Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Κίρκη Κεφαλέα

Ο Χρήστος Γιανναράς για το «Άσμα Ασμάτων»

Ο Χρήστος Γιανναράς είχε μια ιδιαίτερη ευαισθησία ως προς τη μαστορική της έκφρασης και συχνά είχε διατυπώσει την άποψη ότι φιλόσοφοι και θεολόγοι μεγάλης εμβέλειας κατείχαν την αρτιότητα του ποιητικού λόγου, αφού «για να φιλοσοφήσει ο άνθρωπος και να θεολογήσει με γονιμότητα ζωτική, χρειάζεται μαθητεία επίπονη στον ποιητικό λόγο».[1] Ο ίδιος χρησιμοποιούσε στα κείμενά του ποιητική γλώσσα, ενώ πίστευε ότι Ποίηση και Θεολογία είναι μία αποφατική γλώσσα[2] «και πως δεν υπάρχει ερωτικό τραγούδι που να μην είναι αποφατικό […] δεν υπάρχει ερωτική έκφραση που να μην είναι αποφατική».[3] Κατά τον Γιανναρά και η «Ποίηση είναι θεολογικά σημαντική, που σημαίνει ότι προϋποθέτει μία αυταπάρνηση για να μιλήσεις ποιητικά».[4] Δεν είναι επομένως καθόλου τυχαίο ότι το Άσμα Ασμάτων της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο θεωρείται αριστούργημα καθαρής ποίησης από συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον είχε συναρπάσει και εμπνεύσει για να γράψει το Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων το 1990.[5]

Το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων (1990) φιλοδοξεί να διαβαστεί (και διαβάζεται) σαν μια δοκιμιακή μουσική συμφωνία περί έρωτος.[6] Αποτελείται από δεκαεννέα Κεφάλαια που το καθένα έχει τίτλο έναν μουσικό όρο («Ouverture», «Modulatio», «Divertimento», «Interlude», «Scherzo», «Dissonantia» κ.τ.λ.), έπειτα από τον οποίο ακολουθεί, ως επιγραφή, μία φράση από το Άσμα ΑσμάτωνΜέλαινα ειμί και καλή», «Κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως άδης ζήλος», «Πηγή κήπου και φρέαρ ύδατος ζώντος και ροιζούντος από του Λιβάνου», «Ως κρίνονεν μέσω ακανθών, δεύρο, νύμφη, από μανδρών λεόντων, από ορέων παρδάλεων» κ.τ.λ.). Τίτλος και επιγραφή ελάχιστη σχέση έχουν με το περιεχόμενο κάθε κεφαλαίου· αποτελούν περισσότερο ένα έναυσμα για να αναπτύξει ο συγγραφέας τις απόψεις του για το νόημα του έρωτα, η αποκρυπτογράφηση του οποίου μπορεί να μας δώσει τη λύση στο «αίνιγμα της ύπαρξής μας, στο μυστήριο της ζωής και του θανάτου».[7] Για τον Γιανναρά, τη λύση αυτή μπορεί να μας τη δώσει ο έρωτας, που είναι «η γλώσσα του πόθου», με την ευρύτερη έννοια της λέξης πόθος: εκείνη που εκτείνεται από τη γλώσσα «που μιλάει το βρέφος θηλάζοντας το στήθος της μάνας» ως «αυτή που μιλάνε οι ερωτευμένοι στη σιωπή της “μίας σάρκας”».[8] Είναι μία εμπειρία κεκραμένα ψυχοσωματική και μεταφυσική («μεταφυσική του σώματος και σάρκα της μεταφυσικής»),[9] που οδηγεί, μέσα από «το μυστήριο του ζωηφόρου θανάτου»,[10] στην ένωση με τον Θεό.

Όσο κι αν το κείμενο του βιβλίου του Γιανναρά απομακρύνεται από το γράμμα του κειμένου του Άσματος Ασμάτων, υπάρχουν δύο στοιχεία που το επαναφέρουν σ’ αυτό: η περιγραφή του έρωτα ως φυσιοποιημένης μεταφυσικής και ο «μουσικός» τρόπος έκφρασης του συγγραφέα. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ασματικότο κείμενο του Γιανναρά σε αυτό το βιβλίο, γιατί ο λόγος του υπερβαίνει τον συνήθη τρόπο γραφής του για να εξαρθεί σε μία μορφή ιδιότυπου φιλοσοφικού λυρισμού. Οι μουσικοί τίτλοι των Κεφαλαίων του βιβλίου δείχνουν, κατά τη γνώμη μου, ότι ο συγγραφέας του θα ήθελε να προσλάβουμε το Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων ως ένα φιλοσοφικό Άσμα Ασμάτων, να το διαβάσουμε με μία διάθεση ποιητική. Ας δούμε ενδεικτικά χωρία από τρία Κεφάλαια του βιβλίου:

CANTUS FIRMUS

Ιδού ει καλή, η πλησίον μου,
ιδού ει καλή, οφθαλμοί σου περιστεραί.

Η αμοιβαιότητα σημαίνεται στο βλέμμα. Το πρώτο σκίρτημα είναι πάντα η αθέλητη στάση δύο βλεμμάτων που διασταυρώθηκαν. Δηλαδή ο έρωτας γεννιέται στο φως. Βλέμμα, χαμόγελο, φωνή, χειρονομία, κίνηση – όριο του σωματικού και του ασώματου – τόπος των σημαινόντων της αμοιβαιότητας.

