Γιάννης Γορανίτης

Ναι, ήθελα να βγάλω βιβλίο

Αρκετοί συγγραφείς, ιδίως νεότεροι, ισχυρίζονται ότι ξεκίνησαν να γράφουν χωρίς τη φιλοδοξία να εκδοθούν. Δηλώνουν ότι δεν θα τους ενοχλούσε αν το κείμενό τους έμενε καταχωνιασμένο σε ένα συρτάρι ή ξεχασμένο σε έναν σκληρό δίσκο. Δεν ξέρω αν το εννοούν ή αν το δηλώνουν λόγω συστολής. Στην περίπτωσή μου όμως συνέβη το αντίθετο: Ξεκίνησα να γράφω –σε μικρή σχετικά ηλικία– με στόχο να δω τα κείμενά μου να εκδίδονται. Ναι, ήθελα να βγάλω βιβλίο. Έλα όμως που όσα έγραφα δεν με ικανοποιούσαν. Έκανα βλέπεις το σφάλμα των πρωτόβγαλτων γραφιάδων να συγκρίνω όσα έγραφα με αυτά που μου άρεσε να διαβάζω: Ξεκίνησα από Ιούλιο Βερν και Πηνελόπη Δέλτα, και συνέχισα με Κάφκα, Ναμπόκοφ και Χέμινγουεϊ, και κατέληξα σε Κάρβερ, Πολ Όστερ, Βόνεγκατ. Ενδιάμεσα, και πολλούς δικούς μας: Καραγάτση, Βαλτινό, Κοτζιά.

Αφού τα δικά μου κείμενα δεν με ικανοποιούσαν εξίσου με όσα θαύμαζα, απογοητευόμουν. Τα έσκιζα και τα πετούσα. Συνέχιζα όμως να γράφω, αφού είχα κατασταλάξει στο τι θέλω να γράφω – τελικά ήταν διηγήματα: μου επέτρεπαν να πω πολλά δίχως να λέω τα πάντα. Τα χρόνια όμως περνούσαν χωρίς να έρχεται την πολυπόθητη έκδοση. Πώς άλλωστε να εκδοθούν όταν δεν τολμούσα καν να τα στείλω σε εκδότες προς αξιολόγηση. Τα άφηνα κι εγώ σε συρτάρια και σκληρούς δίσκους. Δεν το μετανιώνω. Προφανώς, δεν πήγε εντελώς χαμένος ο κόπος.

Η αφορμή και το σπρώξιμο όμως για να προχωρήσω ουσιαστικά δόθηκε μερικά χρόνια αργότερα, αφού παρακολούθησα σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Εν ολίγοις, τότε κατάφερα να συγκεντρώσω και να σταχυολογήσω τα δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, διηγήματα που είχα γράψει, να τα αρθρώσω σε ενιαίο σύνολο και βέβαια να βρω το θάρρος τα στείλω προς αξιολόγηση και έκδοση.

Ναι, έχω παρακολουθήσει αρκετά σεμινάρια, ασφαλώς περισσότερα απ’ όσους τα κρίνουν τόσο εύκολα και απορρίπτουν μετά βδελυγμίας τη «δημιουργική γραφή».  

Όταν κυκλοφόρησε το «24», δέχθηκα ένα απροσδόκητο τηλεφώνημα από έναν πολύπειρο συγγραφέα που του είχα το βιβλίο. Αφού με συνεχάρη με θερμά λόγια, μου έδωσε μια συμβουλή: «Δεν είναι ανάγκη να λες ότι έχεις κάνει μαθήματα δημιουργικής γραφής. Χτυπάει κάπως» μου είπε. Τον ευχαρίστησα για τα καλά του λόγια, αποφεύγοντας να σχολιάσω τη συμβουλή. Αν ήμουν λίγο πιο τολμηρός, θα τον ρωτούσε αν θα έλεγε κάτι αντίστοιχο σε έναν ζωγράφο («δεν είναι ανάγκη να λες ότι πήγες στην Καλών Τεχνών») ή σε έναν ηθοποιό: («Να κρύβεις ότι φοίτησες στη Δραματική. Χτυπάει κάπως»).

Εγώ λοιπόν δεν το θεωρώ ταμπού. Δάσκαλος μου ήταν ο Μισέλ Φάις, μαθήματα του οποίου παρακολούθησα στη «Σχόλη». Υπό την καθοδήγησή του δούλεψα τα κείμενά μου, έγραψα άλλα που δεν θα έγραφα ποτέ μόνος μου, διάβασα πολύ, αλλά κυρίως είχα την ευκαιρία να συγχρωτιστώ και να επικοινωνήσω με ανθρώπους που αγαπούσαν τη γραφή και το διάβασμα, δόκιμους συγγραφείς που ήταν διατεθειμένοι να διαβάσουν και να σχολιάσουν τα κείμενά μου.

