Παρήλθον έτη έκτοτε, έτη πολλά. Ήταν οι πρώτοι μήνες της αφίξεώς μου. Ταξίδευα την απεραντοσύνη της νότιας ηπείρου, όλος περιέργεια και σύγχυση. Εδώ, εκεί, πάνω, κάτω, παντού, δρόμος ανεπίστροφος, διάνεμα τόπου, φάντασμα. Πώς βρέθηκα σε αυτά τα χώματα; Κύκλος τριγύρω χωρίς κέντρο που εκτείνεται, διαλύεται, αναδύεται, χάνεται και σε παίρνει μαζί του. Τι θέλω εδώ, αναρωτιέσαι. Από το χλωρό πεύκο της Ολυμπίας στα σταχτένια πολύφυλλα μιας γης που σε καταβρόχθιζε σιγά σιγά. Τι θέλω εδώ, ξαναρωτάς. Πού είμαι; Αλλά ταξίδευα.
Adelaide, Cooper Pedy, Perth, Broome, Mt Isa, Townsville. 1992, με το τρένο, το λεωφορείο και κάποτε με τα πόδια, κάτω από ήλιο πυρφόρο, βλέποντας καγκουρό, φίδια και ίμιου ή σαύρες μελανόγλωσσες. Κοιμήθηκα με σκέπη τον ανοιχτό ουρανό. Αστρονομίστηκα κάτω από άγνωρους αστερισμούς. Α, α σταυρός του νότου, επιτέλους, σε κοιτάει με περιέργεια. Αν ξανάρχιζα θα έκανα τα πάντα διαφορετικά. Όλα λάθος, λάθος. Μα δεν ξαναρχίζει τίποτε και όλα σβήνουν, όπως άρχισαν, σαν πνοή, παφ παφ και σβήνεις. Σκέψεις οχληρές μιας άκεντρης ζωής έρχονταν και έφευγαν, έφευγαν και ξαναπήγαιναν, αφήνοντας παντού σκόνη και στάχτη, κάποιες σκέψεις άλλων που επέπρωτο να γίνουν οικείωση οικονομίας που ενσαρκώνεις εν αγνοία σου. Εκεί λοιπόν, στη δυτική Αυστραλία, δίπλα στην πανδέγμονα θάλασσα, που κοιμόμουν, ή δεν κοιμόμουν, σκόνη και άμμος και στάχτη, ξανάρχονταν στο νου φράσεις αναπάντεχες του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, λέξεις αυθέκαστες, κεχαριτωμένες.
Θυμήθηκα αίφνης τον γιό της γριάς Λούκαινας που έφυγε στην Αυστραλία και δεν της είχε γράψει για χρόνια. «Το Μοιρολόγι της Φώκιας», δοξολογία του ατελούς, του προδρομικού. Ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν… Ξόδεψα τη νιότη μου ειρωνευόμενος τον Δημήτρη Μαυρόπουλο για την αφοσίωσή του στον Παπαδιαμάντη. Ξόδεψα τις σπουδές μου αναλύοντας την ασφυκτική μονοτονία των διηγημάτων του. Και ιδού, αυτός εγώ, στην άλλη μεριά της γης, ακούω παπαδιαμαντικές λέξεις και ιστορίες στο μυαλό, να ξεπετάγονται πανταχόθεν και ακούσια, υπόρρητα σύμβολα μεταμόρφωσης.
Στο μεταξύ, η άγνωστη γη με αποπλανούσε και με γήτευε. Γνωρίστηκα με γηγενείς και παρακολούθησα τελετουργίες μεσονύχτιες. Το χώμα αποδέχεται και υποδέχεται. Ζούσα το αρχικό της όνομα: η γη του Αγίου Πνεύματος, το οποίο, όταν πνει, σε παίρνει όπου θέλει. Κάποτε έφτασα στο γλυκό επίνειο, το Freemantle, κοντά στην πόλη της Πέρθης, την πρώτη στάση των μεταναστών στην Αυστραλία μετά από εβδομάδες πάνω στον Ινδικό ωκεανό.
