Στο όγδοο άσμα του Νέου Ερωτόκριτου, που έχει τον τίτλο Η Νεκρή Πολιτεία κι Ο Γυρισμός, ο Ρωτόκριτος, ελευθερωμένος από τα πάθη – τη νοερή φυλακή όπου έζησε ψυχικά την άβυσσο της Κόλασης –,[1] αποφασίζει να γυρίσει στα γονικά του, από εκεί που άρχισε το ταξίδι. Ο απόδημος της χάριτος του Θεού έχει πλέον καθαρθεί, και εξιλεωμένος ποθεί να ξαναδεί την πατρίδα. Θα την δει μέσα από το πνεύμα της αισθητής χάριτος που έλαβε ως δωρεά από τον Θεό για τον αγώνα του να διαφυλάξει αναλλοίωτες τις αλήθειες, και να τις καταθέσει στα έργα του. Συνάμα, ποθεί να υμνήσει και πάλι το φυσικό κάλλος της πατρίδας, πριν αναπαυθεί στα άγια χώματά της. Πατρίδα βέβαια για τον Ρωτόκριτο είναι η Κρήτη, όπως για τον Δάντη η Φλωρεντία (Divina Commedia, ‘Paradiso’, canto XXI, 107). «Το μόνο κύριο όνομα σε όλο τον Νέο Ερωτόκριτο είναι η Κρήτη», μου είχε πει ο ίδιος ο Πρεβελάκης, όταν τυπώθηκε η δεύτερη έκδοση (1978, εκτός εμπορίου) του ποιήματος.
Στην ενότητα ‘Ο Γυρισμός’ προβάλλεται η αλληγορική εικόνα του Νέου Ερωτόκριτου ως πλοίου που βάζει πλώρη με ολάνοιχτα πανιά για την Κρήτη. Ο περήφανος θαλασσομάχος καραβοκύρης έχει σβαρνίσει όλα τα πέλαγα – μισού αιώνα πνευματικών άθλων, συγγραφικής συγκομιδής, και δοκιμασιών – και τώρα, με το καλομαστορεμένο σκαρί του που δόξασε τον δεκαπεντασύλλαβο (ακολουθώντας την Κρητική αναγεννησιακή ποίηση και δραματουργία, αλλά και την νεότερη) – πάει ν’ αράξει στο πλατύ και ήμερο περιγιάλι του Ρεθέμνου.[2] Εκεί ο πολύπαθος Οδυσσέας[3] θα ξεμπαρκάρει, και μόλις τα πόδια του πατήσουν το πολυπόθητο σγουρό κοντοθάλασσο της πόλης, θα σκύψει να προσκυνήσει σαν δίκαιος του Θεού, την εικόνα της πατρίδας! Λυτρωμένος και αδιάφθορος πλέον από πάθη, θα χαρεί τον φυσικό πλούτο της σαν να ήταν θεία μετάληψη, και θα γυρέψει από την πατρίδα να διαδώσει το ποίημα παντού, πιο πέρα και απ’ τα όριά της. Βάζει για τούτο το ίδιο το ποίημα να μιλά στην Κρήτη, επειδή η λαλιά του είναι η ντοπιολαλιά των συμπατριωτών του:
Κρήτη! Καράβι σου ’χτισα κι άρπαξα το τιμόνι,
και στη φουρτούνα το ’βγαλα – να δούμε αν τη σηκώνει![4]
Το ξύλο μου σκίζει νερά κ’ οι στάλες με δροσίζουν,
κι απ’ τη στεριά φασκομηλιά και λυζαριά μυρίζουν.[5]
Ας είναι καλοτάξιδο, κι εγώ καθάριος μέσα
σα ρίξω μες στον άνεμο την ύστερη μου ανέσα![6]
Θα γονατίσω, θάλασσα, για να σε προσκυνήσω,
γιατί άκουγα το βόγκο σου στον τοίχο μου αποπίσω.[7]
Μάνα, το γιό σου γνώρισε το θαλασσοπεράτη