Παλιότερα είχα παρακολουθήσει σεμινάρια της Αμάντας Μιχαλοπούλου στην Πύρνα, του Στρατή Χαβιαρά στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard, του Κώστα Καβανόζη στον Ιανό και του Χρήστου Χωμενίδη στο Μουσείο Ηρακλειδών. Άλλα τα πλήρωνα, σε άλλα συμμετείχα ως νικητής λογοτεχνικών διαγωνισμών. Και μακάρι να είχα τον χρόνο και τα χρήματα για να συνεχίσω να παρακολουθώ, γιατί όχι και σε πανεπιστημιακό επίπεδο; Απ’ όλους τους δασκάλους αποκόμισα άφθονη και πολύτιμη γνώση, Κανείς τους δεν με δίδαξε συγκεκριμένες τεχνικές, ούτε μου υπέδειξαν κάποια «συνταγή» όπως αφελώς πιστεύουν ορισμένοι.

Με εκείνα και με τ’ άλλα, το πρώτο μου βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «24» ταχυδρομήθηκε προς εκδοτικούς οίκους. Ομολογώ ότι στάθηκα απροσδόκητα τυχερός, καθώς παρά τη διστακτικότητα απέναντι σε άγνωστους πρωτοεμφανιζόμενους, από τους πέντε εκδότες που έλαβαν τη συλλογή μου, οι τρεις ενδιαφέρθηκαν να την εκδώσουν. Τελικά κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Εξίσου απρόσμενη ήταν η θετική αποδοχή του «24» από την κριτική. Πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο, έλεγα –περισσότερο ως ψυχολογική γραμμή άμυνας– ότι οι κριτικές, είτε θετικές είτε αρνητικές, δεν πρόκειται να με επηρεάσουν. Αυτό που λέω εκ των υστέρων, είναι ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ τον ενθουσιασμό που βίωσα καθώς τις διάβαζα. Όχι (μόνο) γιατί εισέπραττα επαινετικά λόγια, αλλά γιατί κριτικοί όπως ο Νιάρχος, ο Χατζηβασιλείου, η Πανταλέων, ο Σαΐνης, ο Περαντωνάκης και πολλοί ακόμη, αφιέρωσαν χρόνο για να διαβάσουν και να σχολιάσουν τα γραπτά μου. Ακόμη μεγαλύτερος ήταν ο ενθουσιασμός μου όταν πήρα στα χέρια μου το βραβείο του «Αναγνώστη» για τον «Πρωτοεμφανιζόμενο στην Πεζογραφία» του 2018.

Αυτή την περίοδο προσπαθώ, χωρίς να τα καταφέρνω, να βρω χρόνο μεταξύ των βιοποριστικών εργασιών μου και να ολοκληρώσω επιτέλους το δεύτερο βιβλίο μου. Πιστέψτε με, αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολο από το πρώτο. Μετά από τρεις διαδοχικές αποτυχίες να ολοκληρώσω ένα μυθιστόρημα –η μία πιο παταγώδης από την άλλη– επέστρεψα στη βολική και οικεία περιοχή των διηγημάτων. Αλλά κι εκεί σκούρα τα έχω βρει. Υποφέρω ακόμη βλέπεις από υπερβολική συγγραφική ανασφάλεια, η οποία πλέον συνδυάζεται με μια κακώς εννοούμενη τελειοθηρία. Μίγμα εκρηκτικό και σίγουρα ανασταλτικό, αφού με οδηγεί στην απόρριψη του ενός κειμένου πίσω από τ’ άλλο. Αλλά πού θα μου πάει…

Κλείνοντας, αφού βρήκα βήμα, θα ήθελα να δώσω τρεις συμβουλές προς νεότερους και επίδοξους συγγραφείς:

  1. Να γράφεις με πρόγραμμα. Τύπου σήμερα από τις 7-9 το πρωί. Ή από τις 8-11 βράδυ. Ή ακόμη καλύτερα, ειδικά αν είσαι εισοδηματίας, από τις 9 ως τις 5. Σαν να ήταν κανονική δουλειά. Που είναι, μόνο που σπάνια πληρώνεται.
  2. Μην ξημεροβραδιάζεστε στα social media. Είναι απολύτως κατανοητή η αγωνία να προωθήσετε το βιβλίο σας, όπως και η ανάγκη αυτεπιβαβαίωσης από έναν κύκλο ανθρώπων με κοινά ενδιαφέροντα, αλλά δεν είναι πανάκεια. Άσε που σπάνια αποδίδει. Όπως μου έλεγε και ένας πολύπειρος ποιητής, αν για κάθε πενήντα like και καρδούλες στο facebook, πουλούσα από ένα αντίτυπο θα είχα ήδη λύσει το οικονομικό μου πρόβλημα.
  3. Μην παίρνεις τον εαυτό σου στα σοβαρά. Σοβαρά όμως.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, μάλλον δεν δικαιούμαι να δίνω αυτές τις συμβουλές. Ούτε με πρόγραμμα γράφω, ούτε συγκρατώ τη ματαιοδοξία μου στα κοινωνικά δίκτυα, ενώ φευ, παίρνω πού και πού τον (συγγραφικό) εαυτό μου στα σοβαρά. Οπότε θα αρκεστώ σε μια ύστατη, ελπίζω χρησιμότερη, σύσταση:

Ποτέ μη δέχεστε συμβουλές. Ειδικά αν αυτός που τις δίνει, δεν τις ακολουθεί.

Κύλιση στην κορυφή