Ζωγραφική: Φραγκίσκος Δουκάκης

Αλέξης Σ. Ζήρας

Ο φίλεργος και φιλέρευνος Γιάννης Παπακώστας

Προς τα τέλη της δεκαετίας του ʼ70 είχα την τύχη (και την τιμή) να συναντήσω για μία και μοναδική φορά τον Λέανδρο Βρανούση, στο σπίτι του Δημήτρη Χατζή, στο Παγκράτι. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς βγήκε τότε μπροστά τους η νεανική μου αναίδεια και μ’ έσπρωξε να κάνω ένα χιουμοριστικό αλλά καυστικό σχόλιο για τους Γιαννιώτες! Ο Βρανούσης γύρισε τότε και με κοίταξε αυστηρά, λέγοντάς μου με κοφτό τρόπο: «Ό,τι και να λέτε για τους Ηπειρώτες, κανείς δεν τους παραβγαίνει στην φιλεργία!» Σκέπτομαι, γράφοντας τούτο το κείμενο για τον Γιάννη Παπακώστα, ότι δεν θα μπορούσε να του γίνει καλύτερη μα και επιγραμματικότερη εισαγωγή από τη φράση του Βρανούση για την εργατικότητα. Άλλωστε, μια ελάχιστη ματιά στα στοιχεία της εργογραφίας του μπορεί να επιβεβαιώσει το αδιάκοπα φίλεργο και το φιλέρευνό του.

Γιάννης Παπακώστας

Δεν θέλω να πω μ’ αυτό ότι είναι ο μοναδικός από τους πανεπιστημιακούς που ένιωσε πιο απελευθερωμένος όταν ολοκληρώθηκε η κατ’ επάγγελμα διδακτική του ενασχόληση, αλλά στον Παπακώστα η απομάκρυνση από τις αίθουσες των πανεπιστημίων –η εκεί θητεία είναι γνωστό ότι έχει πολλές χαρές αλλά και πολλές δουλείες– είχε εξόχως θεαματικά αποτελέσματα, ως προς το έργο που άρχισε έκτοτε να παράγει. Πολλούς των ανωτέρων και ανωτάτων ιδρυμάτων που «αποστρατεύονται» τους κερδίζει η ραστώνη και περνούν στο περιθώριο, ενώ άλλους, αντιθέτως, όπως ο Κώστας Στεργιόπουλος και ο Γιάννης Δάλλας –και δεν αναφέρω τυχαία τα ονόματα, μια και υπήρξαν δάσκαλοι του Παπακώστα στη Φιλοσοφική των Ιωαννίνων– τους συνεπαίρνει μια δεύτερη νεότητα, μια ορμητική μεν αλλά μεθοδική και κατασταλαγμένη ως προς τον προγραμματισμό της διάθεση για δημιουργία. Από αυτή την πλευρά, τα έργα που βγαίνουν χωρίς την πίεση των εκπαιδευτικών υποχρεώσεων, ελεύθερα από ανταγωνισμούς, διαγκωνισμούς και το άγχος που μοιραία φορτώνεται η σταδιοδρομία, σκοπεύουν πολύ περισσότερο στο να αφήσουν πίσω τους κάτι πιο πολύ από έναν ενισχυμένο φάκελο με προοπτική τις βαθμίδες. Σκοπεύουν, ώριμα πλέον, στις πιο φιλόδοξες τουλάχιστον των περιπτώσεων, σε έργα με χαρακτήρα υποθήκης. Μάλιστα, για να έρθουμε στον Παπακώστα, νομίζω ότι αυτό που επισήμανα το βλέπουμε αμέσως σε αρκετούς από τους τίτλους των εκδόσεών του. Έχουν τη σημασία έργων βάσης, έργων που μπορούν να έχουν ένα γονιμοποιό νόημα για τις έρευνες των νεωτέρων. Έτσι, για να σχηματίσουμε μια πολύ γενική εικόνα της εισφοράς του, ας αναφέρουμε ότι από το ʼ90 περίπου και στα επόμενα δεκαπέντε με είκοσι χρόνια υπερδιπλασιάστηκε ο αριθμός των βιβλίων και των αρχειακών μελετών που δημοσίευσε, αν κι αυτές οι τελευταίες έχουν τις απαρχές τους σε παλαιότερες εποχές, όπως αναφέρει ο ίδιος προλογικά στο Ο Emil Legrand και η ελληνική βιβλιογραφία: «Τις επιστολές [του Legrand] μού τις παραχώρησε αρκετά χρόνια τώρα ο αείμνηστος καθηγητής μου στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Σταμάτης Κ. Καρατζάς, με την εντολή να τις εκδώσω».

