Αισχύλου Ευμενίδες. Μτφρ. Κ.Χ. Μύρης. Χφο, 57σ., 1986. | ΜΙΕΤ, Αρχεία Παραστατικών Τεχνών ΕΛΙΑ | Αρχείο Κώστα Γεωργουσόπουλου

Κωνσταντίνος Μπούρας

Ο αλησμόνητος Άνθρωπος και Δάσκαλος Κώστας Γεωργουσόπουλος

Μας δίδαξε μέθοδο. Ήθελε σαν τον Ροντήρη και τον Ευαγγελάτο να διαβάζει φωναχτά, να υποδεικνύει άμεσα τρόπο, ύφος και ρυθμό, όμως δεν ήθελε να τον μιμούμαστε μήτε να συμφωνούμε άκριτα μαζί του. Το ακριβώς αντίθετο. Επιβράβευε την αντιφωνία, γιατί είχε την αίσθηση του αντικρινού ψάλτη, των δύο ημιχορίων του αρχαίου δράματος που υπηρέτησε μία ολάκερη ζωή, που ήξερε τόσο καλά έσωθεν, που μπορούσε να μιλάει γι’ αυτό από στήθους δίχως ανάγκη παραθέσεως τεχνικών πληροφοριακών στοιχείων. Η επιστημονικότητά του σταματούσε εκεί που άρχιζε η λογοτεχνικότητα κι η ποιητικότητα ακύρωνε κάθε ακαδημαϊκή σχολαστικότητα. Ήταν πρωτογενώς αυθεντικός. Θυμάμαι που αυτοσαρκαζόταν όταν με ρώτησε: «Πιστεύεις Μπούρα πως είμαι δεινόσαυρος;». Ήμασταν στην αίθουσα διδασκαλίας το 1990, το πρώτο έτος που λειτούργησε το νεοσύστατο τότε Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου εμείς οι «μεγαλύτεροι», ήδη πτυχιούχοι ή διπλωματούχοι άλλων σχολών μπήκαμε δίνοντας κατατακτήριες εξετάσεις (η Μίνα Χειμώνα, ο Ιωσήφ Βιβιλάκης και πολλοί άλλοι ομοιοπαθείς μας).

Ο Δάσκαλος Κώστας Γεωργουσόπουλος ήταν – αντίθετα από άλλους διδάσκοντες τότε – ανοικτός στον δημοκρατικό διάλογο. Κι αν μονολογούσε ήταν γιατί μας απορροφούσε τόσο πολύ ο οίστρος του που παρακολουθούσαμε τόσον ενεοί που δεν θέλαμε να τον διακόψουμε για να μη χαλάσει η θεατρική μαγεία. Ναι, περί αυτού επρόκειτο: κάθε μάθημα ήταν και μία άλλη παράσταση, αυτοσχεδιαστική, μοναδική κι ανεπανάληπτη, βασιζόμενη στον ελεύθερο συνειρμό που έντεχνος ήταν.

Θέλει πολλή γνώση, απαιτούνται πολλές εργατοώρες προκειμένου να διδάσκεις έτσι, «αυθόρμητα», χωρίς κενά, δίχως προσκόμματα, κι ο λόγος να ρέει αβίαστος.

Τώρα πια, καταλαβαίνω τον ολοήμερο μόχθο του που τον κατέστησε ικανό να δίνει παραστάσεις ως performer διδάσκαλος. Αλλά δεν έκανε κήρυγμα. Δεν υπεραμυνόταν υπέρ ουδεμίας θέσεως κι οι όποιες επιθέσεις ή τον άφηναν αδιάφορο ως συγγνωστές ή τον εύρισκαν ετοιμοπόλεμο (μόνον όταν προέρχονταν από συνομηλίκους του). Εξ άλλου, ο Φθόνος επιχωριάζει ως κολλητική «ψώρα» σε αυτή την πανέμορφη χώρα με τον πανάρχαιο πολιτισμό και την παλαιόθεν θεσμοθετημένη ελευθερία έκφρασης.

Όλα μέσα στο πρόγραμμα είναι: έτσι έμοιαζε να λέει κάθε φορά που σήκωνε αδιάφορα τους ώμους σε έναν ιδιότυπο μορφασμό μεταξύ στωικού κι επικούρειου φιλοσόφου.

Δήλωνε ευθαρσώς τη ρομαντική αγάπη του στις υπερβολικές εκφάνσεις κάθε ανθρωπίνου πάθους κι αν δεν ήταν τόσο απορροφημένος από τον Κλασικισμό θα ήταν ενδεχομένως λυρικός ερωτικός ποιητής.

Η καβαφική του παιδεία φαίνεται και στο λογοτεχνικό ψευδώνυμο που επέλεξε σε δύσκολες και σκοτεινές ιστορικές περιόδους: Κ. Χ. Μύρης.

Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι κυριάρχησε το «μύρο» στην γλωσσοπλαστική του αυτή επινόηση, ο περίφημος στίχος τού Μεγάλου Αλεξανδρινού Ποιητή δεν μπορεί να μην πέρασε από την επιφάνεια του νοητικού του κατόπτρου. Αυτό διόλου δεν σημαίνει ομοερωτισμό. Το αντίθετο μάλιστα. Πάντως ομοφοβικός δεν ήταν.

Διέθετε μία μεσογειακή, «πελασγική» θα έλεγα, αντίληψη των γήινων πραγμάτων κι ήταν «μεταφυσικός» μόνον όταν μίλαγε πολύ προσεκτικά και ιδιαίτερα συγκρατημένα για τα αρχαία Μυστήρια…

Δηλώνω ευθαρσώς πως μου έμαθε να σκέφτομαι, πως με προέτρεψε να γίνω κριτικός. Ο θαυμασμός μου ήταν τόσο αμέριστος (όπως όλων των συμφοιτητών-συμφοιτητριών μου) που ήταν ικανή κι αναγκαία προς τούτο συνθήκη. Όμως δεν έγιναν όλες και όλοι συστηματικοί κριτικοί. Ίσως μόνον εγώ από εκείνη την πρώτη «τάξη». Αποφοιτήσαμε το 1994.

Έκτοτε συναντήθηκαν πολλές φορές οι δρόμοι μας, ειδικά στο Θεατρικό Μουσείο (στο Διοικητικό του Συμβούλιο) μέχρι το τέλος, όπου θυμάμαι να υπογράφω πρακτικά ως πρόεδρος της στερνής Γενικής Συνέλευσης.

Με φιλοδώρησε με ένα τιμητικό δημοσίευμα στην εφημερίδα Τα Νέα για την κριτική μου επάρκεια, κάτι που φυλάω ως κόρην οφθαλμού, γιατί σε αυτόν τον ευλογημένον τόπο είναι σπάνια η εν ζωή αποδοχή των ομοτέχνων…

Μαχητικός μέχρι τέλους, ίσως περισσότερο διαλλακτικός στην ωριμότητά του, διακρίθηκε και από τους ορκισμένους εχθρούς του, επιβεβαιώνοντας την κυρίαρχη πεποίθηση πως όταν δεν σε κυνηγάνε δεν αξίζεις.

Θα τον θυμάμαι πάντα με άπειρο σεβασμό, δίκαιη εκτίμηση κι ευγνωμοσύνη.

Κύλιση στην κορυφή