Αγαπητοί συνάδελφοι στο μέτωπο της φιλοσοφικής μάχης,
Ελπίζω αυτή η επιστολή να σας βρίσκει καλά και όχι παγιδευμένους σε κάποιο υπαρξιακό αδιέξοδο ή σε ατέρμονες συζητήσεις για το νόημα της ζωής με πρωτοετείς φοιτητές.
Γράφω σήμερα για να μοιραστώ μαζί σας μια ανακάλυψη που έκανα χθες και που με έκανε να αναρωτηθώ αν ο Πλάτωνας είχε δίκιο όταν ήθελε να διώξει τους ποιητές από την ιδανική του πολιτεία. Μόνο που στη θέση των ποιητών, σήμερα έχουμε την τεχνητή νοημοσύνη!
Φανταστείτε λοιπόν την έκπληξή μου όταν ανακάλυψα ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πλέον να παράγει εργασίες πολιτικής φιλοσοφίας που θα έκαναν τον Μακιαβέλι να ανατριχιάσει από ζήλια (αν και, ας είμαστε ειλικρινείς, ο Μακιαβέλι πιθανότατα θα έβρισκε τρόπο να χρησιμοποιήσει την ΤΝ προς όφελός του). Φανταστείτε, αγαπητοί μου, έναν κόσμο όπου οι φοιτητές μας μπορούν να παραδώσουν εργασίες για τον Ρουσσώ χωρίς καν να γνωρίζουν ότι δεν είναι είδος τυριού. Ένας κόσμος όπου ο Χομπς είναι απλώς ένας χαρακτήρας από τα κόμικς Calvin and Hobbes, και ο Λοκ είναι μόνο ένας χαρακτήρας από το Lost. Αστειεύομαι, βέβαια, αλλά η πραγματικότητα δεν απέχει πολύ.
Αγαπητοί μου συνάδελφοι, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα πρόκληση: Πώς να διδάξουμε τους φοιτητές μας να σκέφτονται κριτικά όταν ένας αλγόριθμος μπορεί να παράγει μια «άψογη» ανάλυση του Κοινωνικού Συμβολαίου του Ρουσσώ σε λιγότερο χρόνο απ’ ό,τι χρειάζεται ένας φοιτητής για να βρει την αίθουσα διδασκαλίας;
Προτείνω λοιπόν να συναντηθούμε για να συζητήσουμε αυτό το ζήτημα. […] Εν τω μεταξύ, προτείνω να κρατήσουμε τα μάτια μας ανοιχτά για τυχόν εργασίες που μοιάζουν υπερβολικά συνεκτικές ή που αναφέρονται σε φιλοσόφους που δεν έχουν γεννηθεί ακόμα.
Με εκτίμηση και μια δόση υπαρξιακής αγωνίας,
[Το όνομά σας]
Υ.Γ. 1: Αν κάποιος από εσάς έχει ήδη αρχίσει να χρησιμοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για να βαθμολογεί εργασίες, παρακαλώ να μοιραστεί το μυστικό. Έχω μια στοίβα από εργασίες που περιμένουν και ο Καντ στο γραφείο μου αρχίζει να με κοιτάζει επικριτικά.
Υ.Γ. 2: Αν αυτή η επιστολή σας φάνηκε πολύ καλογραμμένη, μην ανησυχείτε. Την έγραψα εγώ, όχι κάποια ΤΝ. Ή μήπως όχι; (Αστειεύομαι, φυσικά την έγραψα εγώ. Εκτός αν…).