Μετά το 1990, επίσης, κορυφώθηκε η κινητικότητά του, οι συμμετοχές του σε συνέδρια, ημερίδες και μεταπτυχιακά προγράμματα, η εκδοτική φροντίδα μιας μεγάλης αναστατικής σειράς ποιητών και πεζογράφων, ανάμεσα στους οποίους κεντρική θέση έχουν ο Γεώργιος Δροσίνης και τα δωδεκάτομα Άπαντά του, η τρίτομη συγκέντρωση των πεζών και ποιημάτων του Μιλτιάδη Μαλακάση, όπως και συναγωγές διηγημάτων του Μιχαήλ Μητσάκη, επιστολών του Γεωργίου Βιζυηνού, αφηγημάτων της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου και του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, για την κάθε μια από τις οποίες εκδόσεις χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία. Με την φροντισμένη τους συγκέντρωση ή επανέκδοση όλες τους συνέτειναν σε κάτι σημαντικό: μαζί με άλλα συναφή εγχειρήματα αναψηλάφησης και ανάστασης της ποιητικής και της πεζογραφικής μας παράδοσης, σαν κι αυτό του Μανόλη Αναγνωστάκη στη Νεφέλη ή σαν το άλλο, πιο συστηματικό και τεκμηριωμένο της Ακαδημίας Αθηνών, στις σειρές που άλλοτε φρόντιζαν ο Απόστολος Σαχίνης κι ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, δημιουργήθηκε ένα corpus της παλαιότερης λογοτεχνίας μας, ιδίως του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, κάτι που μόνο σπασμωδικά και κατ’ εξαίρεση είχε γίνει στα προ της μεταπολίτευσης χρόνια. Οι εκδόσεις αυτές, πραγματοποιημένες ταυτόχρονα με τη στροφή αρκετών νεώτερων ελληνιστών και ιστοριογράφων προς τον γεμάτο με γκρίζες ζώνες, σχετικά άγνωστο 19ο αιώνα, συνέβαλαν στο να διευρυνθεί ο κλειστός κανόνας που ίσχυε κυρίως για την παλαιότερη πεζογραφία μας. Ένας κανόνας που κατά τις προηγούμενες δεκαετίες είχε περιθωριοποιήσει ή εξαφανίσει μεγάλα μέρη, κυρίως από το φάσμα της μυθιστορηματικής και της διηγηματικής παραγωγής, δημιουργώντας έτσι αφύσικα άλματα και μένοντας στα ασφαλή «μεγάλα» μεγέθη –από τον Ροΐδη στον Βιζυηνό και στον Παπαδιαμάντη, στον Ξενόπουλο, στον Χατζόπουλο και στον Θεοτόκη και από εκεί στον Βουτυρά και στη γενιά του ʼ30!

