π. Ευάγγελος Γκανάς

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: ακατάτακτος αρχειοθέτης

Η πρόσληψη του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη από τη λογοτεχνική κριτική και τη συγγραφική συντεχνία έχει τη δική της ιστορία και την ανάλογη σημασία. Έχοντας δημοσιεύσει το πρώτο του μυθιστόρημα, Ανδρέας Δημακούδης, το 1935, ο Πεντζίκης έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1969, όταν ο Γ. Π. Σαββίδης με την παρουσίασή του στο Ινστιτούτο Γκαίτε εκτελώνισε το έργο του Πεντζίκη σε ένα κάπως ευρύτερο κοινό.

Στο ενδιάμεσο διάστημα ήταν οι ποιητές που τον πρόσεξαν. Ο φειδωλός στους επαίνους προς ομοτέχνους Γιώργος Σεφέρης αφιέρωσε το 1967 αρκετές επαινετικές σελίδες στο Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης.[1]Νωρίτερα, το 1964, ο Τάκης Σινόπουλος είχε γράψει μια κριτική για την Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής αποτιμώντας την ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα των μεταπολεμικών χρόνων.[2] Αντίθετα, όπως μας πληροφορεί η Ελισάβετ Κοτζιά, ούτε ο «συντηρητικός» Αλέξανδρος Κοτζιάς ούτε ο «προοδευτικός» Δημήτρης Ραυτόπουλος έγραψαν κριτική για τον Πεντζίκη.[3]

Στις μέρες μας παρατηρείται μια διπλή εξέλιξη. Από τη μια πλευρά, έγκριτες ακαδημαϊκές φωνές, όπως αυτή του Δημήτρη Τζιόβα, θεωρούν πως η κριτική έχει προβεί εσχάτως σε αξιολογικές ανακατατάξεις του λογοτεχνικού κανόνα, μια από τις οποίες είναι η θετική αποτίμηση κάποιων πρώιμων μοντερνιστών πεζογράφων που στον καιρό τους δεν προσέχτηκαν όσο τους άξιζε. Σ’ αυτούς ο Τζιόβας συγκαταλέγει τον Πεντζίκη, τον Γιάννη Σκαρίμπα και τη Μέλπω Αξιώτη. Και οι τρεις, θα παρατηρούσαμε εμείς, μαζί με τη μοντερνιστική γραφή μοιράζονται και την αφειδώλευτη αγάπη για τον γενέθλιο τόπο: ο Πεντζίκης για τη Θεσσαλονίκη και εν γένει τη Μακεδονία, ο Σκαρίμπας για τη Χαλκίδα, η Αξιώτη για τη Μύκονο.[4]

Από την άλλη πλευρά, πέραν της όχθης που σχηματίζει η λογοτεχνική συντεχνία, η θεολογία του ’60 και οι επίγονοί της πρόσεξαν και πρόβαλαν τον Πεντζίκη, προσβλέποντας σ’ έναν ακόμα «άγιο των γραμμάτων». Πρόσφατα, ο Γαβριήλ Πεντζίκης, σε μια συζήτηση με τον Νίκο Μπακουνάκη, δικαίως νομίζω, δυσφόρησε με έναν τέτοιο χαρακτηρισμό.[5] Όχι γιατί δεν είναι πρόδηλη η σχέση του Πεντζίκη με την Ορθοδοξία, αλλά γιατί, όπως και ο άλλος μεγάλος «άγιος των γραμμάτων μας», κι αναφέρομαι φυσικά στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ο Ν. Γ. Πεντζίκης είναι μια ακόμα πιο ακατάτακτη, εντελώς μοναδική και ιδιοσυγκρασιακή λογοτεχνική προσωπικότητα.