π’ ακόμα από τα γένια του δεν έπεσε το αλάτι.[8]
Νησί μου! Η γλώσσα μου παλιά σα θέλω να με νιώσεις
και να σου λύσω τη λαλιά, πιο πέρα να με δώσεις.[9]
Πηγή έμπνευσης και των δύο θεμάτων, — της νοερής επιστροφής του ποιητή κομίζοντας το ποίημά του, και της επιθυμίας το ποίημα να διαδοθεί από την πατρίδα στο κόσμο —, είναι Ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου. Ωστόσο, στον Νέο Ερωτόκριτο, η ενότητα του Γυρισμού, καθώς και οι δύο επόμενες, Η Νεκρή Πολιτεία (απ’ όπου ο Ρωτόκριτος γράφει γράμμα στην Αρετούσα) και Ο Δρόμος του Γυρισμού, είναι αποκαλυπτικές γιατί ο ποιητής, επιστρέφοντας στην πατρίδα, γίνεται μάρτυρας της πνευματικής παρακμής και της ηθικής καχεξίας, στις οποίες έχει περιέλθει.[10] Η βιοτική μέριμνα έχει βαρύνει τις καρδιές τους,[11] και η υπαρξιακή ένδεια προδιαγράφει τη ματαιότητα των έργων τους. Aντιλαμβάνεται τότε, ενισχυμένος πνευματικά από την προσωπική του δοκιμασία, «την κατάσταση του κενού» που είχε βιώσει αναζητώντας δρόμους λύτρωσης,[12] και τη φώτιση που δέχθηκε ως ευλογία, ότι πρέπει να αντιμετωπίσει με την ατομική συνείδηση την «αρρώστια του αιώνα», την αποξένωση από τον Θεό. Η πατρίδα είναι παραδομένη στον «ξένο χρόνο» που έχει αλλοιώσει το πρόσωπό της∙ και η σύγχυση του νου, που της επέφερε την τύφλωση, δεν της επιτρέπει πλέον να δει καθαρά την κατάστασή της. Ο ποιητής της, που αναγεννήθηκε πνευματικά γιατί πόθησε να υπερβεί την θνητότητα αποζητώντας την αλήθεια στον θείο και σωτήριο Λόγο, γίνεται τώρα κριτής της. Τούτα τα νοήματα αισθητοποιούν οι παρακάτω στίχοι:
Νέφη αρμενίζουν σιγανά, και χαμηλά κοιτάζουν
τον κάμπο τον αμαρτωλό που τα βουνά δικάζουν.[13]
Φαρμάκι από την αρνησιά που ’χει κουφοδρομήσει
ψυχές που ’χε το βάφτισμα σωσμένες θ’ αφανίσει[14]
Έτσι έκραξα, αναβλέποντας μ’ άξαφνη μαντοσύνη
πως ο θνητός αθάνατος του μέλλεται να γίνει.[15]
Κι’ είδα να πλέχει αναγυρτή σε κύματα αφρισμένα
η Κρήτη, με τα χέρια της στον τράχηλο πλεμένα.[16]
Η τελευταία εικόνα με την Κρήτη προσωποποιημένη που πλέει ως νησί, αλλά έχει τα χέρια πλεγμένα πίσω στον τράχηλο, σε στάση παράδοσης, συνταράσσει! Ο ποιητής ελέγχει με παρρησία την πατρίδα του, όπως ο Δάντης στο περίφημο έκτο κάντο του ‘Καθαρτηρίου’,[17] καθώς την βλέπει παραδομένη σε κοσμικά και σαρκικά φρονήματα, και σε τρόπους ζωής αταίριαστους με το ήθος των ηρωικών παιδιών της που θυσιάστηκαν για τη λευτεριά σε παλαιότερους και πρόσφατους καιρούς.