Με τη δουλειά του Γιάννη Παπακώστα ήρθα σε πρώτη γνωριμία στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν μου ζήτησε ο Πάνος Μουλλάς, μέλος της Σ.Ε. της σειράς Η παλαιότερη πεζογραφία μας (εκδ. Σοκόλη) –τελικά σχηματίστηκε από τους Γιάννη Δάλλα, Νάσο Βαγενά και Κώστα Στεργιόπουλο– να επιλέξω πεζά τής πρωτοπόρου για τον 19ο αιώνα Πολίτισσας πεζογράφου Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, γράφοντας και το εισαγωγικό για το έργο της. Παρ’ ότι είχα μια λίγο πολύ ολοκληρωμένη άποψη για την Παπαδοπούλου και την εποχή της, αντλημένη από πρώιμα διαβάσματά μου σε περιοδικά και ημερολόγια του προπερασμένου αιώνα, ομολογώ ότι θα είχα καταφύγει σ’ επανάληψη γνωστών πραγμάτων, αν δεν υπήρχε ως γραμματολογικός οδηγός η μονογραφία του Παπακώστα, Η ζωή και το έργο της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου (1980). Ήταν ένα βιβλίο που προσκόμιζε μεν καινούργια εργογραφικά στοιχεία, πεζογραφήματα, άρθρα και επιστολές της εξαιρετικής σε θέματα παρατήρησης διηγηματογράφου, αλλά και ανασύστηνε τη σύντομη μα και πυκνή σε δράσεις ζωή της –καθώς ήταν παρεμβατικά ακτιβιστική η εστίασή της σε ζητήματα σχετικά με τη διδασκαλία της δημοτικής και τη θέση της γυναίκας στο περιβάλλον του ανατολίτικου κοσμοπολιτισμού, ενώ γύρω διακρίνονταν ήδη οι αλλαγές των προσανατολισμένων στα ευρωπαϊκά ήθη Ελλήνων αστών. Στη μονογραφία αυτή περιλαμβάνονταν βεβαιωμένες από την έρευνα αναφορές για τη συμμετοχή της Παπαδοπούλου στον δημοτικιστικό κύκλο της Πόλης, για τις διαμάχες της τόσο με τη Σαπφώ Λεοντιάδα όσο και τους γλωσσαμύντορες προϊσταμένους στα παρθεναγωγεία όπου δίδασκε, αλλά και για τις διαμονές της ως εκπαιδευτικού σε Βουκουρέστι και Θεσσαλονίκη. Με τις εκσυγχρονιστικές αντιλήψεις της για την παιδεία και τη θέση της γυναίκας, πάντοτε όμως στο πνεύμα ενός αλυτρωτικού και ακόμα ανολοκλήρωτου εθνισμού, ενεργούσε ως ένθερμη απόστολος της νεωτερικότητας: ενός νέου διαφωτισμού εθνοκεντρικά προσδιορισμένου, όπως φαίνεται άλλωστε και από τις επιστολές της.

Θα έλεγα λοιπόν ότι το βιβλίο για την Παπαδοπούλου, έτσι όπως πέρασαν τα χρόνια και μπορούμε να δούμε πιο καθαρά τον αρχικό εκδοτικό προγραμματισμό του Παπακώστα, μαζί με το Ο Φώτης Φωτιάδης και το «Αδελφάτο της εθνικής γλώσσας (1993) και τη μονογραφία Το περιοδικό Εστία και το διήγημα (1982), αποτελούν ένα τρίπτυχο που κινείται πάνω σε δυο άξονες: αφ’ ενός στο μεγάλο θέμα του δημοτικισμού (που στις περιοχές του έξω ελληνισμού ήταν επίσης σημείο έντονων αντιδικιών) και στο πώς περνά στο γύρισμα του 19ου προς τον 20ό αιώνα η κοινή γλώσσα στην παιδεία και στη λογοτεχνία –και τούτο όχι μόνο στο ελλαδικό μητροπολιτικό κέντρο αλλά και στο περιφερειακό τόξο της τότε ανθούσας στην ανατολική Μεσόγειο ομογένειας– και, αφ’ ετέρου, στο συνάλληλο με το προηγούμενο θέμα, της εθνικής αυτογνωσίας και των συλλογικών ταυτοτήτων που με τη μορφή των λογοτεχνικών επιτελέσεων εκφράστηκαν καλύτερα, όπως γνωρίζουμε, στο σύντομο αφήγημα, στο διήγημα και στη νουβέλα. Και γιατί εκεί; Διότι στο σύντομο αφήγημα, όπως συνέβαινε και σε άλλες εθνικές λογοτεχνίες, σε μια εποχή κυριαρχίας των ετήσιων ημερολογίων και των περιοδικών γενικής παιδείας προέβαλλε συνήθως με μείζονα ενάργεια, η ρεαλιστική αναπαράσταση τής προς μελέτη, γνώση μα και ανάμνηση ελλαδικής ενδοχώρας. Καθώς το μικρό αριθμητικά κοινό των «φιλολογούντων» και το ακόμα μικρότερο των αναγνωστών οι οποίοι κατοικούσαν στην Αθήνα, καταγόταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία από την ελεύθερη ή από τις (προ του 1912) υπό τουρκική κατοχή επαρχίες!