Κάνοντας έναν ελεύθερο συνειρμό, ανάλογο μ’ αυτούς που αρέσκεται να κάνει συνεχώς στο έργο του ο Πεντζίκης, θα έλεγα πως η σύγχρονη πρόσληψη του Πεντζίκη φέρει συχνά κάτι από την τύχη που είχε και η γενέτειρά του Θεσσαλονίκη. Καταγράφοντας εν θερμώ το 1913 τις εντυπώσεις του από την απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη, ο αξιωματικός του επιτελείου Ιπποκράτης Παπαβασιλείου γράφει:

14 Μαΐου 1913: Εσιχάθηκα φοβερά. Θα προτιμούσα δε χίλιαις φοραίς να ήμουν στρατοπεδευμένος υπό σκηνήν σε κανένα βουνό παρά εδώ εις αυτήν την παρδαλήν πόλιν όπου είναι συγκετρωμέναι όλαι αι φυλαί του Ισραήλ. Σε βεβαιώ ότι αντιπαθητικότερος τόπος δεν υπάρχει […] Δεν ξέρω κατά πόσον δύναται να αρέσει μια πόλις με κοινωνίαν παρδαλήν, αποτελουμένην κατά τα 9/10 από εβραίους [προσωπικά θα προσέθετα φυσικά και τους μουσουλμάνους που ο μαρτυράς μας δεν τολμά καν να αναφέρει]. Δεν έχει ουδέν το ελληνικόν αλλ’ ούτε το ευρωπαϊκόν. Δεν έχει τίποτε.[6]

Η μετατροπή της κάποτε πολυφωνικής Θεσσαλονίκης σε μια μονοφωνική πόλη θυμίζει νομίζω, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, την τάση κάποιων θεολογούντων να κάνουν τον Πεντζίκη να πει αυτό που αυτοί θα ήθελαν να είχε πει.

Με άλλα λόγια, οφείλουμε να μην ξεχνάμε την επισήμανση του Σεφέρη:

Ο Ν.Γ.Π. είναι ο πρώτος χριστιανός από όσους συνάντησα, που ορίζει τόσην ευρυχωρία. Πιθανότατα, την τόσο πλατιά και πλούσια ιδιοσυγκρασία του την ευκολύνει σε τούτο η ελληνική χριστιανοσύνη· χάρη σ’ αυτήν, μπορεί να χωρέσει η ψυχή του όλα τα δικά μας, από τον Όμηρο […] ως τον τελευταίο σύγχρονο καλόγερο του Αγίου Όρους. Και μπορεί να μιλά για το ανθρώπινο σώμα, προστρέχοντας αδιάφορα είτε στον Απόστολο των Εθνών είτε στον Μεγάλο Πάνα.[7]

Παρουσιάζοντας σήμερα την εν εξελίξει επανέκδοση του έργου του από τις εκδόσεις Εν Πλω/Δόμος, θα εστιάσω σε δυο πτυχές αυτού του έργου, σημαντικές τόσο για τη λογοτεχνία του μοντερνισμού όσο όμως και για κάθε αναπολογητική θεολογία (διακινδυνεύοντας έτσι να υποκύψω στο αμάρτημα των θελογούντων που μόλις κατέκρινα). Οι δυο πτυχές στις οποίες αναφέρομαι είναι η μνήμη και το αρχείο. Η συνεχής αναφορά στην πρώτη και η συγκρότηση του δεύτερου συνιστούν θεωρώ βασικούς άξονες του πεντζικικού έργου. Για χάρη αυτής της παρουσίασης θα ονόμαζα τον Πεντζίκη, με έναν παιγνιώδη τόνο, που ελπίζω ο ίδιος να ενέκρινε, έναν ακατάτακτο αρχειοθέτη.

Η μνήμη για τον Πεντζίκη δεν νοείται ως λατομείο εξόρυξης υλικού προς λογοτεχνική χρήση. Συνιστά το Leitmotiv της πορείας προς την πνευματική συγκρότηση του εαυτού.

Μεγάλο πράγμα να μεταβληθείς ολόκληρος σε μνήμη ξεχνώντας το άτομό σου.[8]

Είμαι υποχρεωμένος να κλείσω τα μάτια μου και να δω με τη μνήμη.[9]

Εστιάζοντας στη μνήμη, ο Πεντζίκης προφανώς ανατρέχει στον Προυστ, αλλά με έναν δικό του προσωπικό και ιδιόμορφο τρόπο, συνδυάζοντας την παιδική, άδολη στάση απέναντι στη ζωή με την ησυχαστική πρακτική της μνήμης του Ιησού.