Ας έρθουμε όμως στον στίχο 435 από τον ‘Γυρισμό’ «Το ξύλο μου σκίζει νερά κ’ οι στάλες με δροσίζουν», για να προσεγγίσουμε τον Κορνάρο, εκπληρώνοντας τον σκοπό της παρούσης μελέτης. Η έννοια του όρου ‘ξύλο’ είναι μεταφορική και η λέξη δεν απαντάται, απ’ όσο γνωρίζω, στη νεοελληνική ναυτική ορολογία, όπου κάθε πλεούμενο έχει το δικό του όνομα (βάρκα, καΐκι, σκούνα, καραβόσκαρο, μπρατσέρα, τρεχαντήρι κ.τ.λ.). Πρόκειται για δάνειο, μάλιστα από την ιταλική λογοτεχνία, το οποίο ο Πρεβελάκης προσέλαβε από τον Κορνάρο. Πράγματι, στο τέλος του Ερωτόκριτου ο Σητειακός ποιητής συνθέτει, ως επίμετρο, μια θαυμάσια αλληγορική εικόνα που θα είχε θέλξει τον Πρεβελάκη. Αντλώντας έμπνευση από τον Αριόστο, τον Πετράρχη, ίσως και τον Δάντη, πλάθει την εικόνα του καραβιού, – του ‘ξύλου’–, που είναι το ποίημά του: αρμένισε σε πελάγη και θάλασσες ταραγμένες, αλλά κατάφερε να αγκυροβολήσει στα ρηχά νερά του κόρφου της Σητείας:
Ἐσίμωσε τὸ ξύλο μου, τὸ ράξιμο γυρεύγει:
ἦρθε σ’ ἀνάβαθα νερὰ καὶ πλιὸ δὲν κιντυνεύγει.
Θωρῶ τὸν οὐρανὸ γελᾶ, τὴ γῆ καὶ καμαρώνει
κ’ εἰσὲ λιμνιώνα ἀνάπαψης ἤραξε τὸ τιμόνι.
Σ’ βάθη πελάγου ἀρμένιζα, μὰ ἐδά ʼρθα στὸ λιμνιώνα,
πλιὸ δὲ φοβοῦμαι ταραχὴ οὐδὲ μάνητα χειμώνα.
(Δ1527-1530)[18]
Οι στίχοι μαρτυρούν ότι ο Κορνάρος κατακλύζεται από αισθήματα χαράς και ικανοποίησης μπρος στην ολοκλήρωση αυτού που θα είχε θεωρήσει ως έργο ζωής. Οι στίχοι του μας μεταγγίζουν τη γλύκα της απανεμιάς του λιμανιού που δέχεται ως ευλογία, επειδή το σκαρί του, – το ποίημα του –, τα ’βαλε με τα κύματα (δυσκολίες της σύνθεσης, αντικρουόμενα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής, η κοινή γνώμη κ.ά.), μα νίκησε, τέλεψε το ταξίδι του, και αραξοβόλησε στα ήρεμα νερά της γενέτειρας, από όπου ο Ερωτόκριτος θα διαδοθεί στον κόσμο.
Ο αλληγορικός στίχος Δ1529 «Θωρῶ τὸν οὐρανὸ γελᾶ, τὴ γῆ καὶ καμαρώνει» μας συγκινεί περισσότερο, επειδή αναδεικνύει, κατά τη γνώμη μου, την πνευματική υπόσταση του ποιήματος. Όχι μόνο η πόλη του ποιητή, η Σητεία, είναι περήφανη για το επίτευγμα του τέκνου της και τον υποδέχεται με καμάρι, αλλά και ο Θεός (ο ουρανός που γελά) έχει ευαρεστηθεί. Ο ποιητής βλέπει εντός του, με τους οφθαλμούς της διάνοιας, τη θεία συγκατάθεση. Και τούτο τον κάνει να αισθάνεται δικαιωμένος. Εδώ θεωρώ ότι υποφαίνεται όχι κάποια νεοπλατωνική ιδέα, αλλά η χριστιανική διδαχή του Παύλου περί της δικαίωσης δια της πίστεως∙[19] που μεταφερόμενη στη σφαίρα της συγγραφικής δημιουργίας, νοείται ως η πίστη του ποιητή στην εγκυρότητα του έργου του, μάλιστα στην αλήθεια όλων όσων κατέθεσε.[20]
Η ερμηνεία που προτείνουμε φαίνεται να διαφοροποιεί τον Κορνάρο από το πρότυπό του, το τελευταίο άσμα του Orlando furioso (canto Quarantesimosesto) του Ludovico Ariosto.[21] Στο πρώτο οκτάστιχο του 46ου άσματος προβάλλεται πράγματι η αλληγορική εικόνα του ποιήματος-πλοίου (που είχε καταστεί topos μετά τον Δάντη). Ο ποιητής αναγγέλλει ότι το πλοίο του θα αράξει ασφαλές και σώο στο λιμάνι («legno intero»), και καλεί τους θιασώτες («a chi nel mar per tanta via m’ha scorto») των αξιοθαύμαστων λογοτεχνικών του ευρημάτων και ιπποτικών φαντασιώσεων («invenzioni cavalleresche»), ακόμα και εκείνους που απεύχονταν το αίσιο τέλος («ove, o di non tornar col legno intero), να τον επευφημήσουν.[22] Στην προκυμαία πλειάδα άλλων τον περιμένουν χαρούμενοι («Par che tutti s’allegrino ch’io sia / venuto a fin di cosí lunga via») για να προσλάβουν το έργο του και να το διαδώσουν, προσδίδοντάς του αιωνιότητα.[23] Είναι φανερό ότι ο Ιταλός ποιητής προσβλέπει, μέσω του δοξασμού του έργου του, στην υστεροφημία, και δεν αποζητά τη θεία δικαίωση και ευαρέστηση.