Προτού περάσω και αναφερθώ με κάπως περισσότερα λόγια στα δυο πολυσέλιδα βιβλία του Γιάννη Παπακώστα που βγήκαν πριν από περίπου μια δεκαετία στις εκδόσεις του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη, της Ακαδημίας Αθηνών, το Ο Emile Legrand και η ελληνική βιβλιογραφία (2011) και Από τη λογοτεχνία στον κοινωνικό προβληματισμό (2012), ένα corpus απάντων των ευρισκομένων του αρχιτέκτονα και στοχαστή Γιάννη Μηλιάδη (1895-1975), θα ήθελα να μείνω για πολύ λίγο στη σχέση του με τη νεώτερη λογοτεχνία, την οποία εδώ και λίγα χρόνια διαβάζει ως ένας κριτικός που παρακολουθεί (όχι βέβαια συστηματικά αλλά επιλεκτικά) το μεταβαλλόμενο γίγνεσθαί της. Ιδίως όμως να σταθώ στη σχέση του με την παραδοσιακή ποίηση, της εποχής του Παλαμά και κατόπιν. Ως προς το ένα σκέλος, της νεώτερης λογοτεχνίας, το να μπει ένας φιλόλογος, όψιμα, στα χωράφια της «μάχιμης» κριτικής δεν είναι κάτι το συνηθισμένο. Θα έλεγα ότι συνήθως συμβαίνει το αντίθετο. Αρκετοί φιλόλογοι δοκιμάστηκαν στα πρώτα, νεανικά τους χρόνια με την εν εξελίξει λογοτεχνία, για να απορροφηθούν έπειτα από τη διδακτική της που πολλές φορές επιβάλλει την τήρηση μιας ορισμένη απόστασης από τα τρέχοντα. Παράδειγμα ο Παναγιώτης Μουλλάς. Γεγονός όμως είναι ότι από το 2008 ως το 2020 ο Παπακώστας έγραψε δεκαέξι ή περισσότερα κριτικά κείμενα κυρίως για ποιητές του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, όπως την Κική Δημουλά, τον Στέλιο Μαφρέδα, τον Αντώνη Μακρυδημήτρη, την Αγγελική Σιδηρά ως τους σχετικά νεώτερους Παντελή Μπουκάλα, Γιάννη Βαρβέρη, Λευτέρη Πούλιο, Γιώργο Βέη, Δημήτρη Αγγελή, Κώστα Παπαγεωργίου, Γιώργο Μαρκόπουλο, κ.α., επιλέγοντας ως ενοποιό στοιχείο της ποίησής τους το θέμα της απώλειας: Η κρήνη της οδύνης. Το πένθος, ο πόνος, η θλίψη ως πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας (2020). Ενώ σε μια δεύτερη σύνθεση κειμένων, Πού μας πάει αυτό το αίμα; (2017), εστιασμένη στο κορυφαίο ζήτημα της παράβασης και της απόδοσης δικαίου, ζήτημα ηθικό και συνάμα δραματικό, συνδύασε κείμενα για πεζογράφους μιας εκατονταετίας, από την παπαδιαμαντική Φόνισσα και την κοινωνία των αδικαίωτων του Δημήτρη Χατζή, ως τις μυθοπλασίες που πλέχθηκαν γύρω από την εκδικητική ανταπόδοση στα πεζά της Ιωάννας Καρυστιάνη, του Τηλέμαχου Κώτσια και της Ρέας Γαλανάκη.