Θυμόσαστε τι κάνουν [τα παιδιά] όταν, παίζοντας, ξαφνικά χάσουν κάτι; Δένουν τον διάβολο, κάνουν έναν κόμπο στο μαντήλι […] Δηλαδή σε μια προσπάθεια ανάλογη μ’ εκείνη του σύγχρονού μας Μαρσέλ Προυστ, που, αναζητώντας τον χαμένο καιρό της κοσμικής ζωής, τον ξανάβρε […] Τι άλλο από σειρά κόμπους είναι το σημαντικό εργαλείο προσευχής των μοναχών;[10]

Η ανάκληση της μνήμης δεν περιορίζεται στην προσωπική ζωή του συγγραφέα. Ανατρέχοντας και στις μνήμες των άλλων καταλήγει στη μνήμη του κοινού πατέρα των πάντων, του κατά τον Πεντζίκη «εξουσιαστού της μνήμης»[11]:

Κατ’ αρχήν θυμάται κανείς τα προσωπικά δικά του παιδικά χρόνια. Έπειτα τα παιδικά του καθενός. Έπειτα σαν παιδί όμοιο με όλα τα άλλα παιδιά, τον πατέρα του και τον πατέρα όλων μας. Τον πατέρα από τον οποίο εξαρτόμαστε ως παιδιά και ως παιδιά δια της μνήμης καταλήγοντας στην ταύτιση προς τον πατέρα.[12]

Και δεν είναι μόνο οι μνήμες των ανθρώπων αλλά και του τόπου που οδηγούν στην ίδια πνευματική οδό. Ο Pierre Nora υποστήριξε πως «υπάρχουν τόποι μνήμης στους οποίους παραμένει μια υπολειμματική αίσθηση συνέχειας», μόνο και μόνο «επειδή δεν υπάρχουν πια περιβάλλοντα μνήμης στα οποία η μνήμη είναι πραγματικό κομμάτι της καθημερινής ζωής».[13]

Η αλήθεια που φέρουν τα λόγια αυτά είναι αναντίρρητη για τον Πεντζίκη, που κάνει έργο ζωής την ανάδυση αυτής της συνέχειας, τη διάσωση μιας μνήμης που μπορεί να καταστεί ουσιώδες και απαραίτητο στοιχείο του καθημερινού βίου.

Ζώντας στη Θεσσαλονίκη, πληθώρα συμπτώσεων μπορεί να μας βοηθήσει στη χριστολογική αντίληψη της μνήμης.[14]

Οι πυκνές αλλεπάλληλες εξηγήσεις του πείθουν, ότι το φυσικό τοπίο προσφέρεται στον άνθρωπο σαν παραίνεση προσευχής.[15]

Επισκεπτόμενος την Αχειροποίητο «σε στιγμές όπου [τ]ου φαινόταν ότι ο κόσμος χάνονταν» και παρατηρώντας ζωγραφικά θέματα που σώζονται στα τόξα της κιονοστοιχίας, θέματα παρμένα από το ζωικό και φυτικό βασίλειο, γράφει:

Έτσι λοιπόν σε στιγμές θλίψεων δια της τέχνης, ξεκινώντας από την απλή αίσθηση των χρωμάτων που ’χαν τα διάφορα εικονιζόμενα αντικείμενα, έφτανα να νιώθω κάτι από τον Παράδεισο, να εννοώ κάπως τα παγόνια και τις πέρδικες τα όμορφα ψάρια, παρ’ όλο που δια του βίου μου του παραφορτωμένου με αμαρτίες, απείχα πολύ από την Ευαγγελική διδασκαλία.[16]

Η μνήμη του ανθρώπου μπορεί να διασώζει τα ανθρώπινα εγχειρήματα, όσο ταπεινά κι ασήμαντα κι αν είναι, γιατί όλα μπορούν, μέσω της αναγωγής, να αναφέρονται στον Θεό και να εισέρχονται στη δική του μνήμη.

Περνώντας στην έννοια του αρχείου, όπως το συναντούμε στο έργο του Πεντζίκη (κι εδώ δεν αναφέρομαι μονάχα στο ομότιτλο έργο του, αλλά συνολικά στο πεντζικικό corpus), οφείλω ευθύς εξαρχής να δώσω μερικές διευκρινήσεις.