Η επιστολή αυτή είναι συμπίλημα επιστολών που παρήγαγε ο Claude, αδελφή πλατφόρμα του ChatGPT, όταν του ζητήθηκε να ενημερώσει με χιούμορ τους συναδέλφους μου για τη σχετική ανακάλυψή μου: ότι η παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη, εν προκειμένω ο ίδιος ο Claude, ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις σε ερωτήματα που έβαλα σε φοιτητές και φοιτήτριές μου στο πλαίσιο του προπτυχιακού σεμιναρίου «Θρησκεία και πολιτική στη νεότερη πολιτική φιλοσοφία», στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Τα ερωτήματα αυτά οι φοιτητές και οι φοιτήτριες καλούνται να τα απαντήσουν σε μικρές γραπτές εργασίες-ασκήσεις, αφού προηγουμένως έχουν μελετήσει και έχουμε συζητήσει όλοι/ες μαζί επιλεγμένα κεφάλαια από βασικά έργα των Μακιαβέλλι, Χομπς, Σπινόζα, Λοκ και Ρουσσώ. Πρόκειται για ερωτήματα που αντιστοιχούν μεν στο υπόβαθρο των προπτυχιακών φοιτητών και φοιτητριών του Τμήματος, αλλά των οποίων η πραγμάτευση δεν είναι προφανής, καθότι απαιτούν να έχει κανείς διαβάσει, συζητήσει και κατανοήσει, όσο είναι δυνατό, τα επιλεγμένα κεφάλαια καθώς και να επιχειρηματολογήσει, δηλαδή όχι απλώς να εκθέσει κάποιες βασικές και λίγο ώς πολύ γνωστές απόψεις των φιλοσόφων. Οι απαντήσεις του Claude στα ερωτήματα είναι συγκροτημένες, αναλυτικές και εύστοχες. Έχουν, η αλήθεια είναι, κάποια μοτίβα: για παράδειγμα, δεν δίνονται με τη μορφή ενιαίου κειμένου αλλά ακολουθούν μια λογική αρίθμησης λόγων και επιχειρημάτων. Ακόμα κι αυτό, όμως, μπορεί να θεωρηθεί, από την πλευρά της αναγνώστριας, ένδειξη του ότι ο γράφων ή η γράφουσα είναι σε θέση να εντοπίσει επιμέρους επιχειρήματα στα κείμενα που έχει μελετήσει και να τα εκθέσει ξεχωριστά, υπογραμμίζοντας ωστόσο και τη μεταξύ τους αλληλουχία.
Αυτή η επαφή με τον Claude στάθηκε για εμένα ένα σοκ. Με ξύπνησε από τον ανθρωπιστικό μου λήθαργο. Η αλήθεια είναι πως είχα την, αφελή όπως αποδείχθηκε, εντύπωση ότι στις ανθρωπιστικές και κάποιες από τις κοινωνικές επιστήμες όπου η δουλειά πάνω σε κείμενα είναι απαράκαμπτη, η ΤΝ δεν ήταν ακόμα σε θέση να υποκαταστήσει την ανθρώπινη διανοητική εργασία. Η δε επιστολή με την οποία ξεκίνησα ήταν αυτό που λέμε «το κερασάκι στην τούρτα». Και τούτο διότι, όπως διαπιστώσατε, έχει κι ένα κάποιο χιούμορ –τι πιο ανθρώπινο;
Εύλογα ίσως αναρωτιέστε τι σχέση μπορεί να έχουν αυτά με το στρογγυλό τραπέζι περί ΤΝ και δημοκρατίας. Η αλήθεια είναι πως όταν ο Δημήτρης Τρίκας ήρθε σε επαφή μαζί μου, του είπα ότι, λόγω του σχετικά περιορισμένου χρόνου που είχα στη διάθεσή μου, το μόνο που θα μπορούσα να κάνω θα ήταν να παρουσιάσω κάποιες σκέψεις που μου προκάλεσε η επαφή μου με τον Claude.