Το ότι ο Παπακώστας, κατά κάποιο τρόπο, μένει εξακολουθητικά σ’ αυτόν τον κύκλο, της λογοτεχνίας της ήσσονος κλίμακας, μένοντας ερευνητικά αλλά και με αξιοσημείωτη επιμονή στην ανάδειξη της ανθρώπινης μελαγχολίας ως ενοποιού στοιχείου της σύγχρονης ελληνικής ποίησης αλλά και της πεζογραφίας, μάλλον δείχνει την ηθική στάση ζωής την οποία ο ίδιος εκτιμά και με την οποία συνομιλεί προσωπικά. Υποθέτω (σχεδόν μετά βεβαιότητος) ότι το πένθος ως συναίσθηση του βίου τού ταιριάζει υποκειμενικά, ως γλωσσική αίσθηση ο μουσικός τονισμός, ο ρυθμός και, παρά τη θλίψη, ή μαζί με τη θλίψη, η προ του μοντέρνου καθαρότητα και διαύγεια στην έκφραση. Το ότι συνομιλεί και νιώθει πλησιέστερα σ’ αυτούς τους ποιητές, φαίνεται ακόμα πιο ρητά αν μετρήσουμε στα δεδομένα μας και το ότι ενδιαφέρθηκε να ανασύρει από παλιά περιοδικά διηγήματα ή αυτοαναφορικές αφηγήσεις ενός χαμηλού, ηττημένου βίου, όπως τη Ζωή μου (2009) του Λαπαθιώτη, τη Ζωή μου εις το Δρομοκαΐτιον (2007) του Φιλύρα, το ομόκεντρο Εις τον οίκον των τρελλών (2004) του Μητσάκη. Επιλογές οι οποίες νομίζω ότι δεν είναι τυχαίες, καθώς το σύνολο των παλαιότερων ποιητών με τους οποίους ασχολήθηκε και τους φρόντισε εκδοτικά ανήκουν στη λεγόμενη εποχή της παράδοσης, με το έργο τους να ακολουθεί τα μετρικά συστήματα, τους κανόνες και τη γλωσσική αισθητική ενός μεγάλου χρονικού φάσματος που έχει στο ένα του άκρο τον Γεώργιο Βιζυηνό, τον Κωστή Παλαμά, τον Γεώργιο Δροσίνη και τον Μιλτιάδη Μαλακάση και φθάνει ως τους νεορομαντικούς-νεοσυμβολιστές (κατά τον ορισμό του Κώστα Στεργιόπουλου), τον Ρώμο Φιλύρα, τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, τον Μανόλη Μαγκάκη, με απώτατο άκρο του τόξου τον Γιώργο Μυλωνογιάννη, τον Γιάννη Σκαρίμπα και ιδίως τον Κ.Γ. Καρυωτάκη, ως σημείο κρίσιμης σύντηξης της παραδοσιακής μορφολογίας και της μοντέρνας ατομικής προσδοκίας.

Να σημειώσω εδώ, ως πόρισμα βγαλμένο από το σύνολο των εκδοτικών του εγχειρημάτων, ότι ο Παπακώστας δεν είναι της φιλολογικής κειμενικής αυτάρκειας. Διαβάζει και ερμηνεύει τη λογοτεχνία όχι μόνο από την πλευρά της σχέσης που αυτή διαμορφώνει με τη μοναδικότητα του δημιουργού, αλλά και από την πλευρά της σχέσης της με την εποχή και τις κοινωνικές πολλαπλότητες. Σ’ αυτή τη συναισθηματική και νοητική σύγκλιση του συγγραφέα με το πνεύμα μιας εποχής παρακινεί και το χρονικό των Φιλολογικών σαλονιών και καφενείων της Αθήνας (1998, 2001), μια επίπονη αρχειακή έρευνα του Παπακώστα, που παρακολουθεί σε παραλληλισμό μέσα από τον λαϊκό, από λαογραφική άποψη, τόπο του καφενείου, τόπο συνάντησης και σύνθεσης των ιδεών, των λογοτεχνικών τάσεων, των ανθρώπινων τύπων, των ιστορικών γεγονότων, τον ίδιο τον χαρακτήρα της στερημένης αθηναϊκής κοινωνίας. Από την εποχή του Χαρίλαου Τρικούπη ως τις τελευταίες αναλαμπές των φιλολογικών καφενείων στις δεκαετίες του 1950 και 1960, στο πατάρι του Λουμίδη, στο ουζερί του Ορφανίδη και του Απότσου της Σταδίου, στο καφέ Μπραζίλιαν της Βουκουρεστίου και σε μερικά ακόμα τοπόσημα, με ετούτη την έννοια, των σημείων σύγκλισης σε μια πόλη που δημιούργησαν ένα πνεύμα ομαδικό και ως τέτοια πέρασαν σε εφημερίδες και εκδόσεις: σε απομνημονεύματα, χρονικά, αυτοβιογραφίες, επιστολογραφίες και βιογραφίες.