Η έννοια του αρχείου συναντάται πρωτίστως στην ιστοριογραφία έχοντας θετικό πρόσημο. Σηματοδοτεί το πέρασμα από την ομιλία στη γραφή, από την ανάμνηση των γεγονότων στην καταγραφή της ιστορίας, από τον κόσμο της προφορικότητας στον κόσμο της εγγραμματοσύνης.

Όμως, όσο η συναγωγή των μαρτυριών και των τεκμηρίων είναι αναγκαία για να μη χαθεί το παρελθόν στη λήθη, τόσο στην πράξη ανακύπτουν προβλήματα και ερωτήματα.

Καταρχάς τα προβλήματα. Το αρχείο είναι μεν ανοικτό προς όλους, αλλά ταυτοχρόνως παραμένει βουβό και ορφανό. Βουβό, γιατί χωρίς τη διερώτηση του ερευνητή δεν μιλά. Ορφανό, γιατί οι μαρτυρίες που κρύβει έχουν αποσπαστεί από τους γεννήτορές τους.[17]

Παράλληλα, η μέριμνα για τη συγκρότηση του αρχείου δημιουργεί παρενέργειες στην πνευματική ζωή του ανθρώπου. Με τα λόγια του Μίλαν Κούντερα:

Η ηθική του ουσιώδους παραχώρησε τη θέση της στην ηθική του αρχείου. (Το ιδεώδες του αρχείου: η γλυκιά ισότητα που βασιλεύει μέσα σ’ έναν αχανή κοινό τάφο).[18]

Περνώντας από τα προβλήματα στα ερωτήματα, οφείλουμε να αναρωτηθούμε: είναι άραγε λογικό και επιθυμητό να θέλουμε να σώσουμε τα πάντα από το παρελθόν; Η ίδια η ιδέα να μην ξεχνάμε τίποτε δεν συναντά άραγε την τρέλα του ανθρώπου της ολοκληρωτικής μνήμης, του περίφημου Φούνες του μνήμονα από τις Μυθοπλασίες του Μπόρχες, που δεν ξεχνά ποτέ τίποτα, αλλά γι’ αυτό είναι πάντοτε βραχυκυκλωμένος από το πλήθος του υλικού που οφείλει κάθε φορά να προσπελάσει;[19]

Ας δούμε πώς αντιμετωπίζει τα θέματα αυτά ο Πεντζίκης. Ήδη από τον τίτλο, ο αναγνώστης του βιβλίου Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής αρχίζει να ψυχανεμίζεται τις προθέσεις του συγγραφέα. Για όποιον εντούτοις θέλει πιο απτά πειστήρια, ο συγγραφέας έρχεται πρόθυμος αρωγός:

Σκοπός της παρούσης εργασίας, είπαμε πολλές φορές ήδη, είναι η τακτοποίηση του υλικού των αναμνηστικών ενός μεγάλου χαρτονένιου κουτιού που ’ναι στην κάμαρή μας.[20]

Στο τέλος μιας μακράς διαδρομής, στο Αρχείον, η εισαγωγική φράση κινείται στον ίδιο άξονα:

ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ: Καθημερινή δουλειά. Ένας ολόκληρος κόσμος ακατάστατος. Θεωρίες για μια τακτοποίηση.[21]

Η συναγωγή αυτή παρατηρήσεων από την καθημερινή ζωή, αποκομμάτων από εφημερίδες, σπαραγμάτων από διαλόγους, συνειρμικές και ετυμολογικές ακροβασίες, πολλά χρόνια πριν Τα στοιχεία για τη δεκαετία του ’60 του Θανάση Βαλτινού, φιλτραρισμένα εδώ από την ιδιοσυγκρασιακή συνείδηση του Πεντζίκη κι όχι ως δήθεν ουδέτερα τεκμήρια, σκοπό έχουν να προσδώσουν στον συγγραφέα μια ταυτότητα και στον αναγνώστη μια πυξίδα.