Σε ένα γωνιακό βιβλιοπωλείο ανακάλυψα ένα ολόκληρο ράφι βιβλία ελληνικά: «Τα πουλούσαν οι μετανάστες», μου είπε η βιβλιοπώλις, «όταν πρωτοκατέβαιναν για να πάρουν τα πρώτα τους αυστραλιανά δολλάρια». Μια σκονισμένη φρουρά μυθικών αντικειμένων αγωνίας και απολύτρωσης: σχεδόν η μισή νεοελληνική βιβλιοθήκη Φέξη. Τα ποιήματα του Θεόδωρου Ορφανίδου, του Ηλία Τανταλίδη, του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, του Ιωάννη Βηλαρά, ανθολογία διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη από τον Ιωάννη Ζερβό, και κάποια σκόρπια βιβλία, Δημήτρη Ψαθά, Η Θέμις έχει κέφια, Αθήναι 1945, αρχαίος εκδοτικός Οίκος Δημητρίου Δημητράκου, Θέμου Κορνάρου, Καλοί και Κακοί, Αθήνα, Πυρσός 1941, Ιερά Συνέκδημος, Ακολουθίαι της Μεγάλης Εβδομάδος, Κασσιανή, Γενοβέφα ή η αρετή θριαμβέβουσα ακόμα και Στέφαν Τσβάιχ, Χαίλντερλιν, ο Λάτρης της Ελληνικής Γης, Ορίζοντες, Αθήνα, χωρίς χρονολογία. Βυθίστηκα σε έκσταση φρικιώντας από την αγαλλίαση να αντικρύζω ξανά στο μέσον του πουθενά ελληνικό αλφάβητο. Τα βιβλία έφερναν σημάδια εντατικής ανάγνωσης. Το βιβλίο του Τσβάιχ, μετάφραση Κ. Μεραναίου και Π. Καλαντζή, είχε ιδιόχειρες σημειώσεις για τον Πραξιτέλη και τον Ικτίνο και την πανηγυρική δήλωση ότι ο Παρθενών συνεπληρώθη το 438. Είχα ξελιγωθεί. Πανδαισία. Κόρος ακόρεστος.
Αγόρασα τη σειρά ολόκληρη και τράβηξα για τα ενδότερα και προς βορράν, μέσω Uluru προς το Kakadu κι ύστερα πλώρη για το Darwin. Περικυκλωμένος από την αμέθεκτη λαγνεία των αγγλικών, ενώ ο ένδον άνθρωπος κλυδωνιζόταν σαν αντιλαλούσαν τα πολυσύλλαβα της ελληνικής τα αναξιοποίητα. Το τραίνο αγκομαχούσε προς τον βορρά, όταν βρήκα την ευκαιρία να τα ξεφυλλίσω προσεκτικότερα.
Κάποιος έφερε μαζί του μια μικρή βιβλιοθήκη. Γιατί άραγε να την εγκατέλειψε μόλις άραξε στους αντίποδες; Το ετοιμόρροπο τομίδιο με διηγήματα του Παπαδιαμάντη είχε συχνές σημειώσεις σε μικτή καθαρεύουσα και υπογραμμίσεις με αστερίσκους και θαυμαστικά. Δεν υπήρχε όνομα πουθενά εκτός από δυο αρχικά, «Π.Η.» και ένα τοπωνύμιο: «Αξιούπολις. Εκ Κυδωνίων ορμώμενος». Όλα με μολύβι. Φυλλολογούσα.
Ηλίας Τανταλίδης: «Στην θερμάστραν εμπρός /ένας γάτος χοντρός/ παντ’ απλώνεται. Με τα μάτια κλειστά / αγαπά στα ζεστά / να τεντώνεται». Σημείωμα στο περιθώριο: «Σαν τον εδικό μας κάτο εις το χωριόν: εκοιμάτο χαρίεις όταν τόσα δράματα εξυφαίνοντο γύραθε. Τον ελέγαμεν Βαλεντίνον. Από τον αστέρα του κινηματογράφου.»
Θεόδωρου Ορφανίδου «Μούσαν βοήθει! Κίνδυνον μεγάλον διατρέχω!/Διότι ετοιμόγεννον την κεφαλήν μου έχω…». Σημείωση: «Τίρι-Λίρι. Παιγνιώδες, όπως ότε εις την μεγάλην πόλιν. Σαλονίκην. Δεν ηξέραμεν τι θα γενώμεν. Τραγωδούσαμεν στίχους ανοήτους προς αναψυχήν και σκέδασιν αγωνίας.»
Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής: «Η δύσις, πύλη φλογερά,/ λαμπράς αντανακλάσεις / ηκόντιζεν εις τα νερά / ως αν ενέμοντο πυρά / την πλάκα της θαλάσσης». Σημείωμα στο περιθώριο: «Δύσις, ανατολή, έχομεν χάσει τον μπούσουλαν εδώ εις το πλοίον. Δευτέρα εβδομάς: το πέλαγος πυρακτωμένον, θυμωμένον, ενίοτε γαλήνιον. Καταιγίδαι συχναί. Τεράστια κήτη αναπηδούν από τα βάθη της αβύσσου. Θέαμα ωραίον και φοβερόν. Ινδίαι, εκ του μακρόθεν.»
