Φραγκίσκος Δουκάκης

Ο χρόνος πίσω

Ας γυρίσουμε τον χρόνο στο μακρινό 1970, όταν ήμουν δεκατεσσάρων χρονών, τότε που γίνονταν τόσες εκρήξεις μέσα στο μυαλό μου.

Μαθητής Δευτέρας στο Ζάννειο Πειραματικό Τεχνικό στον Πειραιά. Ένα Πρότυπο Γυμνάσιο αρρένων δύσκολο, που μαζί με την Ιωννίδειο συναγωνίζονταν για την πρωτοκαθεδρία του Πειραιά.

Εποχή χούντας, είμαστε λίγο χαμένοι πριν λίγο ανήγγειλε ο Γυμνασιάρχης 4ημερη αποβολή σε κάποιον μαθητή, ο οποίος στην εκδρομή είχε ακούσει από το κασετόφωνό του Μίκη Θεοδωράκη. Η ατμόσφαιρα είναι γκρι έγκλειστη.

Στον λίγο χρόνο στα πηγαδάκια των συμμαθητών μου συζητάμε για τραγούδια που έρχονται σαν πυροβολισμοί από τους ερασιτεχνικούς σταθμούς (With a little help from my friends ο ένας, το Paranoid εγώ, άκουσες το Whole lotta love?) εκστασιαζόμαστε, παράθυρα διαφυγής προς μια ξέφρενη ελευθερία, σε λίγο θα χτυπήσει το κουδούνι και όλοι στα μαθήματα. Η αυστηρότητα υπέρμετρη, στο πρώτο εξάμηνο ο ανώτερος βαθμός είναι το 16.

Η ζωγραφική στο σπίτι μου είναι ένα ωραίο μικρό διάλειμμα, δεν υπάρχει όμως αρκετός χρόνος.

Και ξαφνικά το θαύμα!

Αρχές Γενάρη στο προαύλιο του σχολείου πολλοί μαθητές μαζεμένοι ο ένας επάνω στον άλλον, απλώνουν τα χέρια τους, ο καινούργιος Καθηγητής Τεχνικών κ. Σκουρογιάννης στο κέντρο του κύκλου έχει ανάψει ένα σπίρτο να ζεσταθούν! Τον θυμάμαι με μαλλί αφάνα λίγο γκρι, γυαλί Ray-Ban και πολύ χιούμορ. Μια άνοιξη μέσα στον χειμώνα.

Βάζει το πρώτο θέμα ζωγραφικής, το χρωματίζουμε με μαρκαδόρους, με ξεχωρίζει αμέσως και με παροτρύνει να ζωγραφίζω και με άλλα μέσα, με αφήνει εντελώς ελεύθερο και από τα ζωγραφικά θέματα του σχολείου. Αρχίζω να ζωγραφίζω ακατάπαυστα, πολύ συχνά εις βάρος των άλλων μαθημάτων μου. Γενικά ήμουν ένας μαθητής του 14.

Η πρώτη φιλόλογος που είχαμε στην Πρώτη Γυμνασίου ήταν αξιαγάπητη, τώρα στη Δευτέρα παίρνει άδεια λόγω εγκυμοσύνης, μας αποχαιρετά σε μια ατμόσφαιρα λίγο αμηχανίας και σε μια προσπάθεια να φανεί ακόμη πιο καλή μάς τονίζει την αυστηρότητα της επόμενης καθηγήτριας.

Όλοι πλέον αγωνιούμε για την καινούργια φιλόλογο που θα μας κάνει τρία μαθήματα Αρχαία, Νέα, Ιστορία. Έρχεται η ώρα και τη γνωρίζουμε, ψηλή, μελαχροινή, νέα, με αέρα έπαρσης.

Σε κάποια στιγμή διδαχής της, αφαιρούμαι και κοιτάζω το έργο μου που θα δείξω την επόμενη ώρα, είμαι χαρούμενος, είναι πολύ καλό. Όμως ξαφνιάζομαι όταν την βλέπω δίπλα μου, τι είναι αυτό που κοιτάζεις και δεν παρακολουθείς το μάθημα, μου λέει δυνατά.

Λίγο τρακαρισμένος, λέω «ένα έργο ζωγραφικής που έφτιαξα να το δείξω στον κ. Σκουρογιάννη», μου το παίρνει από τα χέρια και μου λέει ότι είναι πολύ όμορφο.

Η ατμόσφαιρα στην τάξη έχει χαλαρώσει και όλοι οι συμμαθητές μου μαζεύονται γύρω γύρω. Την ακούω να λέει «θα μου το χαρίσεις;» Πρώτη φορά βρίσκομαι σε τέτοια θέση, αμηχανία, υπερηφάνεια και είμαι εγώ που θα πρέπει να αποφασίσω, ποιος είναι ο άλλος, η Καθηγήτρια μου!

Το έργο όμως μου αρέσει, θέλω να το κρατήσω, πίσω όλοι οι φίλοι μου με πιέζουν, τρώω κρυφές μπουνιές (δωσ’ το, δώσ’ της το, δώσ’ το ρε μ…), οι δυνάμεις είναι υπέρτερες, το δίνω. Με ευχαριστεί, χαμογελαστή και χαρούμενη το παίρνει, πάει στην έδρα και το βάζει στην τσάντα της. Ήταν σαν να παίχτηκε ένα μικρό θεατρικό στην τάξη και μετά πάλι στη ρουτίνα.

Πέρασαν κάποιες μέρες και καλούνται οι γονείς για να μάθουν από τους καθηγητές την πορεία μας. Εκείνο το απόγευμα ο πατέρας μου γύρισε χαρούμενος, άκουσε από την καινούργια μας φιλόλογο τα καλύτερα λόγια.

Σε λίγο πήραμε και γραπτώς τη βαθμολογία μας, Αρχαία 16, Νέα 17, Ιστορία 18.

Κύλιση στην κορυφή