Η στέρεη και συχνή συστοιχία της μεταφορικής έννοιας του πλοίου ως ποιήματος, ή ως ψυχής του ποιητή, συντελείται για πρώτη φορά στο έργο του Πετράρχη, από το οποίο ο Κορνάρος θα διδάχθηκε, πέρα από τον καθαρό λυρικό λόγο, το βάθος και το εύρος των ψυχικών δοκιμασιών της πνευματικής ζωής («vita contemplativa») και της ενατένισης του θείου. Ανάμεσα στα ποιήματα που συνέθεσε ο Τοσκάνος ποιητής στην ομιλούμενη διάλεκτο της πατρίδας του (volgare), για να υμνήσει τον έρωτά του για τη Λάουρα, περιλαμβάνεται το σονέτο αριθμ. 189 «Passa la nave mia colma d’oblio», το πιο γνωστό και αγαπητό στους μελετητές του έργου του.[24] Ο ποιητής εξομολογείται την ψυχική ταραχή που του έχει προξενήσει ο έρωτας, και τα διλήμματα στα οποία τον έβαλε, που σαν τις συμπληγάδες πέτρες Σκύλλα και Χάρυβδη πάνε να τον συνθλίψουν, εκμηδενίζοντας τη λογική του που τον προέτρεπε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Η ίδια μεταφορά ‘legno’ (πλεούμενο) νοούμενο ως το ποίημα, απαντάται στο περίφημο canzone (αριθμ. 80) «Chi è fermato di menar sua vita»,[25] που θα είχε ασφαλώς μελετήσει ο Κορνάρος. Το σημαντικό αυτό ποίημα, που συμπυκνώνει τα νοήματα όλης της συλλογής Canzoniere, μεταγγίζει την πνευματική δοκιμασία και την ψυχική έξαρση του ποιητή, την αγωνία του για να φθάσει στο ποθητό λιμάνι της σωτηρίας, διασώζοντας την ψυχή του από τα πάθη, πρωτίστως τον έρωτα. Για τούτο στην τελευταία τετράστιχη στροφή (quartina) ο ποιητής ικετεύει τον Χριστό να τον βοηθήσει να μπει σε απάνεμο λιμάνι.