Με τα λόγια του Παναγιώτη Κονδύλη:

[Το εγώ του μοντερνιστικού μυθιστορήματος] αποτελεί μια συνεχώς διακοπτόμενη και αδιάλειπτα συνεχιζόμενη ροή αισθητήριων αντιλήψεων και εντυπώσεων, η οποία όμως δεν έχει ούτε κοίτη ούτε κάποια πρόδηλη κατεύθυνση· στον βαθμό που η ρευστή τούτη μάζα υπάρχει ακόμα ως εγώ, παίρνει τη μορφή του δοχείου μέσα στο οποίο βρίσκεται, με άλλα λόγια το εγώ υπάρχει μόνον ως προϊόν μιας παροδικής διάταξης ή ως προϊόν της στιγμιαίας πίστης στην ύπαρξη ενός εγώ.[22]

Χωρίς να εκτρέπεται σε μακρές στοχαστικές παρεκβάσεις στα μυθιστορήματα του, ο Πεντζίκης αποδίδει στους ήρωες του αυτή την ρευστή ταυτότητα:

Η υπόστασή μου είναι όλο διακυμάνσεις. Το σχήμα του χάνεται μέσα στα δοχεία που γεμίζω.[23]

Αγωνίζουμαι να συμπεριλάβω ασήμαντες λεπτομέρειες που σημείωσα, γιατί μόνο έτσι καταλαβαίνω ότι μπορεί να λάβει κάποια ενότητα η κομματιασμένη από τις καθημερινές αντιφάσεις ύπαρξη.[24]

[Α]φηρημένος στις προσωπικές του σκέψεις, στην αντίληψή του δεν υπήρχε παρά το σκοτάδι. […] Δεν έβρισκε ενδιαφέρον στους άλλους. […] Φοβόταν νιώθοντας μονάχος κι έρημος. […] Κατόπι η των πραγμάτων αλήθεια, διαψεύδοντας τις υποθέσεις του νου, τον έκαμε να νιώθει άρρωστος, παράλυτος, ανίκανος για οποιαδήποτε πράξη και εφαρμογή. […] Αυτή η διακύμανση του είναι του, από τη θεωρητική πραγμάτωση στην πρακτική αδράνεια, τον κούραζε. […] Περιορισμένος στη μητρική του πόλη, είχε σχηματίσει με τη φαντασία του μια εικόνα ιδανική της ζωής του λαού της πατρίδας του.[25]

Όμως δεν παραμένει δέσμιος αυτής της ρευστότητας του μοντερνισμού. Με ένα άλμα, χαρακτηριστικό της συγγραφικής στρατηγικής του, εισάγει έναν απροσδόκητο πρωταγωνιστή, ο οποίος προφανώς απουσιάζει από το μοντερνιστικό μυθιστόρημα:

Έβλεπε τον Χριστό να είναι απανταχού παρών. Σε κάθε πράγμα, σε κάθε δοχείο, ο Χριστός. Το ένα δοχείο χωρίς καμιά ελάττωση μεγέθους χωρούσε μέσα στο άλλο. Η παρουσία του Χριστού στο καθένα υπήρχε χωρίς να μοιράζεται, πολλαπλότητα ενιαία.[26]

Σε μια δική του, ελεύθερη ερμηνεία της Ενσάρκωσης, ο Χριστός παίρνει το σχήμα του κάθε ανθρώπου προκειμένου ο άνθρωπος να λάβει ένα οριστικό σχήμα.

Αισθανόταν την ανάγκη να συγκεντρωθεί. Βασανίζονταν έρμαιο από τις εντυπώσεις, από τις σχέσεις του με τα πράγματα, με τα πρόσωπα. Επιθυμούσε ένα σχήμα.[27]

Ίσως κάποτε καταστεί δυνατή η κατάταξη, σε φυσική χρονική σειρά των επεισοδίων της ζωής του κ. Πωσνατομπούμ, που αναπολώ κατά τρόπο εντελώς διάφορο και ανακατωμένα.[28]

Η συγκρότηση και η αναδίφηση του πεντζικικού αρχείου δεν συνιστά απρόσκοπτη και πανταχόθεν ελεύθερη εργασία του συγγραφέα:

Καταλαβαίνω πάντως […] ότι δεν πρέπει να αναμειγνύομαι, σαν πρόσωπο με ατομική δική του θέληση, στα εκάστοτε δεδομένα του αρχείου που εξερευνώ και τακτοποιώ.[29]