Απ’ ό,τι έχω διαπιστώσει, δύο είναι οι κύριες απαντήσεις στο ερώτημα για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η εισβολή της παραγωγικής ΤΝ στην εκπαίδευση, ειδικά στην τριτοβάθμια. Η μία υποστηρίζει πως πρέπει να γίνει αποδεκτή η χρήση της, από διδάσκοντες και διδασκόμενους, και να βρεθούν τρόποι ώστε αυτή να είναι «δημιουργική», όπως συχνά αποκαλείται. Η άλλη απάντηση υποστηρίζει πως πρέπει να απαγορευτεί η χρήση της ΤΝ. Παρά τις διαφορές τους, οι δύο απαντήσεις έχουν κάτι κοινό: το ερώτημα για το πώς μπορεί να ελεγχθεί και να αστυνομευτεί η όποια χρήση. Εξάλλου, αυτό είναι συχνά και το πρώτο ερώτημα που θέτουμε πολλοί πανεπιστημιακοί (συμπεριλαμβάνω και τον εαυτό μου). Χωρίς να επεκταθώ, να επισημάνω μόνο ότι έχει υποστηριχθεί πως ο έλεγχος του εάν ένα κείμενο έχει παραχθεί από ΤΝ οδηγεί σε αδιέξοδο. Και τούτο για πολλούς λόγους: α) διότι οι σχετικές πλατφόρμες ολοένα βελτιώνονται και είναι σε θέση να διορθώσουν διάφορες αδυναμίες, όπως είναι, για παράδειγμα, η απουσία ποικιλίας στις συντακτικές δομές, η χρήση συγκεκριμένων συνδέσμων ή η περίπου ίδια έκταση των προτάσεων ή των παραγράφων· β) διότι υπάρχουν τρόποι να εξανθρωπίσει (humanize) κανείς ένα κείμενο, είτε ανατρέχοντας σε άλλες πλατφόρμες που ήδη κάνουν ακριβώς αυτό, είτε δίνοντας ρητή εντολή στον Claude ή στο ChatGPT να υπάρχει ποικιλία στις διατυπώσεις ή στην έκταση των παραγράφων, ή να κάνουν κάποια συντακτικά ή ορθογραφικά λάθη –δηλαδή να μη φτιάξουν ένα συντακτικά και ορθογραφικά τέλειο κείμενο· γ) διότι η προσπάθεια εντοπισμού της χρήσης ΤΝ τείνει να αναπαραγάγει τις κοινωνικές και άλλες ανισότητες: οι φοιτητές και οι φοιτήτριες που είναι φυσικοί ομιλητές της γλώσσας, που έχουν πρόσβαση σε πιο εξελιγμένες, δηλαδή επί πληρωμή, πλατφόρμες και έχουν καλύτερη τεχνολογική κατάρτιση έχουν περισσότερες δυνατότητες να παρακάμψουν τους όποιους ελέγχους, σε αντίθεση με τους φοιτητές και τις φοιτήτριες που δεν διαθέτουν τα προαναφερθέντα.[1]
Μολαταύτα, θεωρώ πολύ πιθανό το ενδεχόμενο, στο εγγύς μέλλον, να κληθούμε οι πανεπιστημιακοί να επινοήσουμε μεθόδους επιπλέον ελέγχου ώστε να αντιμετωπιστεί η αθέμιτη χρήση της ΤΝ (όποιο κι αν είναι το περιεχόμενο που δίνεται στο επίθετο «αθέμιτη»). Ήδη μπορεί να βρει κανείς στο διαδίκτυο κείμενα ή συζητήσεις πανεπιστημιακών που σπαζοκεφαλιάζουν για το πώς μπορεί να γίνει αυτό, όπως και κανονισμούς Πανεπιστημίων σχετικούς με τα όρια της «θεμιτής» χρήσης. Θεωρώ εξάλλου πολύ πιθανό να κληθούμε να διαμορφώσουμε μία ακόμα επιτροπή από τις πολλές που υπάρχουν σε κάθε Τμήμα, με τα γνωστά ακρωνύμια που υποθέτω ότι πολλοί πανεπιστημιακοί αδυνατούμε ενίοτε να θυμηθούμε τι ακριβώς δηλώνουν, επιτροπή η οποία θα αναλάβει να προτείνει τις νέες αυτές μεθόδους. Τι θα σήμαινε αυτό; Θα σήμαινε επιπλέον χρόνο αφιερωμένο σε μια εργασία που δεν είναι ακριβώς η δική μας, δεν είναι έρευνα, δεν είναι διδασκαλία. Και αν δεν κληθούμε να το κάνουμε οι ίδιοι οι πανεπιστημιακοί, θα το κάνουν άλλοι για εμάς. Δεν αποκλείω μάλιστα