Ένα προσωπικό καθρέφτισμα
ΠΗΝΕΛΟΠΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΝΤΑΙ
Σκέφτομαι πόσο χρόνο χαράμισε η Πηνελόπη, χρησιμοποιώντας την ικανότητά της στον αργαλειό για να διώχνει τους άνδρες περιμένοντας τον άνδρα, ενώ θα μπορούσε να έχει υφάνει ένα ωραιότατο μυθιστόρημα. Ή έστω έναν μακρύ μάλλινο πέπλο, που θα επέτρεπε στην τέχνη της ν’ αποκτήσει σώμα, να είναι ορατή και απτή και όχι να ξηλωθεί σαν πεταμένος χρόνος. Και η Πηνελόπη να δηλώνει στους μνηστήρες «Λοιπόν, μάγκες, έχω να γράψω ένα έπος και μέχρι να τελειώσει δεν θέλω αρραβώνες και αηδίες». Και οι μνηστήρες με σεβασμό «Α, έχει δουλειά η γυναίκα, έχει συλλάβει ένα έπος. Δημοπτόλεμε, μάζεψε το τόξο σου. Ας περιμένουμε». Και η υπομονή θα γινόταν το δικό τους ίδιον γνώρισμα. Και μετά επιστρέφει, λέει, ο Οδυσσέας αλλά η Πηνελόπη είναι τόσο ενθουσιασμένη με το έπος της που τον καλωσορίζει τσάκα-τσάκα με την παντόφλα και με τα μαλλιά ανάστατα κι ύστερα τρέχει στην κάμαρα να ξανακοιτάξει μια… προβληματική παράγραφο που θέλει λίγη ακόμα επιμέλεια.
Η χειροτεχνία ήταν πάντοτε γυναικεία υπόθεση. (Ξεκινώ να μιλώ για τη χειροτεχνία, μόνο και μόνο επειδή ψάχνω έναν τρόπο να μιλήσω για τη λογοτεχνία, χωρίς να μιλήσω γι’ αυτήν).
Τη συγκλονιστική ηρωίδα με τον αρχετυπικό ρόλο, που μας χάρισε ο Όμηρος – ηρωίδα της επιβίωσης και των ευφυών τεχνασμάτων, όπως και ο Οδυσσέας, αυτή τη γυναικάρα έχουν αναλάβει ένα σωρό συγγραφείς να τη σώσουν από το συγκείμενο της εποχής της. Όλοι θέλουμε να σώσουμε την Πηνελόπη! Σπάνια αναρωτιέμαι, χρειάζεται άραγε σωτηρία; Συνήθως όμως κι εγώ θέλω να τη σώσω. Είναι αναπόφευκτο… όταν δεις κάτι δεν μπορείς να το ξε-δείς. Αυτό κάνει κάθε καλώς εννοούμενος φεμινισμός, σε μετακινεί από τη θέση του αντικειμένου στη θέση του υποκειμένου, κι εσύ που κάποτε βλεπόσουν, τώρα πια δε βλέπεσαι. Δηλαδή, εννοώ ότι ΒΛΕΠΕΙΣ, είσαι προικισμένη όχι με την όψη αλλά με το βλέμμα. Δεν είναι κακό να μη βλέπεσαι – το προτιμώ από κάθε «ορατότητα» με συνταγή (ξεκινάω τώρα να μιλώ για τη λογοτεχνία), το προτιμώ όταν αυτό, το «να μη βλέπεσαι» σημαίνει να διαφεύγεις, να είσαι απεριόριστη, να είσαι ασύλληπτος, με μια πορτούλα στο περίγραμμα, κάποια ή κάποιος που διαφεύγει των πολύ σταθερών ταυτοτήτων, όχι τόσο ως αέρας αλλά, θα έλεγα, ως νερό που βλέπεται και δε βλέπεται, που η μορφή του είναι ζήτημα αμφιλεγόμενο. Όμως… δυστυχώς… κάπως έτσι περνάμε και στο «να μη διαβάζεσαι», αφού οι άνθρωποι συνήθως ζητούν πολύ διακριτά πράγματα για να ταυτιστούν μαζί τους και να τα διαβάσουν. Το μάρκετινγκ της εικόνας αντλεί τη δύναμή του και από την ίδια τη σκληρότητα της ονοματοδοσίας του κόσμου (κάθε όνομα περισφίγγει μια έννοια, την κουστουμάρει, για να μπορέσει αυτή να γίνει επικοινωνία). Η βαθιά ανθρώπινη αβεβαιότητα μας κάνει να κολλάμε με μανία σε βεβαιότητες και μπορεί να μετατρέψει σε ταυτότητα ακόμα και την πιο τρυφερή και αιθέρια μεταμόρφωση.