Αυτή η αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής όμως δεν αποσκοπεί μονάχα στην απόδοση ενός σχήματος στον άνθρωπο. Στη διαδρομή από το Ανδρέας Δημακούδης στο Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση οι φιλοδοξίες του συγγραφέα αλλάζουν ριζικά:

Γονάτισα και ζήτησα την ανάσταση του νέου που αυτοκτόνησε. Για να μπορέσω να συνδέσω τα παλιά με τα νέα, να εννοήσω το σχήμα, το σχήμα μου, να υπάρξω.[30]

Πρέπει, το καταλαβαίνω ως χρέος μου, ο νέος που πέθανε να θελήσω να αναστηθεί, γιατί αλλιώς η ζωή μένει αδικαιολόγητη […] Σκέφτουμαι ότι η ανάσταση είναι απαραίτητη, κυρίως για να εννοηθούν οι μικροί, οι ταπεινοί και καταφρονημένοι, οι καθημερινοί ήρωες. [31]

Η αρχειοθέτηση του Πεντζίκη δεν συνίσταται στη σχολαστική αντιμετώπιση των πράγματων more geometrico, αλλά στη συλλογή όλων εκείνων των στοιχείων του ανθρώπινου βίου και του φυσικού κόσμου τα οποία, διά της μνήμης, αναφέρονται στον Θεό και αποδίδουν σχήμα και κάλλος στον άνθρωπο και τον κόσμο.

Ο Πεντζίκης, ερχόμενος διά της μνήμης και του αρχείου αντιμέτωπος με το βάρος της Ορθόδοξης παράδοσης, κατορθώνει να αποφύγει τρεις βασικούς συνακόλουθους πειρασμούς: την αέναη νηπιότητα, την πατροκτονία, τον αισθητισμό.

Αποφεύγει την νηπιότητα υπογραμμίζοντας:

Μου είναι όμως αδύνατο να περιοριστώ σε μοναστήρι με κανόνες, να δεχτώ τη θαλπωρή στο Ιερό της εκκλησίας. Υπάρχει μέσα μου κάτι καινούριο, και ως γεγονός και ως δυνατότητα, που φοβούμαι να το υποτάξω. Θα ήταν σαν να καταδίκαζα τον εαυτό μου να μείνει διαρκώς παιδί που το νταντεύουν. Σαν να απέκλεια τη δυνατότητα να φτάσω στο ανδρικό στάδιο.[32]

Αποφεύγει την πατροκτονία γιατί είναι τόσο ανοιχτός στις πηγές και τις επιρροές του ώστε δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος τυραννικός επίγειος πατέρας που να πρέπει να παραμεριστεί. Διαβάζει ήδη από τα χρόνια του Δημακούδη Μακρυγιάννη και δημοτικά τραγούδια αλλά και τη Σύνοψη κι αργότερα τον Συναξαριστή και το Νέο Μαρτυρολόγιο, αλλά ταυτόχρονα είναι εμφανής η παρουσία φωνών από τη λογοτεχνική παράδοση τόσο διαφορετικών μεταξύ τους όσο ο Ρεμπώ και ο Ρίλκε, ο Θερβάντες και ο Ντοστογιέφσκι, ο Τζόυς και ο Προυστ.

Ο δε ουράνιος πατέρας δεν συνιστά εμπόδιο γιατί:

Κέντρο των συνεχών συστροφών της μνήμης, για το ξέμπλεγμα του κουβαριού της μοίρας, η συνεχής αναφορά στον Χριστό. Κίνηση της ψυχής επέκεινα της παραιτήσεως, που επέτρεψε στον σύγχρονό μας Προυστ να ομιλήσει περί «Ανακτημένου Χρόνου» στο τέρμα της πορείας του «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο». Κίνδυνος, σ’ όλες τις περιπτώσεις ανακυκλήσεως της μνήμης, η υπερηφάνεια.[33]

Αποφεύγει, τέλος, τον αισθητισμό γιατί, ενώ σύμφωνα με τον Σεφέρη είναι «λογοτέχνης μέχρι τα μπούνια», δεν έχει σε καμία υπόληψη την αισθητική καταξίωση. Αναφερόμενος κάπου στον Σολωμό γράφει:

Τον περιτριγυρίζουν άνθρωποι που θεωρούν το πνεύμα ως στολίδι, ως κόσμημα, ως πλούτο, ως τίτλο ισχύς και εξουσίας, για να παίρνουν, να έχουν δικαιώματα.[34]

Αυτή την αντίληψη περί τέχνης ο Πεντζίκης την απορρίπτει εμφατικά. Ο κ. Πωσνατομπούμ, alter ego του συγγραφέα στο Σημειώσεις εκατό ημέρων είναι άνθρωπος

σχεδόν ανύπαρκτος, με πολλά κοινά στοιχεία με τον Πτωχοπρόδρομο ή τους σκουπιδότοπους […] φοβόταν και ντρεπόταν τρομερά τους συνανθρώπους του.[35]

Τούτο ίσως γιατί, πολεμώντας τις αντιλήψεις του νοικοκύρη πατέρα του, διατήρησε πάντα μέσα του, τη δροσιά των αφελών αντιλήψεων του παιδιού.[36]

Εξίσου αντίθετος είναι με μια αισθητική αποτίμηση των πραγμάτων. Στις 17 Απριλίου 1964, Παρασκευή του Ακαθίστου, επισκέπτεται μαζί με τον Σεφέρη και τον Σαββίδη τα εκκλησάκια της Βέροιας, η κατάσταση των οποίων θα ταράξει και θα απογοητεύσει τον Σεφέρη, όχι όμως και τον Πεντζίκη. Η λογοτεχνική απόδοση του περιστατικού έχει ως εξής:

Ο ποιητής που επισκέφθηκε τα πέριξ εκκλησάκια, άλλα με στέγη τρύπια, άλλα γεμάτα με καυσόξυλα αποθηκευμένα, δεν ήξερε πού να σταθεί ώστε να μπορέσει να διακρίνει τα τυχόν διασωζόμενα τμήματα τοιχογραφιών, βρωμισμένα από την κάπνα και τη σκόνη, στον χώρο που βρίσκεται πέραν του αισθητικού και του ωραίου. Έξω από την κόγχη του ιερού, όπου η γραφική ένθεση των πλίνθων σχηματίζει τα αρχικά της φράσης «Ιησούς Χριστός νικά», υπονοούμενης της παλλαϊκώς γνωστής συνέχειας «κι όλα τα κακά σκορπά», βλέποντας εγκατεστημένο ένα κουμάσι με όρνιθες, ένιωσε να τον συντρίβει η φθορά και βιαστικά απομακρύνθηκε.[37]

Θα κλείσω με μια ακόμα αναφορά στον Προυστ, συσχετίζοντας την με μια του Πεντζίκη, η οποία όμως κινείται στους αντίποδες. Ο Γάλλος μυθιστοριογράφος στην αρχή του τεράστιου έργου του επισημαίνει:

[Κ]ι όμως ανάμεσα στην εκκλησία και σ’ ό,τι δεν ήταν εκκλησία υπήρχε μια διαχωριστική γραμμή, που η σκέψη μου δεν μπόρεσε ποτέ να την ξεπεράσει.[38]

Εντελώς αντίθετα κλείνει ο Πεντζίκης το έργο του Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση:

Τότε θυμήθηκα τη διήγηση από ένα όνειρο που είχε δει επανειλημμένα η γιαγιά μου, η μητέρα της μητέρας μου, πως στο πατρικό μας σπίτι από κάτω ήταν εκκλησία θαμμένη. Της παρουσιάζονταν Σεβάσμια μορφή, που έδινε την εντολή να γκρεμίσουμε τα σπίτι και να σκάψουμε, να βρούμε από κάτω την Εκκλησία.[39]

Θεωρώ πώς, σκάβοντας τη μνήμη και αναδιφώντας το αρχείο, τη βρήκε.

⸙⸙⸙

[Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 13.6.2023 στον Σύλλογο των Αθηναίων, στην Πλάκα, σε εκδήλωση για τα τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Ν.Γ. Πεντζίκη]


[1] Ιγνάτης Τρελός, Οι Ώρες της «Κυρίας Έρσης», Ερμής 1973. Τώρα: Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές, τόμος Γ΄, Ίκαρος, 2002, σ. 193-236. [Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Ταχυδρόμος, τεύχος 679, σ. 42-48, στις 15 Απριλίου 1967].