το ενδεχόμενο, σε μερικά χρόνια, στο πλαίσιο των περιβόητων αξιολογήσεων και πιστοποιήσεων των προγραμμάτων σπουδών, να υπάρχουν και ερωτήσεις που να αφορούν ακριβώς τις μεθόδους που το εκάστοτε Τμήμα έχει επινοήσει και εφαρμόσει ώστε να αντιμετωπίσει τη χρήση της ΤΝ. Κοντολογίς: σε δουλειά να βρισκόμαστε. Μόνο που αυτή η δουλειά όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με τη διδασκαλία και την έρευνα, αλλά επίσης μάλλον εμπίπτει σε εκείνη την κατηγορία που ο ανθρωπολόγος Ντέιβιντ Γκρέιμπερ αποκαλεί «bullshit jobs».[2] Το ίδιο ισχύει και για τον άλλο ενδεχόμενο τρόπο διαχείρισης της παραγωγικής ΤΝ, που προτείνει τη δημιουργική χρήση της στο εκπαιδευτικό πλαίσιο: θα πρέπει, φοιτητές και φοιτήτριες, καθηγητές και καθηγήτριες να μάθουμε να τη χρησιμοποιούμε με «κριτικό τρόπο», όπως συχνά λέγεται, να επινοήσουμε νέες μεθόδους διδασκαλίας, μελέτης και ούτω καθεξής, προκειμένου να προσαρμοστούμε στις απαιτήσεις των καιρών.
Σε κάθε περίπτωση, εκτός από τα παραπάνω, φαίνεται ότι ο Claude φέρνει δύο ακόμα πράγματα στο πανεπιστήμιο. Κατά πρώτον, αυτό που έχει αποκληθεί «o θάνατος της γραπτής εργασίας». [3] Η γραπτή εργασία, η οποία, στις ανθρωπιστικές και κάποιες τουλάχιστον από τις κοινωνικές επιστήμες, επί μακρόν θεωρούνταν ως ο καλύτερος τρόπος άσκησης στην κριτική σκέψη και συνεπώς ως η πλέον ενδεδειγμένη μορφή αποτίμησης της δουλειάς των φοιτητών και φοιτητριών, πιθανότατα θα χάσει αυτό της το καθεστώς. Αυτό θα έχει πολλές συνέπειες, κυριότερη μεταξύ των οποίων είναι, μου φαίνεται, ότι οι φοιτητές και οι φοιτήτριες, πολλοί από τους οποίους ήδη δυσκολεύονται στην παραγωγή γραπτού λόγου, μεταξύ άλλων και λόγω της εξοικείωσης με το διαδίκτυο, θα αποθαρρύνονται αντί να ενθαρρύνονται να γράψουν. Και δεδομένου ότι οι εργασίες απαιτούν, πριν τη συγγραφή τους, και ανάγνωση και σκέψη, θα αποθαρρύνονται, αντί να ενθαρρύνονται, να διαβάσουν και να σκεφτούν πάνω σε αυτό που διάβασαν –κάτι πολύ εύκολο να συμβεί, πάλι λόγω της εξοικείωσης με τα κείμενα του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Το δεύτερο που φέρνει ο Claude στο πανεπιστήμιο είναι η επίταση μιας διαδικασίας που έχει ξεκινήσει προ πολλού, λόγω του διαδικτύου και των πηγών πληροφόρησης που προσφέρει. Η διαδικασία αυτή μπορεί να συμπυκνωθεί στην επιταγή «Μετατραπείτε από πανεπιστημιακούς δασκάλους σε επιτηρητές και αστυνόμους». Μπορεί, βέβαια, να αντιτείνει κανείς ότι ανέκαθεν υπήρχε στην εκπαίδευση ένα στοιχείο επιτήρησης. Πράγματι. Ωστόσο είμαι της άποψης ότι με την εμφάνιση των νέων τεχνολογιών το στοιχείο αυτό άρχισε να καταλαμβάνει καθοριστική θέση στο τι πρέπει να κάνουν οι πανεπιστημιακοί, και ότι τώρα, με την παραγωγική ΤΝ, περνά σε ένα νέο στάδιο. Είμαι επιπλέον της άποψης ότι, τα τελευταία χρόνια, η λογική της επιτήρησης τείνει να γίνει, και επιδιώκεται θεσμικά να γίνει συστατικό στοιχείο της πανεπιστημιακής (και όχι μόνο) ζωής –κάτι που, στα καθ’ ημάς, καθίσταται φανερό από τον Νόμο 4777/2021, γνωστό και ως νόμο Κεραμέως-Χρυσοχοΐδη, του