Δύο βιβλία έχω υπογεγραμμένα από διεθνείς συγγραφείς αριστουργημάτων: το ένα είναι η Σέιομπο του Λάζλο Κραζναχορκάι και το άλλο η Πηνελοπιάδα της Μάργκαρετ Άτγουντ. Υπάρχει κάτι στην ιδέα του υφαντού, του πλεκτού, του κεντητού, που έρχεται και με βρίσκει και με τυλίγει στις κλωστές του. Το μπλογκ μου πριν χρόνια το ονόμασα «Η Γ-ραπτομηχανή της Μ.» Οι υφάντρες της Ιστορίας κατοικούν μέσα μου, σε μια αρκετά σκοτεινή περιοχή, αν και εγώ προσωπικά δεν ράβω, δεν κεντάω, δεν πλέκω, δεν ξέρω ούτε κουμπί να ξαναβάλω στη θέση του. Ράβουν όμως εκείνες, από μέσα μου.
Εμφανίζονται κατά καιρούς κάποιοι μελετητές που διατυπώνουν την υπόθεση ότι το άτομο που έγραψε την Οδύσσεια ήταν γυναίκα (ο Σάμουελ Μπάτλερ [1835-1902], ο Άντρου Ντάλμπι [ιστορικός κουλτούρας], ο Ρίτσαρντ Λάτιμορ [1906-1984, ποιητής Αμερικανός], ο Ρόμπερτ Γκρέιβς (1895-1985 – Λευκή Θεά)) και το στηρίζουν σε κοινωνικούς και αισθητικούς παράγοντες. Λένε ότι, για παράδειγμα, κυρίως οι γυναίκες στην αρχαιότητα ήταν συνδεδεμένες με τις προφορικές αφηγήσεις, απλώς οι αφηγήσεις τους γίνονταν σε κλειστούς κύκλους, όπου η ταυτότητά τους εκ των πραγμάτων αποσιωπούνταν. Και επίσης ότι υπάρχουν γνωρίσματα στις ομηρικές περιγραφές που παραπέμπουν στη γυναικεία ευαισθησία – συγκεκριμένα ο Ντάλμπι λέει ότι η γραφή της Οδύσσειας είναι πιο φίνα (subtle), πιο περίπλοκη (complex) και πιο οικουμενική (universal) από το συνηθισμένο. Μήπως αυτό το μικρό ρεύμα που υποστηρίζει ότι ο Όμηρος ήταν γυναίκα στην πραγματικότητα μας λέει κάτι πιο σημαντικό: ότι ο κορυφαίος/η κορυφαία συγγραφέας όλων των εποχών μοιάζει να περιέχει και μαζί να υπερβαίνει και τα δύο φύλα;
ΑΠΟ ΤΑ ΝΗΜΑΤΑ ΣΤΙΣ ΤΡΙΧΕΣ
Ας συνεχίσω να (μη) μιλώ για λογοτεχνία. Πριν από δύο χρόνια βρέθηκα μπροστά σε ένα εικαστικό έργο που με εντυπωσίασε. Για την ακρίβεια με τάραξε, κι αυτή η ταραχή μού είναι πια σχεδόν απαραίτητη όταν αφιερώνω χρόνο για να περικυκλώσω ένα έργο τέχνης – είτε γραπτό είτε εικαστικό είτε παραστατικό. Μπαίνοντας στο δωμάτιο όπου παρουσιαζόταν η εν λόγω περφόρμανς αντίκρυσα ένα διπλό κρεβάτι – ήταν λευκοστρωμένο. Θα μπορούσα να είχα βγει, αν ήμουν βιαστική. Ευτυχώς το attention span και η υπομονή μου ήταν ενεργά. Πρόσεξα λοιπόν ότι πάνω στο κρεβάτι υπήρχαν κάποια κεντήματα που ξεχώριζαν τόπους-τόπους. Πλησιάζοντας, διαπίστωσα ότι τα στρωσίδια δεν ήταν σεντόνια αλλά λευκές πουκαμίσες. Και ότι τα κεντήματα είχαν μια ιδιαιτερότητα. Εντέχνως και με θαυμαστή λεπτομέρεια, αραδιασμένα πάνω στα κλινοσκεπάσματα από πουκαμίσες, ήταν ένα σωρό κεντητά επεισόδια με υλικό τους όχι το νήμα αλλά την ανθρώπινη τρίχα. Όλο το κρεβάτι ήταν διάσπαρτο με κεντήματα από τρίχες. Συγκεκριμένα, γυναικεία μαλλιά. Σαν μικρά τατουάζ στο σώμα της λευκής κλίνης. Πλουμίδια από σύμβολα: αποτρεπτικά, μικρο-συνθήματα, στοιχεία της ψηφιακής ζωής, μέλη του γυναικείου και του ανδρικού σώματος, απρόβλεπτοι συνδυασμοί αναφορών (όπως ένα περιστέρι της Ειρήνης που κουβαλάει στο ράμφος ένα κομμένο χέρι). Γενικά, πολλές τρυφερά-βίαιες αναπαραστάσεις, απ’ αυτές που σε στραγγαλίζουν με την τρίχα, ένα είδος μικρο-βίας, το οποίο συνδυάζει οικεία μοτίβα και αγαπημένα αντικείμενα με έναν οξύ κι ακαριαίο πόνο, με ένα ξαφνικό λόγχισμα, σαν να σε χτυπάει η ίδια σου η μάνα – ένα είδος βίας που συναντώ με ταραχή (να τη πάλι η ταραχή) πολύ συχνά σε έργα γραπτού λόγου γραμμένα από Ελληνίδες της γενιάς μου.
ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΑ
Η χειροτεχνία φαίνεται πως πάντοτε υπήρξε γυναικεία υπόθεση. Στο συγκεκριμένο έργο, η καλλιτέχνις (Αλεξάνδρα Αναγνωστοπούλου) σχολιάζει τις «διαβατήριες» τελετές του θανάτου και του γάμου, συνδέοντας αυτές τις δύο μέσα από μια τελετουργική χρήση των ενδυμάτων που παραπέμπει ταυτόχρονα στο σάβανο και στο πουκάμισο αγνείας της νεόνυμφης. Η καλλιτέχνις αναφέρει ένα καταπληκτικό έθιμο της Κέρκυρας όπου η ματωμένη πουκαμίσα της νύφης απλωνόταν πάνω στο τραπέζι ως τραπεζομάντηλο και πάνω εκεί, χαρούμενοι συγγενείς και φίλοι, οι συνδαιτυμόνες, ακουμπούσαν κι έτρωγαν φαγητά, γλυκά και ό,τι άλλο αρμόζει σε μια ΤΟΣΟ χαρμόσυνη στιγμή. Έχει ματώσει πολλή πουκαμίσα κι έχει ραφτεί πολύ κέντημα, για να μπορέσουμε να φτάσουμε στη «διαβατήρια» τελετή της γραφής και να χρησιμοποιήσουμε τα χέρια μας για ένα άλλο είδος χειροτεχνίας. Της πνευματικής χειροτεχνίας. Της χειροτεχνίας του πνεύματος, που ενώ περιέχει το πνεύμα της χειροτεχνίας (ως γυναικεία κληρονομιά) επιτρέπει επιτέλους στον στοχασμό να βρίσκει την έξοδό του στο χαρτί κι εκεί πάνω μπορεί πια να πάρει δρόμους απρόβλεπτους, επειδή έχει διαβεί την πύλη του συνταρακτικού κόσμου της μυθοπλασίας και της ελεύθερης καταγραφής της εμπειρίας.
Σήμερα προσκληθήκαμε εδώ για να μιλήσουμε για την προσωπική μας εμπειρία ως συγγραφείς και να δούμε κατά πόσο το φύλο μας έχει παίξει κάποιον ρόλο στη διαδικασία και το αποτέλεσμα της γραφής μας. Δεν είμαστε συνέδριο σπουδών φύλου, ο ακτιβισμός μας είναι βραδυφλεγής και ξεπηδάει από τις έννοιες και τις ιστορίες μας, δεν επιθυμούμε να αντιπροσωπεύσουμε όλες τις θηλυκότητες ούτε όλες τις συγγραφικότητες. Πιστεύουμε όμως ότι ως δημιουργοί με κάποια πορεία και μαζί με κάποιο μέλλον, είμαστε σε θέση να περιγράψουμε πώς κινούμαστε μέσα στη μυθοπλασία μας, με το φύλο μας άλλοτε σε θέση υποβολέα, άλλοτε σε θέση κομπάρσου, (συχνά σε θέση ενδυματολόγου), στο φως ή στο σκοτάδι.