[2] Τάκης Σινόπουλος, Ν. Γ. Πεντζίκη, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, Γιώργος Αράγης (επιμ.), Ανθολογία της Νεοελληνικής Λογοτεχνικής Κριτικής, Εκδόσεις Σοκόλη, 2019, σ. 620-627. [Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Εποχές, τεύχος 17, Σεπτέμβριος 1964, σ. 64-67]

[3] Ελισάβετ Κοτζιά, Ιδέες και Αισθητική. Μεσοπολεμικοί και μεταπολεμικοί πεζογράφοι 1930-1974, Πόλις, 2006, σ. 239, 286.

[4] Δημήτρης Τζιόβας, Η πολιτισμική ποιητική της ελληνικής πεζογραφίας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2017, σ. xi.

[5] Δείτε τον σύνδεσμο.

[6] Mark Mazower, Θεσσαλονίκη Πόλη των Φαντάσματων, μετάφρ. Κώστας Κουρεμένος, Αλεξάνδρεια, 2006, 353.

[7] Γιώργος Σεφέρης, Οι ώρες της κυρίας Έρσης, Δοκιμές, Γ΄, 202.

[8] Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, Εκδόσεις Άγρα, 2008, 70.

[9] Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση, Εκδόσεις Άγρα, 1987, 70.

[10] Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Προς Εκκλησιασμόν, Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, 1986, 104.

[11] Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σημειώσεις εκατό ημερών, Παρατηρητής, 1988, 198.

[12] Προς Εκκλησιασμόν, 106.             

[13] Παρατίθεται στο Enzo Traverso, Επανάσταση. Διανοητική και πολιτισμική ιστορία, μετάφρ. Νίκος Κούρκουλος, Αλεξάνδρεια, 2023, 245.

[14] Προς Εκκλησιασμόν, 113.

[15] Προς Εκκλησιασμόν, 60.

[16] Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης, Εκδόσεις Άγρα, 2005, 234-5.

[17] Paul Ricoeur, Η Μνήμη Η Ιστορία Η Λήθη, μετάφρ. Ξενοφών Κομνηνός, Ίνδικτος, 2013, 276.

[18] Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος, μετάφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2005, 118.

[19] Yosef HayimYerushalmi, Zakhor. Jewish History and Jewish Memory, University of Washington Press, 1982, p. 102. Πβλ. Ricoeur, ibid, 669. Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Μυθοπλασίες, μετάφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ύψιλον/Βιβλία, 1990, 87-95.

[20] Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, 98.

[21] Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αρχείον, Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις, 1991, 9.

[22] Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, Θεμέλιο, 1991, 129-30.

[23] Ο Πεθαμένος και Ανάσταση, 9.

[24] Ο Πεθαμένος και Ανάσταση, 53-4.

[25] Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αντρέας Δημακούδης, Δόμος, 2023, 7, 8, 20, 32, 33, 38.

[26] Ο Πεθαμένος και Ανάσταση, 81.

[27] Ο Πεθαμένος και Ανάσταση, 7.

[28] Σημειώσεις εκατό ημερών, 205.

[29] Αρχείον, 104.

[30] Ο Πεθαμένος και Ανάσταση, 82.

[31]Ο Πεθαμένος και Ανάσταση, 72.

[32] Ο Πεθαμένος και Ανάσταση, 103-4.

[33] Προς Εκκλησιασμόν, 89

[34] Ο Πεθαμένος και Ανάσταση, 58.

[35] Σημειώσεις εκατό ημερών, 36.

[36] Σημειώσεις εκατό ημερών, 188.

[37] Σημειώσεις εκατό ημερών, 149-50.

[38] Μαρσέλ Προυστ, Αναζητώντας το χαμένο χρόνο. Από τη μεριά του Σουάν, μετάφρ. Παύλος Ζάννας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2019, 62.

[39] Ο Πεθαμένος και Ανάσταση, 153.

«το να θέλει να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει
να επιδιώκει συνέχεια τη συναναστροφή
μιας αξίας που του είναι ξένη»
Κύλιση στην κορυφή