οποίου μια σειρά από διατάξεις (και δεν εννοώ μόνο εκείνες που αφορούν στην πανεπιστημιακή αστυνομία) διέπονται από το πνεύμα της αστυνόμευσης και της επιτήρησης. Εξάλλου και οι ίδιοι οι πανεπιστημιακοί έχουμε ήδη ενσωματώσει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, την εν λόγω επιταγή –αυτό δείχνει, για παράδειγμα, το γεγονός ότι συζητάμε για το πώς θα αστυνομεύσουμε, πώς θα πιάσουμε και, ενδεχομένως, πώς θα τιμωρήσουμε τη χρήση της ΤΝ. Σαν να έχουμε αφήσει κατά μέρος το ερώτημα για το τι κάνουμε –ή θέλουμε, ή προσπαθούμε– να κάνουμε στο πανεπιστήμιο. Σε κάθε περίπτωση, η επιτήρηση είναι συνυφασμένη με μια στάση καχυποψίας απέναντι στους φοιτητές και τις φοιτήτριες, η οποία όχι μόνο δεν συνάδει με το λειτούργημα των πανεπιστημιακών δασκάλων αλλά οριακά το καθιστά αδύνατο. Και τούτο διότι διαρρηγνύει μια συστατική πτυχή της διδακτικής διαδικασίας: την εμπιστοσύνη μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων. Είναι δύσκολο, σχεδόν αδύνατο, να δημιουργηθεί και να εδραιωθεί μια σχέση εμπιστοσύνης εάν βλέπουμε ή καλούμαστε να βλέπουμε εξ αρχής και συνεχώς τους φοιτητές και τις φοιτήτριες ως δυνάμει απατεώνες, χρήστες αθέμιτων μεθόδων, των οποίων τη δουλειά πρέπει να ελέγχουμε συνεχώς, κάθε φορά και με κάθε δυνατό τρόπο πριν αποτιμήσουμε την ποιότητά της.
Υπάρχει όμως και μια άλλη έκφανση της εμπιστοσύνης την οποία υποσκάπτει ο Claude. Η έκφανση αυτή προηγείται της εμπιστοσύνης μεταξύ διδασκόντων και διδασκομένων – ίσως μάλιστα και να συνιστά όρο δυνατότητάς της. Εννοώ την εμπιστοσύνη των ίδιων των διδασκομένων στην ικανότητά τους να σκεφτούν, να κατανοήσουν, να μάθουν και να πουν κάτι με νόημα, και το σύστοιχό της, από την πλευρά των διδασκόντων, που είναι η εμπιστοσύνη στις διανοητικές ικανότητες εκείνων που έχουν απέναντί τους ή με τους οποίους βρίσκονται γύρω από ένα τραπέζι στην πανεπιστημιακή αίθουσα, όταν πρόκειται για σεμινάριο. Μια τέτοια εμπιστοσύνη αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτού που ο Ζακ Ρανσιέρ, στα χνάρια του αδαούς δασκάλου Ζοζέφ Ζακοτό,[4] ονομάζει προϋπόθεση της ισότητας, σύμφωνα με την οποία «έχουμε να κάνουμε με όντα προικισμένα με ίση νοημοσύνη».[5] Για να είναι χειραφετική, η διδακτική πράξη πρέπει, κατά τους Ζακοτό-Ρανσιέρ, να ξεκινά από αυτή την προϋπόθεση, «από αυτό που ο ‘αδαής’ ήδη γνωρίζει και ήδη μπορεί»,[6] και να τη χρησιμοποιεί ως ένα «σύνολο αρχών προσανατολισμού».[7] Αν κανείς βλέπει έτσι τα πράγματα στη διδασκαλία, τότε μπορεί εύλογα να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η παραγωγική ΤΝ, με τις δυνατότητες που προσφέρει για γρήγορες απαντήσεις, υποσκάπτει στα θεμέλιά της τη διδακτική διαδικασία διότι υποσκάπτει και αυτή την εμπιστοσύνη, ειδικότερα όταν οι φοιτητές και οι φοιτήτριες, πολλοί από τους οποίους δεν είναι εξάλλου ιδιαίτερα συνηθισμένοι να διαβάζουν εκτενή κείμενα, βρίσκονται ενώπιον σχετικά δύσκολων κειμένων, των οποίων η ανάγνωση απαιτεί συγκέντρωση, προσοχή και υπομονή –κοντολογίς, χρόνο.
