέντρο. Θα ήθελα να επιστρέψω στον όρο «ριζοσπαστικός», μια και δεν τον εννοώ ως κενή αναζήτηση παραγωγής του πιο επιθετικού, σκληρού, κατασπαρακτικού ήχου που είναι δυνατόν, αλλά μάλλον ως μια υποχρέωση να είναι κανείς τίμιος με τον εαυτό του, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τον απαραίτητο διάλογο που πρέπει να εδραιωθεί ανάμεσα στον εσωτερικό κόσμο κάποιου και στη φθορά του εξωτερικού κόσμου, ο οποίος, όπως θα έλεγε ο George Bataille, «[…]είναι κατοικήσιμος μόνον όταν τίποτα δεν είναι σεβαστό σ’ αυτόν». Για μένα, ο Klaus Huber είναι μια μοναδική προσωπικότητα η αξία της οποίας είναι εξαιρετικά υποτιμημένη· χρωστάω πολλά στον Jean-Luc Menet, που μου γνώρισε το έργο του. Πέρα από τον Luigi Nono, θα αναφέρω επίσης τον Brice Pauset, τον οποίο είμαι πολύ τυχερός να θεωρώ φίλο, και τον Heinz Holliger –που γεννήθηκε την ίδια μέρα όπως κι εγώ, συμπτωματικά– ο οποίος επίσης είναι πολύ λίγο γνωστός ως συνθέτης. Ο ριζοσπαστισμός τους, η ευρυμάθειά τους και το ενδιαφέρον τους με εμπνέουν και με ωθούν να συνεχίσω. Εμπνέομαι επίσης από πάρα πολλή άγραφη μουσική, στην οποία βρίσκω αυτήν τη ριζοσπαστικότητα: από τη metal και ειδικότερα τη Black Metal και τη Death Metal, την Jazz, τη Noise, ενώ ακούω τακτικά μουσική από την εποχή Μπαρόκ ή ακόμη και μη ευρωπαϊκή μουσική… Ο μόνος κανόνας που έχω όταν γράφω είναι να μην ενδίδω στην απομίμηση και στο ασυναίσθητο κολλάζ που προκύπτουν από αυτές τις γνώσεις, γνωρίζοντας πώς να ανασύρω το πιο εντυπωσιακό περιεχόμενο κάθε ακροάματος, κάθε αισθαντικής εμπειρίας μέσω της διάταξης ενεργειών σε μια δεδομένη στιγμή, και το όλον δένει από μία συνεχώς βελτιούμενη τεχνική που είναι συνώνυμη με μια αρρωστημένη προσήλωση στη λεπτομέρεια· για να παραθέσω τα λόγια του George Bataille ακόμη μια φορά, «χρειάζεσαι το σύστημα και χρειάζεσαι την υπερβολή». Τέλος, δεν είναι συνθέτης, όμως είναι ένας σπουδαίος στοχαστής για μένα, πέρα από τους συγγραφείς που ήδη ανέφερα: ο Georges Didi-Huberman, η πρώτη ανάγνωση του οποίου ενέπνευσε τον κύκλο Contremouvements. Τέλος, το περιβάλλον γύρω μου παίζει σπουδαίο ρόλο στη μουσική που γράφω και η επαφή με τη φύση, που ενισχύεται από την ενασχόληση με αθλήματα αντοχής, όπως και από την ηρεμία και τον διαρκή θαυμασμό της χλωρίδας και της πανίδας, για να μην αναφέρω τη γαλήνη που παρέχει η επαφή με τους αγαπημένους μου και οι πλούσιες συνομιλίες μαζί τους –  όλα αυτά μου επιτρέπουν να γράφω κάτω από ιδανικές συνθήκες, όσο πιο κοντά γίνεται στον ασκητισμό που προανέφερα. Μου αρέσει να γράφω για όλα τα είδη, ωστόσο θέλω πάντα να κρατάω ζωντανή την αλληλεπίδραση της μουσικής δωματίου που αγαπώ πολύ και με συγκινεί, τεκμηριώνοντας μια μουσική κοινωνικότητα που επιτυγχάνεται μέσω της κοινής ακρόασης. Έτσι, ακόμα και σε κομμάτια για μεγάλη ορχήστρα, προσπαθώ να κρατώ αυτήν τη συνομιλία ως προτεραιότητα, καθώς τη μεταθέτω στο γιγαντιαίο μέσο που έχω στη διάθεσή μου. Τελικά, μου είναι πιο δύσκολο να γράφω κομμάτια για σόλο όργανα για τον λόγο που προανέφερα· παρ’ όλα αυτά, αυτή η συνομιλία πραγματοποιείται ανάμεσα σε μένα και τον ερμηνευτή και έχει ως αποτέλεσμα μια απόδοση που υπερέχει λόγω της πράξης της επικοινωνίας, σαν το βερνίκι που αποκαλύπτει χροιές αλλά και τραχύτητα· η σύνθεση για σόλο όργανα σε φέρνει κοντά στον εαυτό σου, προς μια αναπάντεχη ενδοσκόπηση, όπως συνέβη με το Lignier (2021), που συμμεριστήκαμε με την Carolin Widmann, στην οποία είναι αφιερωμένο.

