Μάνος Καρατζογιάννης

Ο Δάσκαλος

«Ω, στην αφθονία μας χανόμαστε!
Και ποιος την αφθονία να συνδράμει;
Αλήθεια! Ό,τι απ’ το όριό του ξεφεύγει
πάει, σκορπάει, χύνεται χάμου, χάνεται
Ακόμα κι ο θεός! ακόμα κι η αγάπη…»

«Ποιος έγραψε αυτούς τους στίχους;» τον ρώτησα. «Προμηθέας Δεσμώτης ο τίτλος, αλλά δεν μοιάζει του Αισχύλου…». «Όχι» απάντησε. «Αυτό είναι του Λεωνίδα. Του Πολυδεύκη! Πού το βρήκες;». Το εντυπωσιακό με τον δάσκαλό μας δεν ήταν η γνώση του μόνο, όσο αυτή η συνδυαστική του μνήμη, που τον έκανε να μοιάζει στα μάτια μας σαν την καινούργια μηχανή αναζήτησης που άρχισε να κάνει πάταγο στις αρχές του 2000. Μόνο που η δική μας «μηχανή», είχε μια ακόμα δυνατότητα: παθιάζεται τόσο, ανασύρει μνήμες, εικόνες και βιώματα όχι μόνο δικά της, αλλά ενός ολόκληρου λαού για να σου μιλήσει για έναν στίχο. Έτσι, δεν καταλάβαινες απλώς, ένιωθες τα γράμματα.

Σαν να ξυπνούσε τις νεκρωμένες μας αισθήσεις εκείνο το μάθημα του για την Ορέστεια (στη μνημειώδη μετάφρασή του). Μπορούσε σε μια ώρα μέσα να μιλήσει για τον μύθο των Ατρειδών, τον Εμφύλιο του ʼ46, την Παπαδάκη και την Παξινού, τη μετρική του Ροντήρη, το γλωσσικό ζήτημα, την κάθοδο της Βουγιουκλάκη στην Επίδαυρο, τον Ηράκλειτο, τον Κουν και τον Μινωτή, τον Πικιώνη, και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Και χωρίς να το καταλάβεις, είχες αντιληφθεί το όλον και το επιμέρους του νοήματος. Αλλά κάτι κυριότερο: είχες μυηθεί σ’ έναν ολόκληρο κόσμο, είχες τρυπώσει πίσω από την παράγκα, πίσω από την κόκκινη αυλαία, και ήσουν μαθητευόμενος ηθοποιός και τεχνικός θεάτρου μαζί.

Πολίτης μια ιστορίας που δεν έζησες, δεν έμαθες και δεν επρόκειτο ποτέ να διδαχθείς. Γιατί οι παραδόσεις του, όταν ένιωθε εμπιστοσύνη στο ακροατήριο, ήταν βαθιά «αντιεξουσιαστικές», όσο κι αν η φήμη οργίαζε για την εξουσία που ο ίδιος είχε στους θεατρικούς κύκλους με την ιδιότητα του κριτικού θεάτρου. Τα παιδικά του πράσινα μάτια και το μέγεθος του πνεύματος και του σώματος του, θύμιζαν άλλωστε τον ομώνυμο ήρωα του Βιτράκ στο Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία. Γράφει ο ίδιος στο Βήμα σχετικά (29.12.1979): «Ο συγγραφέας εφεύρε απλώς έναν ειδικό φακό μέσα από τον οποίο δείχνει τα πράγματα. Ο φακός του όμως, ο Βικτόρ δεν είναι άλλου γένους, δεν ανήκει σ’ άλλο σύστημα αναφοράς, είναι προϊόν και γέννημα του ίδιου του συστήματος. Και αυτό ονομάζω πανουργία του Βιτράκ. Να γελοιοποιείς ένα σύστημα με εργαλείο τον εαυτό του». Εκείνος φαινόταν ότι αυτό το ήξερε πια καλά, έτσι δεν δίσταζε μες στο μάθημα να σπάζει κάθε στερεότυπο, απαγγέλλοντας ή και «κουτσομπολεύοντας» ακόμα τους θεατρικούς θρύλους της σκηνής. Ο δικός του φακός είχε τη δύναμη να φέγγει «στου θεού τα πράγματα», και την ίδια στιγμή να φωτοσκιάζει στη λειτουργία ενός συστήματος που καραδοκούσε να αφανίσει ό,τι πιο πολύτιμο είχαμε: τη νιότη μας.