Από μια πλευρά βέβαια δεν μπορώ να πω ότι η καταγραφή των φιλολογικών καφενείων είναι συγκρίσιμη με τα άλλα βιβλία του Παπακώστα, τα ήδη μνημονευμένα, για τον Legrand και τον Μηλιάδη, όπως και άλλα που ακολούθησαν και που είναι αναμφίβολα αναπτύξεις συνθέσεων: ο διάλογος Βικέλα-Δροσίνη (2015), όπως και η πρόσφατη, πολυσέλιδη έκδοση, Δημήτριος Βικέλας, Σαιντ Ιλαίρ, Αντονι Ρουβιό, Εμίλ Λεγκράν. Το βιβλίο ως μέσο διαπολιτισμικής επικοινωνίας (2022). Φυσικά είναι άλλης, διαφορετικής τάξεως το ένα και το άλλο, ή, μάλλον, ανήκουν σε αποκλίνοντα πεδία έρευνας. Στα Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία αποδελτιώνονται και καταγράφονται οριζοντίως η εποχή, οι άνθρωποι, τα επεισόδια με τα οποία εμπλέκεται και επιδρά η ιστορία και η ιστορία των διαρκώς μεταβαλλόμενων λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών γούστων στο γενικό πολιτισμικό εποικοδόμημα. Το υποστηρικτικό υλικό, οι ανεκδοτολογικές αναφορές των εφημερίδων, οι συνεντεύξεις, οι μαρτυρίες, τα αποσπάσματα από επιστολές και χρονικά, το υφέρπον ή το έκδηλο χιούμορ που συχνά κυριαρχεί –όλα συνεργούν σ’ αυτό. Αλλά απέναντι σ’ αυτά η σχολιασμένη από τον Παπακώστα έκδοση των επιστολών, με εισαγωγικά δικά του που φτάνουν τις 216 σελίδες, θα μπορούσα να πω ότι συνιστά αν όχι ένα έργο ζωής, πάντως ένα επιβλητικό έργο. Οι επιστολές στάλθηκαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα προς τον Legrand (1841-1903), με σκοπό τη σύνταξη της Bibliographie Hellenique, από διαφόρους λογίους του έξω ή, πιο σωστά, του μείζονος ελληνισμού, γνωστότερος από τους οποίους είναι αναμφίβολα ο συνομήλικος με τον Legrand ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας (1842-1914). Χωρίς τη Βιβλιογραφία του Legrand, όπως έχει αναφέρει ο Κ. Θ. Δημαράς, αλλά και χωρίς τη Νεοελληνική Φιλολογία του Σάθα, η νεώτερη ιστορική έρευνα θα ήταν αναγκαστικά αποκλεισμένη στον ελληνικό χώρο, χάνοντας τον διεθνή της ορίζοντα, καθώς η μεγάλη συμβολή της Βιβλιογραφίας βρίσκεται στο ότι ο Γάλλος ιστοριοδίφης αναζήτησε και συμπεριέλαβε ελληνόγλωσσους ή Έλληνες που έζησαν από την εποχή της Αλώσεως, εγκατεσπαρμένοι στα σημαντικότερα ευρωπαϊκά κέντρα, από το Μόναχο και τη Βενετία ως το Παρίσι, και που μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας συνέβαλαν στη διατήρηση της γλώσσας και αργότερα, στην εποχή της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, στη διάδοσή της, είτε ως συγγραφείς, είτε ως μεταφραστές από και στην ελληνική, είτε ως τυπογράφοι και εκδότες.