Από πλευράς μου, πιάνω τώρα το νήμα της Πηνελόπης που μεταμορφώνεται σε νήμα από τρίχα της κόμης μου, για να μοιραστώ εδώ πώς πλέκω τα κείμενά μου. Και ξεκινώ από το εξής: Νομίζω ότι όσα πέφτουν στα κενά διάστιχα ανάμεσα στις γραμμές είναι ο εαυτός που είμαι από πριν και όσα λέγονται πάνω στις γραμμές ενός κειμένου είναι ο εαυτός που φτιάχνω. Ένας συνδυασμός ασυνείδητου υλικού και αυτοδημιουργίας. Το παρελθόν μου και μια απόπειρα μέλλοντος. Η απόλυτη κατάθεση εαυτού, σαν ένας τρόπος για να τον ξεπεράσεις: ο έλεγχος της δημιουργίας καθώς από κάτω να βράζει το ανεξέλεγκτο. Το ανεξέλεγκτο είναι απαραίτητο – είναι αυτό που θα εξασφαλίσει την ταραχή – αυτό που σου θυμίζει το σώμα σου ως αρχική έδρα και μαζί την αδυναμία σου.
Κάτι που έχει συμβεί χωρίς να το καταλάβω είναι ότι σε όλα τα πεζογραφήματά μου εμφανίζεται ένα πλεκτό. Τη μία φορά (στη Μελανίππη, του 2012) στο όνειρο μιας παράξενης γυναίκας, το πλεκτό αναδύεται ως φουστάνι μέσα από τη θάλασσα, την άλλη φορά (στο Μέλος Φάντασμα, του 2020) ένας αποτυχημένος επικοινωνιολόγος πλέκει για να ξεπεράσει, με μια μηχανική εργασία, το τραύμα της απόλυσής του. Μια παρ-άλλη φορά (στο Μπαλαντέρ, του 2015), η μπαγκέτα ενός μαέστρου έχει δεμένη στην άκρη της μια κλωστή που καταλήγει σε ένα τεράστιο συμφωνικό πουλόβερ, ενώ η ερωτευμένη αφηγήτρια πλέκει πλάι στον εραστή της που ροχαλίζει. Ακόμα και στο ημι-δοκίμιό μου (R.I.F. Ο θάνατος στο φέισμπουκ, του 2022) έχω ολόκληρο κεφάλαιο για τον Νεντ Λουντ, τον υφαντουργό πολέμιο των μηχανών (που έδωσε το όνομά του στον Λουδιτισμό) και υπερασπίζομαι τη γραφή σαν μια χειροποίητη πλέξη υπό εξαφάνιση. Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, η γυναικεία παράδοση, η γυναίκα-υφάντρα επιμένει μέσα στη γραφή μου, και αυτό είναι κάτι που την καθιστά «γυναικεία». Μια μόνιμη ενασχόληση με τη διαβατήρια τελετή από την Ύλη στο Άυλο, όπου όμως το Άυλο τιμά το υλικό από το οποίο προέρχεται. Η πλέκτρια που καθώς πλέκει μοιράζεται ιστορίες με τις υπόλοιπες και τους υπόλοιπους γύρω της, εκείνη η πλέκτρια γίνεται παίκτρια.
ΜΕΛΑΝΙΠΠΗ
Το πιο γυναικείο βιβλίο μου είναι η Μελανίππη. Η Μελανίππη μου είναι μια σύγχρονη Κένταυρος, αλλά της διπλανής πόρτας. Με επισκέφτηκε μια νύχτα στο χαμηλοτάβανο παταράκι της εργένικης γκαρσονιέρας μου και με κατατρόμαξε. Εκδόθηκε το 2012 και ήταν το δεύτερό μου. Ένα βιβλίο που δεν είχε πρόθεση να μιλήσει για το φύλο και γι’ αυτό είναι το πιο πηγαία έμφυλο απ’ όλα. Ήθελε να μιλήσει για το κράμα Πολιτισμού και Ενστίκτου που κουβαλάει ένας άνθρωπος και πώς το ένα μέρος παιδεύει το άλλο. Ήθελε να μιλήσει για τη μοναξιά του Παράξενου. Για τον ναρκισσισμό του τέρατος που είμαστε. Ήθελε να μιλήσει για τη ζωικότητα του ανθρώπου. Για τη ντροπή για το σώμα. Για την προσπάθεια να γράψει κανείς πάνω σε τόσα ήδη γραμμένα. Κι έτσι, αναπόφευκτα, μίλησε για τη γυναίκα. Γιατί κάτω απ’ όλα αυτά, νιώθουμε να χλιμιντρίζει η γυναίκα. Βλέπουμε ένα πλάσμα που είναι περίκλειστο μέσα σε μια ταυτότητα και τελικά πρέπει όχι να συνεχίσει να την υπερερμηνεύει αλλά να την ανοίξει στο ρίσκο. Και βλέπουμε και την υπεράσπιση του Μύθου ως προσωκρατικής ελευθερίας έναντι του σκληρού Ορθολογισμού της κατοπινής ανδρικής γραμματείας – τη Μυθολογία να κατακεραυνώνει την Ιστορία.