Το ζήτημα αυτό του χρόνου είναι, θεωρώ, κομβικό. Συχνά οι φοιτητές και οι φοιτήτριες μπορεί να νομίζουν ότι, εφόσον δεν κατανοούν ένα κείμενο με μια πρώτη ανάγνωση, δεν είναι γενικά σε θέση να το κατανοήσουν διότι είναι ασύμμετρο προς τις ικανότητές τους. Έτσι, είναι πολύ συχνά απαραίτητο να τους ειπωθεί πως πρόκειται για κείμενο δύσβατο, η προσπέλαση του οποίου απαιτεί όσα προανέφερα –συγκέντρωση, προσοχή, υπομονή, δηλαδή χρόνο– και να τονιστεί ότι ο φιλόσοφος ή η ανθρωπολόγος ή ο ιστορικός που μελετούν χρειάστηκε κι εκείνος/η πολύ χρόνο για να γράψει αυτό που εκείνοι διαβάζουν. Όταν, λοιπόν, σε μια τέτοια συνθήκη, έρχεται η ΤΝ και προσφέρει μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα αρκετά συγκροτημένες αναλύσεις κειμένων ή απαντήσεις σε σχετικά σύνθετα ερωτήματα, τι πιο εύκολο από το να υποκύψει κανείς; Όμως αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι οι φοιτητές και οι φοιτήτριες μπορεί να απαξιώνουν τις σπουδές τους, ένα αναμφίβολα σημαντικό πρόβλημα, ή ότι μπορεί να υποτιμούν τη νοημοσύνη των διδασκόντων και διδασκουσών, κάτι ήσσονος σημασίας για εμένα. Κυρίως σημαίνει πως αφήνονται να παραδοθούν σε μια αυτοεικόνα τους σύμφωνα με την οποία είναι ανίκανοι τόσο να σκεφτούν όσο και να παραγάγουν οι ίδιοι και οι ίδιες λόγο με νόημα. Ας αναλογιστούμε πόσο εύκολο είναι να νιώσει κανείς ότι οι διανοητικές του ικανότητες είναι περιορισμένες ή ανύπαρκτες βλέποντας τον Claude να συντάσσει με ιλιγγιώδη ταχύτητα ένα κείμενο.
Όλα αυτά έχουν συνέπειες και εκτός πανεπιστημίου. Και τούτο διότι συμβάλλουν στην περαιτέρω εμπέδωση της βαθιά αντιδημοκρατικής λογικής, σύμφωνα με την οποία η πλειονότητα δεν είναι σε θέση όχι μόνο να καταλάβει αλλά ούτε καν να εντοπίσει τα κύρια πολιτικά ζητήματα και, γι’ αυτό, ο όποιος λόγος εκφέρει δεν έχει πολιτικό περιεχόμενο αλλά απλώς εκφράζει κάποιο παράπονο. Η άλλη, συμπληρωματική πλευρά αυτής της λογικής είναι ότι μόνο οι ειδικοί μπορούν, δηλαδή έχουν την ικανότητα να ορίσουν τα δεδομένα της εκάστοτε κατάστασης, τα πολιτικά επίδικα και τις όποιες λύσεις – δεδομένα, επίδικα και λύσεις που είναι εν μέρει εφικτό να εξηγήσουν στην αδαή πλειονότητα, η οποία οφείλει να δεχτεί άκριτα την εξήγηση καθότι η ίδια δεν διαθέτει την ικανότητα να την κρίνει. Βέβαια, με την παραγωγική ΤΝ ακόμη κι αυτή η εξήγηση καθίσταται, απ’ ό,τι έχω καταλάβει, ανέφικτη.