Ιωάννη Βηλαρά, Ποιήματα: «Πουλάκι ξένο/ξενιτεμένο/ πουλί χαμένο/ πού να σταθώ;» Σημείωμα: «Δεν υπάρχει ορίζων, ώρα δειλινή. Γαλανή απεραντότης. Ωκεανός μελανός. Σύγνεφα αγριωπά. Σαν τι να κάμνει η μήτερ μου τώρα όταν ο ήλιος. Πότε θα ανταμώσομεν πάλιν; Ή μήπως δεν πέπρωται… Πλέω προς τον θάνατόν μου.» Συγκινητικά εις εαυτόν ψιθυρίσματα, σημεία λυγρά σιωπηλού σπαραγμού, κραυγές ξεριζωμού που έψαχνε να καρφώσει στο νερό σημαδούρες γυρισμού και δεν άντεχε. Όχι, όχι, άντεχε, αλλά δεν μπορούσε. Διέβλεπα τύψεις.
Οι σελίδες του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη έφεραν αλλόκοτα τριγωνικά σύμβολα ενώ στα τελευταία ατύπωτα φύλλα υπήρχαν αρκετές δυσανάγνωστες σημειώσεις, γραμμένες σαν ημερολόγιο που άρχιζε στις 12 Ιανουαρίου 1957 και τελείωνε απότομα στις 19 Μαρτίου μάλλον του ίδιου έτους. Υπήρχαν σημειώσεις σε διηγήματα όπως ο «Αλιβάνιστος», «Στρίγγλα Μάννα», «Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου». Τα υπόλοιπα φαίνονταν να τον είχαν αφήσει ασυγκίνητο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν εκείνες σε ένα αλλόκοτο διήγημα, τον «Άψαλτο». Ένα από τα σαγηνευτικά δείγματα της τάσης του Παπαδιαμάντη να καταγίνεται με το αδιόρατο. Άρχισα να διαβάζω. Πότε το διήγημα, πότε τις σημειώσεις.
Η κόκκινη έρημος έλαμπε γύρω, απόλυτη ησυχία, άνεμος θορυβιστής σάρωνε γυμνές εκτάσεις, κάποτε νόμιζα ότι όλα είχαν καθηλωθεί σε μια ασάλευτη ζωή –αλλά όχι, όλα έτρεχαν και έρρεαν και ξεμάκραιναν. Τότε διάβασα: «Βαθείαν θυελλώδη νύκτα, προς όρθρον βαθύν, ο όμβρος εκόπασεν αίφνης, και δαιμονιώδης τυφών, κραταιός άνεμος εφύσησε, κ’ έπαυσεν ο κατακλυσμός του νερού…». Μέσα στην κατάξερη έρημο, δεν είχε βρέξει για χρόνια, μου έκρουσε το νου η φράση: « Ό,τι ηδύνατο να διακρίνη τις εις το στίλβον εκείνο σκότος, ήτο μόνον εν χάος πλωτόν.» Και ύστερα με χτύπησε το απαρομοίαστο: «Εφαντάζετο τις ότι η νύκτα εκείνη του φθίνοντος Νοεμβρίου δεν έμελλε ποτέ να τελειώση. Αίφνης, περί τα μεσάνυχτα, ηκούσθη μεγάλη, εξωτική κραυγή: – Πι πι πι! πι πι! πι! πι!».
Ο αόρατος συνταξιδιώτης κατέγραφε: «Ιαν. 12. Ύδωρ λύει, διαλύει. Οι άνθρωποι μετατρέπονται σε υδρόβια όντα, ύδωρ καταλύει και παραλύει. Οι άνθρωποι, ημείς, όντα οπού γλιστρούν επί ασταθούς εδάφους δι’ εδάφους ρευστού, πέλαγος αχανές». «Ιαν. 30. Ο συγγραφεύς εγνώρισε πολλά την θλίψιν και την αγρυπνίαν. Διαβάζων επί του καταστρώματος διασχίζοντας την Ερυθράν θάλασσαν εν μέσω ναυαγίων και καρχαριών. Ατενίζων τον άπειρον ορίζοντα». «Φεβ. 2. Απλότης. Άπλωσις. Ομοίωσις. Πώς θα είναι τα πάντα χωρίς το φως των οφθαλμών μας; Μυθολογικά τέρατα». «Φεβ. 11. Πράττων ανθρωπίνως τα ανθρώπινα. Ενεθυμήθην τον θεολόγον εις το σχολείον. Ζωή αμέθεκτος, αβίωτος». «Φεβ. 12. Ουκ έστιν τέλος. Θάλασσα, πέλαγος, ωκεανός ονόματα άλλα θανάτου. Να εύρω την καταγωγήν της εκφράσεως άνθρωπος που εχάθη άψαλτος, ασαβάνωτος, αμοιρολόγητος». «Φεβ 13. Εγενόμην ερπετόν. Ο κόσμος του Θεού χωρίς εμάς, η απολύτρωσις.» «Φεβ. 14. Δεν ανερεύθην ποτέ. Η αμαρτία εν εμοί.» Θαυμαστικά και αστερίσκοι πέντε περικύκλωναν την τελευταία παράγραφο. Και η τελευταία σημείωση: «Μαρ. 19. Γράφει ‘φαρμασώνον’. Γραπτέον ‘φραμασώνον’! Πόσαι παρεξηγήσεις! Το μυστήριον μεταμορφώνει τον βίον εις θυσίαν». Ένα τρίγωνο σκαληνόν έκλεινε το βιβλίο.