Επιβλητικό όντως έργο το περί Legrand και Ελληνικής Βιβλιογραφίας του Γιάννη Παπακώστα –φτάνει τις 700 πυκνοτυπωμένες σελίδες– είναι όμως ένα έργο που ο αναγνώστης του πρέπει να είναι γραμματολογικά και φιλολογικά προϊδεασμένος. Πρέπει να έχει συναφή με το αντικείμενο ενδιαφέροντα ή ερευνητικές ζητήσεις που περισσότερο κλίνουν προς την ιστοριογραφία. Ενώ η εξίσου επιβλητική σε όγκο κριτική μονογραφία για τον Γιάννη Μηλιάδη, που ασφαλώς ο συγγραφέας την επεξεργαζόταν ταυτόχρονα με την έκδοση των επιστολών προς τον Legrand (βγήκαν με διαφορά ενός έτους), αφορά σε έναν λόγιο με πολύπλευρη προσωπικότητα και πολλαπλά ενδιαφέροντα. Όπως και άλλοι της γενιάς του, ο Μηλιάδης κράτησε ζωτικά όμορες την επιστήμη και την τέχνη∙ άλλωστε η αρχαιολογία δεν είναι μακριά από συναφή πεδία με αυτά της τέχνης, όπως την έρευνα του ωραίου. Και σύμφωνα με τα πλούσια και εν πολλοίς άγνωστα στοιχεία που παραθέτει ο Παπακώστας στην εκτενή εισαγωγή του, ο νεαρός αισθητιστής των αρχών του 20ού αιώνα, ο συνοδοιπόρος του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, του Μανόλη Μαγκάκη, του Φώτου Γιοφύλλη και άλλων της εποχής, δεν υποσκελίστηκε ποτέ από τον επιστήμονα και τον πολιτικά σκεπτόμενο της δεκαετίας του ʼ30 και του ʼ40, όταν είχε ασπαστεί τις ιδέες του δημοκρατικού σοσιαλισμού και έγραφε συχνά στη διετία 1933-1934 στο περιοδικό Σήμερα και μεταπολεμικά στην εφημερίδα Μάχη του Ηλία Τσιριμώκου.

Παράλληλα με την επαγγελματική ασχολία του ως εφόρου αρχαιοτήτων, ο Μηλιάδης, όπως μας δείχνουν τα συγκεντρωμένα από τον Παπακώστα άρθρα και μελετήματά του, για τον Καβάφη, τον Γρυπάρη, τον Σικελιανό, τον Παλαμά, για το θέατρο, τη φιλοσοφία και την ιστορία, ανέπτυξε έναν πολύ ενδιαφέροντα κριτικό νου, με ερμηνευτικές προσεγγίσεις κάθε άλλο παρά βασισμένες σε ευκαιριακές εντυπώσεις, έχοντας ούτως ή άλλως τον μεθοδολογικό οπλισμό του φιλολόγου, ταυτόχρονα όμως την ευρύτητα σκέψης και διατύπωσης ενός στοχαζόμενου πέρα από στεγανά. Αυτή η ευρύτητα σκέψης, το πολυσχιδές των ενδιαφερόντων του Μηλιάδη, οι συγκρούσεις του με τις προϊστάμενες αρχές και η συνεχής παρουσία του σε κορυφαία πολιτικά ή πολιτισμικά γεγονότα, ιδίως κατά τον μεσοπόλεμο, νομίζω ότι τελικά προέτρεψαν και τον Παπακώστα να αναπτύξει στην εισαγωγή του, ένα είδος κριτικής βιογραφίας. Ανασυνθέτοντας καταλεπτώς τη ζωή αυτού του εξαιρετικού και αδίκως ξεχασμένου λογίου, παρουσιάζοντας τις ιδέες, τις σχέσεις του με σημαίνουσες προσωπικότητες, όπως ο Γεώργιος Γληνός, ο Τέλλος Άγρας, ο ζωγράφος Γιώργος Μπουζιάνης, ο Ιωάννης Γρυπάρης, ο Κλέων Παράσχος, εν ολίγοις συνέθεσε από τα επιμέρους διάσπαρτα γνωστά όχι μόνο μια αφήγηση για τον Μηλιάδη αλλά και για ολόκληρη την εποχή του.

«Μόνο ένα τρομαγμένο ζώο
οδηγεί στην ομορφιά.
Γιατί καμιά ομορφιά
δεν έμεινε αμέτοχη της λύπης».
Κύλιση στην κορυφή