Ζούμε σε μια εποχή αλλοτριωτικής επιτάχυνσης,[8] στην οποία έχουν κατά πολύ συμβάλει οι νέες τεχνολογίες. Η επιτάχυνση αυτή συνάδει με το πνεύμα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού κατά το ότι υπηρετεί την επιταγή για περισσότερο –περισσότερη παραγωγή, περισσότερη κατανάλωση, περισσότερες εμπειρίες, περισσότερες επιτυχίες, περισσότερη νεότητα, περισσότερες αποφάσεις, περισσότερους φίλους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, περισσότερη πληροφορία, περισσότερη (για την ακρίβεια δια βίου, δηλαδή από την κούνια μέχρι τον τάφο) μάθηση, περισσότερα πτυχία, περισσότερες δημοσιεύσεις (για τους και τις πανεπιστημιακούς). Νομίζω ότι ακριβώς αυτή την επιτάχυνση πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσπαθήσει κανείς να αναχαιτίσει εάν θέλει να συμβάλει στη διατήρηση και την καλλιέργεια ενός δημοκρατικού, δηλαδή και εξισωτικού, πνεύματος, εντός και εκτός πανεπιστημίου, ενόψει αυτού που έχει εύστοχα αποκληθεί «αυταρχικός ψηφιακός νεοφιλελευθερισμός» ή «ψηφιακή μεταπολιτική». Ομολογώ ότι δεν είμαι πολύ αισιόδοξη ούτε για τα περιθώρια που αφήνει ο Claude σε μια τέτοια προσπάθεια ούτε, συνεπώς, για τα αποτελέσματά της.
⸙⸙⸙
[Το παρόν κείμενο αποτελεί ελάχιστα επεξεργασμένη εκδοχή ομιλίας στην Ημερίδα με θέμα «Δημοκρατία και Α.Ι.», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της έκθεσης Ονειρεύονται τα ηλεκτρικά πρόβατα; Η Ανθρώπινη κατάσταση στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, τον Δεκέμβριο του 2024 στην Αθήνα. Ευχαριστώ τον επιμελητή της έκθεσης Δημήτρη Τρίκα για την πρόσκληση.]
[1] Βλ. Leon Furze, «AI Detection in Education is a Dead End», (link). Υπάρχουν εξάλλου μελέτες που δείχνουν ότι ο έλεγχος της λογοκλοπής ή των αντιγραφών μέσα από πλατφόρμες όπως το Turnitin δεν έχει μειώσει τα φαινόμενα αυτά.
[2] Βλ. David Graeber, Bullshit Jobs. Μια θεωρία, μτφρ. Χρήστος Πάλλας, Στάσεις Εκπίπτοντες, Αθήνα 2023.
[3] Βλ. Stephen Marche, «The College Essay is Dead», The Atlantic, 06.12.2022
[4] Βλ. Jacques Rancière, Ο αδαής δάσκαλος. Πέντε μαθήματα πνευματικής χειραφέτησης, μτφρ. Δάφνη Μπουνάνου, Νήσος, Αθήνα 2008.
[5] «La fabrique de l’émancipation»
[6] Jacques Rancière, «Πολιτική, δημοκρατία, χειραφέτηση. Συνέντευξη του Ζακ Ρανσιέρ στη Βίκυ Ιακώβου», στου ιδίου, Το μίσος για τη δημοκρατία, μτφρ. Βίκυ Ιακώβου, Τόπος, Αθήνα 2009, σ. 138.
[7] Στο ίδιο, σ. 139.
[8] Βλ. Hartmut Rosa, Επιτάχυνση και αλλοτρίωση. Για μια κριτική θεωρία της επιτάχυνσης στην ύστερη νεωτερικότητα, μτφρ. Μιχάλης Κούλουθρος, Πλήθος, Αθήνα 2021.