Με τον Γεωργουσόπουλο έπαθα ό,τι με τον πατέρα μου: άρχισα να τον καταλαβαίνω αφού μεγάλωσα. Αφού τον έχασα. Έτσι, άρχισα να θαυμάζω αυτά που λοιδορούσα… Εκείνα τα κριτικά του σημειώματα για καλλιτέχνες του θέατρου που στα ξιπασμένα μου μάτια φάνταζαν ήσσονος σημασίας. Ακολουθώντας ίσως το παράδειγμά του προκάτοχού του στην εφημερίδα Άγγελου Τερζάκη, ο οποίος υπερθεμάτιζε: «Δεν νομίζω ότι ο Όμηρος κατέβαλλε περισσότερη προσπάθεια για να γράψει την Οδύσσεια απ’ ό,τι ο γείτονας μου ποιητής που προσπαθεί να οργανώσει το 15ο ποιητικό του βιβλίο», μας κουβαλούσε όλους στη ράχη του.


Σου έδινε την εντύπωση πως δεν είσαι ένας από τους χιλιάδες μαθητές του, αλλά ο ένας. Σύναπτε δηλαδή με έναν Αριστοτελικό τρόπο τη σχέση δασκάλου-μαθητή. Κι έβρισκε πάντα τον τρόπο να αποκαλυφθεί η ευαισθησία του τη στιγμή εκείνη που σου ήταν πραγματικά και μοναδικά απαραίτητος. Είτε γιατί όταν σκεφτόσουν να τα παρατήσεις, σου χάριζε ένα βιβλίο του για τους μύθους της θεατρικής τέχνης, την Προσωπολατρία, με «Ευχές για Καλή Προκοπή!». Είτε γιατί όταν έχανες το αγαπημένο σου κατοικίδιο, διάβαζες στα Νέα εκείνο το ασύλληπτης ευαισθησίας κείμενό του για τον σκύλο του τον Θαλή που έβγαζε το κεφάλι του στο παράθυρο του αυτοκινήτου για να ατενίσει τη διαδρομή του γυρισμού απ’ την Επίδαυρο. Είτε γιατί αποκαθιστούσε τη σχέση σου με τον πιο δικό σου άνθρωπο: τον γεννήτορά σου, βάζοντας μια φωτογραφία περίοπτη στη στήλη του για να ενθαρρύνει την πρώτη σου θεατρική εμφάνιση.

Σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή, χωρίς εκείνον πια, τον θυμόμαστε με τους στίχους του. Και στο πρόσωπό του, το όνομά του και τα λόγια του μνημονεύουμε όλους τους δασκάλους της γενιάς μας και του γένους μας:

Ο γέρο-δάσκαλος ποιος τον θυμάται
τον ανεξύπνητο ύπνο κοιμάται
τον ξενυχτάνε δυο χωριανοί.

Οι νέοι σκόρπισαν στα καφενεία
δυο τρεις που πήγανε στην εκκλησία
δεν βγάλαν λόγο για τη θανή.
Ο ψάλτης βιάζονταν είχε βαφτίσια
βουβά τον θάψανε στα κυπαρίσσια
και τον ξεχάσανε πολύ καιρό.
Ο δασοφύλακας τον άλλο χρόνο
κάρφωσε κάγκελα κι έφτιαξε μόνο
με δυο σανίδια ένα σταυρό.
Κάποιος αργόσχολος ειρηνοδίκης
βρήκε το κείμενο της διαθήκης
όπου διαβάσαμε τον λόγο αυτό:

Στον τάφο θά ʼθελα σαν θα πεθάνω
πως ήμουν δάσκαλος να γράψουν πάνω
και δίχως λάθη παρακαλώ.

Κ.Χ. Μύρης

Κύλιση στην κορυφή