Το φως του ερωτευμένου βλέμματος περνάει στα χείλη. Το χαμόγελο δεν είναι σύσπαση, είναι λάμψη. Βλέμμα και χαμόγελο, αξεδιάλυτα, το ίδιο φως. Ανταύγεια μοναδικότητας, δελφίς του πόθου.

Τρίτο άυλο πεδίο, η φωνή. Ζεστασιά της φωνής, τρέμουλο της επιθυμίας, τρυφερότητα που δεν κρύβεται, όσο κι αν προσπαθεί. Το «ράγισμα» της φωνής στην ερωτική έκπληξη, πρωτάκουστος ήχος το όνομά μας στα χείλη του Άλλου. Κι όσο διαρκεί ο έρωτας, σε κάθε λόγο η φωνή ψηλαφητή σάρκα, αισθητή αμεσότητα. Εκφορά του λόγου ένσαρκη στη μουσική μιας μοναδικής κλήσης.[11]

RICERCARE

Μέλαινα ειμί και καλή

Καλοκαιρινό κορμί, ντυμένο τη μαυριδερή λαμπράδα του ήλιου. Άφοβη γύμνια στιλπνής ομορφιάς και χρειάστηκαν αιώνες για να τολμηθεί αυτή η αμφίστομη αφοβία. Να ισορροπήσει το θάμβος άκρη στην κόψη του επισφαλούς. Χαίνων των πουριτανών ο πανικός από τη μια, απόκρημνη φοβία υφασμένη στην απτή εικόνα της ψυχής για το κορμί της. Κι από την άλλη, ρομαντικές κατωφέρειες ναρκισσικής αδηφαγίας, βρυχηθμοί πόθου καλυμμένοι στο μελώδημα τρυφερών αισθημάτων.

Στιγμές της μέρας να σταλάζουν στο μήνα, οι μήνες να εκβάλλουν στο χρόνο, τα χρόνια στους αιώνες. Και το υλικό της ροής κατεδαφισμένες ζωές μοναδικές και ανεπανάληπτες. Κατρακύλησαν σκαλί-σκαλί την ύπαρξη, στιγμή-στιγμή, μέσα στο ζόφο της ενοχής για τη φύση τους, της ντροπής για το ίδιο τους το κορμί. Αιώνες ασφυξίας στην πιο θανατερή από τις στερήσεις, στην απαγόρευση του ζωτικού, στο λιμό του έρωτα. Ώσπου η γεύση του θανάτου σωρεύτηκε σε απόχρεμμα ανταρσίας. Μισητό απολακτίστηκε το είδωλο της εγκράτειας, της σεμνοτυφίας, για να λατρευτεί αναπαλαιωμένο το είδωλο της ηδονής.[12]

REPRISE

Πηγή κήπου και φρέαρ ύδατος ζώντος
Και ροιζούντος από του Λιβάνου

Μακάριος ο μανικός εραστής, μακαριστή η αβυσσοτόκος μανία. Μόνο στον επαναβασμό των αβύσσων γεννιέται χαμόγελο. Κι αυτό το χαμόγελο, που δεν πατάει πουθενά, είναι ο έρωτας. Δεν έχει άλλη μήτρα η γεύση της ζωής. Στον ίλιγγο του χαώδους, της άπληστης ερωτικής δίψας, ακόμα και της απρόσωπης, παραμονεύει ανθός: Μεταμόρφωση της επίπεδης απληστίας σε άπληστη τόξευση προς αγλαέστατην Ετερότητα. Άβυσσος άβυσσον επικαλείται και η επίκληση επώνυμη.[13]


[1] Χρήστος Γιανναράς, «Εισαγωγικό Σημείωμα» στο Κίρκη Κεφαλέα, Τοπία της Ψυχής. Μελέτες για τη νεότερη λογοτεχνία. Αθήνα, Αρμός, 2018, σ. 9.

[2] Βλ. Χρήστος Γιανναράς, «Ο αποφατισμός στην ποίηση και τη θεολογία», στο Ποίηση και Θεολογία. Ποιητές και στοχαστές μιλούν για τη σχέση τους με τον Θεό (Επιμ. Κίρκη Κεφαλέα). Αθήνα, Εκδόσεις ΕΚΠΑ, 2024, σσ. 77-87.

[3] Ό.π., σ. 85.

[4] Ό.π. σ. 85-86.

[5] Χρήστος Γιανναράς, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, Αθήνα, Δόμος, 1996.

[6] Βλ. το βιβλίο μου Κραταιά ως Θάνατος Αγάπη: Το Άσμα Ασμάτων στη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Αθήνα, Gutenberg, 2015, σσ. 45-49, από όπου αντλούνται οι παρατηρήσεις στο απόσπασμα που ακολουθεί.

[7] Ό.π., σ. 156.

[8] Ό.π., σ. 158.

[9] Ό.π., σ. 143.

[10] Ό.π. σ. 133.

[11] Ό.π., σ. 85-86.

[12] Ό.π., σ. 93-94.

[13] Ό.π., σ. 106.

Κύλιση στην κορυφή