Δεν ενδιαφέρομαι πραγματικά για τις αντιδράσεις του κοινού γιατί ξέρω ότι τα ζάρια είναι πειραγμένα σ’ ένα περιβάλλον όπου οι ακροατές είναι κυρίως συνάδελφοί μου… Πρωτίστως θέλω να ξεπερνάω τα όρια που έχουν τεθεί από την τελευταία μου προσωπική ακρόαση, μετά τις πρόβες και τη συναυλία. Υπάρχουν κομμάτια που θέτουν ερωτήματα και άλλα που επιχειρούν να τα απαντήσουν. Κατά τη γνώμη μου, το ότι είμαι Γάλλος συνθέτης δεν ισχυροποιεί τη θέση μου με κανέναν τρόπο, αφού είμαι αντίθετος προς κάθε εθνικιστική σκέψη. Απλά μετράω την καλή μου τύχη που έχω τη δυνατότητα να ωφελούμαι από μεγάλο αριθμό υποδομών που ευνοούν τη δημιουργία, ενώ αντιμετωπίζω αυτό το οικοσύστημα με κριτική διάθεση χωρίς ωστόσο καμιά επιθυμία να το υπονομεύσω.

Η καθημερινότητά μου αυτόν τον καιρό χαρακτηρίζεται κυρίως από τη σύνθεση ενός κομματιού μεγάλης κλίμακας για το γερμανικό σύνολο Risonanze Erranti, υπό τη διεύθυνση του μαέστρου και τσελίστα Peter Tilling. Το κομμάτι είναι για 19 μουσικούς και το θέμα του βασίζεται στην ανάμνηση μιας διπλής έκθεσης έργων των Auguste Rodin και Anselm Kiefer γύρω από τη μορφή της Cathedral, καθώς και ενός αγάλματος του Balzac από τον Rodin στον κήπο του Μουσείου Rodin, και σε αποσπάσματα κειμένων από το Άγνωστο αριστούργημα του Balzac. Αυτές οι αναφορές, συνδυασμένες με αναγνώσματαψσχετικά με την ιστορικότητα και την φιλοσοφική αντίληψη του μεγαθηρίου του καθεδρικού ναού, εμπνέουν μια πυκνή, τυπικά αρχιτεκτονική μουσική με διάρκεια πάνω από 30 λεπτά, σύμφωνη με ακριβείς αναλογίες και χαρακτηρισμένη από μια χρήση λεπτομερών καλλωπισμών που αντιμετωπίζεται ως leitmotiv. Θα συνθέσω επίσης ένα ντουέτο για τσέλο και μικρά κρουστά για το αυστραλιανό σύνολο Offspring, μια συνεργασία που έγινε δυνατή χάρη στη γενναιοδωρία του κ. Charles Davidson, και, τέλος, ένα κομμάτι για βαρύτονη φωνή, τρομπέτα και μουσικό σύνολο πάνω στη μορφή του Horn of Plenty για το σύνολο 2Ε2Μ.

Πουατιέ, 14.7.2022

⸙⸙⸙

Ενδεικτικά έργα:

https://www.youtube.com/channel/UCq3ZmjmG1LSqz5vYrejM3DQ/videos

«Όλων των λέξεων τα σπιτικά
κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία»
Κύλιση στην κορυφή