Η λογοτεχνία ξαναφτιάχνει την/τον συγγραφέα της. Από τα υλικά που ήδη έχουμε, μας αναδιατάσσει. Η Μελανίππη είναι η Μέλαινα Ίππος, η φοράδα που φτιάχτηκε από μελάνι, η γυναίκα που αυτογράφτηκε. Οι συγγραφείς που είμαστε ξαναφτιάχνουμε τους ανθρώπους που γινόμαστε. Γίγνεσθαι-ζώο, γίγνεσθαι-γυναίκα, γίγνεσθαι-γραφή.
Γράφοντας, θέλω να κάνω μια μεγάλη δρασκελιά και να βγω από τον εαυτό μου, όπως κάνει ο Μίλτος Τεντόγλου, γυμνάζοντας τέρμα τον εαυτό έως την εξωσωματική εμπειρία και το ρεκόρ της υπέρβασης των ορίων του. Δεν μπορώ να πάψω να είμαι, το περίγραμμά μου είναι εδώ και το αγαπώ, αλλά βλέπω τη δημιουργία λογοτεχνίας σαν μια ευκαιρία μεταμόρφωσης. Η βιολογία, η Ιστορία και η κοινωνία θα μιλήσουν μέσα από εμένα έτσι κι αλλιώς, ακόμα κι αν δεν τις καθρεφτίσω συνειδητά, θα το κάνουν από μόνες τους. Αξιώνω να προσφέρω άλλους ορίζοντες ταύτισης ή αποταύτισης, θέλω να πετάω το κουβάρι μου προς την πλευρά αυτού που διαφεύγει.
LIKE A GIRL
Και μιας που έβαλα μέσα και τον αθλητισμό, θα κλείσω με το εξής. Ένας φίλος μου μού υπέδειξε μια καταπληκτική διαφήμιση της Always. Λέγεται Run Like a Girl. Ο σκηνοθέτης ζητάει σε αγόρια και κορίτσια μετά την εφηβεία να τρέξουν για την κάμερα «σαν κορίτσια», κάνοντας το πρώτο πράγμα που τους έρχεται στο μυαλό. Ένας-ένας και μία-μία παριστάνουν ότι τρέχουν «σαν κορίτσια», όλοι ανεξαιρέτως με ατσούμπαλο τρόπο, χαζοβιόλικο, φτιάχνοντας και λίγο τα μαλλιά τους, με βήμα είτε νευρικό είτε βαριεστημένο. Η μιμική αυτή είναι κάπως φαιδρή και λυπηρή. Όμως αμέσως μετά οι σκηνοθέτες ζητούν από κορίτσια νεότερης ηλικίας αυτή τη φορά, να τρέξουν «σαν κορίτσια». Και τότε το πράγμα έρχεται τούμπα! Το τρέξιμο είναι τώρα δυναμικό, γρήγορο, μαχητικό. Τι σημαίνει, ρωτούν ένα μικράκι, «τρέξε σαν κορίτσι»; κι εκείνο λέει «τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς». Και όταν ρωτούν ένα αγόρι «δηλαδή πριν κορόιδευες την αδερφή σου;» Εκείνο λέει «όχι… τα κορίτσια κορόιδευα όχι την αδερφή μου». Και, μετά τη διεξαγωγή του πειράματος, ξαναρωτούν μια γυναίκα που νωρίτερα είχε τρέξει αναπαράγοντας άθελά της το στερεότυπο της αδυναμίας:
«Αν σου έλεγα τώρα να τρέξεις πάλι σαν κορίτσι πώς θα έτρεχες;»
Κι εκείνη λέει
«θα έτρεχα σαν να είμαι ο εαυτός μου».
Κι εγώ άκουσα:
«γράψε σαν κορίτσι».
⸙⸙⸙
[Το κείμενο γράφτηκε και διαβάστηκε ως αφορμή για συζήτηση στη συνάντηση με τις συγγραφείς Άννα Γρίβα και Μαριαλένα Σπυροπούλου, με τίτλο «Γυναικείες Γ-ραφές» στη Βιβλιοθήκη Βιβλιοστάτης στο Χαλάνδρι, τον Νοέμβριο του 2024.]