Διάβαζα τις δυσνόητες σημειώσεις ενός ανώνυμου μετανάστη πάνω στο ασύστροφο ιστόρημα του Σκιαθίτη. Λαμπύριζαν γύρω η έρημος και η ερημία. Επέστρεψα στο διήγημα. Οι ασύρραπτοι παράγραφοι συνέτριβαν τη σιγή του παγερού μήνα Αυγούστου των αντιπόδων, φωνές ακούγονταν από το παλιό βιβλίο και το τραίνο έτρεχε μέσα από τοπία ανυπόπτευτα και υγρά, φύση ξερή και απότιστη. «Τι τους ψαίλνετε; … Τι τους κάνετε νάνι-νάνι; … Όλοι στ’ ανάθεμα θα πάμε!…» έλεγε μια φωνή αμείλικτη που αντηχούσε πάνω από τις ασύλληπτες εκτάσεις. Όλοι στ’ ανάθεμα θα πάμε! Πώς βρέθηκα σε αυτά τα χώματα; Ποιος διαβάζει αυτόν τον εξορκισμό; Όλοι στ’ ανάθεμα θα πάμε! Ω, ναι. Όπου δεν προϋποτίθεται χάρις, όλοι πάμε στα ανάθεμα.
Το τραίνο σφύριζε, κάτω από το καυτερό λιοπύρι, μέσα στην απότιστη κίτρινη έρημο, στο μέσον του πουθενά. Γύρω από το κείμενο του Παπαδιαμάντη σμίγανε σαν αναστεναγμοί, δυο μοναξιές, δυο φοβισμένες καρδούλες, σε έξαρση και περιέργεια, χωρισμένα από τον καιρό και την εποχή.
Γύρω, έσταζαν έσταζαν ψεκάδες μείλιχου όμβρου, σαν κάποιος αρχαίος θεός να θρηνούσε τα σκορπισμένα παιδιά του, που έσμιγαν μέσα στην εστιακή πυρά της γλώσσας, κοιτίδας πρώτης και οριστικής, χαμένα στο απόμακρο και στο εκείθε. Οι Έλληνες εμείς δεν ξέρουν πώς να μιλάνε για τον εαυτό τους. Μόνο ψελλίσματα, άκομψες σημειώσεις και αυτοπαρερμηνείες. Μα σε στιγμές κάποιες, αδόκητες, όταν κανείς δεν βλέπει, δεν ακούει και δεν γνοιάζεται, βγάζουν, εμείς, πολύσημους φθόγγους, κοσμουργικές δηλώσεις διάφανες και πολυέραστες, αφήνοντας το υπαρκτό άθικτο στην υπερούσια αυτάρκειά του, αυτάγγελτο και υπέροχο.
Από τα βιβλία που ευρήκα τότε κάποια υπάρχουν ακόμα. Το παπαδιαμάντειο καταστράφηκε όταν ξέσπασε καταιγίδα και το ημιυπόγειο γραφείο μου πλημμύρισε. Είχα αφήσει τα παράθυρα ανοιχτά και όταν άνοιξα την πόρτα μια μέρα μετά βρήκα τα βιβλία βουλιαγμένα στην πλημμύρα. Σαν βαρκούλα έπλεε το βιβλίο του Παπαδιαμάντη πάνω στο λασπωμένο νερό. Προσπάθησα να το σώσω αλλά, μόλις το έπιασα, το παλιό χαρτί ποτισμένο άχρις εσχάτων διαλύθηκε και κόλλησε στα χέρια μου σαν σάπια σάρκα που είχε χάσει το κορμί της.