Signor de la mia fine et de la vita,
prima ch’i’ fiacchi il legno tra gli scogli
drizza a buon porto l’affannata vela.[26]
Και ο Πρεβελάκης σε ένα δίστιχο όπου ενδοσκοπείται, ομολογεί την κατάσταση της εσωτερικής του πραγματικότητας, χρησιμοποιώντας την πετραρχική αλληγορία, όπως είχαν κάνει οι Κρήτες δραματουργοί της περιόδου της Ακμής, υποτάσσοντάς την στη δαντική πνευματική εμπειρία και δίδαγμα. Εδώ η ψυχή του ποιητή είναι το «ξυλάρμενο καράβι», που θα καταστεί «Κιβωτός» για να διασώσει ό,τι είναι αιώνιο, και να διασωθούν εντός του και άλλες ψυχές:
Ήμουνα το ξυλάρμενο καράβι που το δέρνει
μέση πελάγου ένας βοριάς κι όλο μακριά το σέρνει.[27]
Και τρέμανε τα σπλάχνα μου μη γένει και νυχτώσει
κ’ οι τρύπες τ’ ουρανού φανούν που η μέρα είχε βουλώσει.[28]
Στράτα πορεύτηκα στραβή, καταραμένη στράτα,
μα φρόνηση ποιος έδειξε στα πρώτα του τα νιάτα;[29]
Μικρά μεγάλα τα χωρεί σαν Κιβωτό η καρδιά μου
όσα ψηλά αρμενίζουνε κι όσα σκιρτούνε χάμου.[30]
Άφησα τελευταίο τον Δάντη επειδή στην αλληγορική εικόνα ποίημα-πλοίο, που απαντάται στη Divina Commedia (και έχει πιθανώς την καταγωγή από την Καινή Διαθήκη),[31] εμφωλεύουν άλλα νοήματα, που δεν έχουν να κάνουν με την ψυχική οδύνη του ποιητή να ολοκληρώσει επιτυχώς το έργο του, όπως είδαμε στον Αριόστο και στον Κορνάρο, και στην κοινή πηγή τους, τον Πετράρχη. Στην αρχή του Δευτέρου άσματος του Παραδείσου o Δάντης προειδοποιεί τους αναγνώστες που «παραπλέουν με τη μικρή βάρκα τους («varca»), θέλοντας ν’ ακολουθήσουν την δική του («legno»), ότι πρέπει να έχουν παιδεία φιλοσοφική και θεολογική για να καταλάβουν το υψηλό περιεχόμενο του άσματός του. Διαφορετικά θα πρέπει να γυρίσουν πίσω, στις ακτές απ’ όπου ξεκίνησαν («vostri liti»), αποφεύγοντας έτσι ν’ ανοιχθούν στο πέλαγος και να χαθούν («perdendo me, rimarreste smarriti»), να προβούν, δηλαδή, σε παρερμηνείες των νοημάτων του ποιήματός του.[32]
Το ότι η αλληγορία του πλοίου, που υπονοεί το δημιουργικό έργο, την ανθρώπινη ζωή ή την πορεία της ψυχής, είχε γίνει κοινός τόπος στην αναγεννησιακή λογοτεχνία, φαίνεται και από την ποίηση του Μιχαήλ Αγγέλου, μάλιστα από το σονέτο «Giunto è già ’l corso della vita mia». Ας κλείσουμε με το ποίημα αυτό που ο καλλιτέχνης συνέθεσε στα γηρατειά του (μεταξύ 1552-1554), και το εμπνεύστηκε τόσο από τον Δάντη (Θεία Κωμωδία, πέμπτο άσμα της Κόλασης), όσο και από τον Πετράρχη (Canzoniere), αναζητώντας εναγώνια τη σωτηρία της ψυχής του μακριά, καθώς ομολογεί, από την τέχνη και την σαρκική ηδονή, που την είχαν σκλαβώσει. Όπως προαγγέλλει το πρώτο τετράστιχο που παραθέτω εδώ, το ποίημα είναι μια μελέτη θανάτου, μια συγκλονιστική μαρτυρία της ψυχολογίας ενός μεγάλου καλλιτέχνη που βρέθηκε, καθώς ο Κορνάρος και ο Πρεβελάκης, στο μεταίχμιο των καιρών, και θέλησε να αποκαλύψει κάποια σπαράγματα του μαρτυρίου της συνείδησης του.
Giunto è già ’l corso della vita mia,
con tempestoso mar, per fragil barca,
al comun porto, ov’a render si varca
conto e ragion d’ogni opra trista e pia.[33]
⸙⸙⸙
[Η Χρύσα Δαμιανάκη είναι καθηγήτρια Ιστορίας Ευρωπαϊκής Τέχνης και Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Σαλέντο.]
*Η παρούσα μελέτη αποτελεί μέρος ενός τριπτύχου με τον γενικό τίτλο Ο Νέος Ερωτόκριτος του Παντελή Πρεβελάκη αντίκρυ στον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου. Σύντομα θα δημοσιευθούν και οι άλλες δύο μελέτες.
[1] Το θέμα σχολιάζω σε μια άλλη μελέτη μου που πραγματεύεται την επίδραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη στον Πρεβελάκη, η οποία αποτελεί μέρος συλλογικού έργου που θα εκδοθεί προσεχώς.
[2] Στην αρχή του Χρονικού μιας Πολιτείας, ο συγγραφέας περιγράφει το περιγιάλι του Ρεθύμνου, και προτείνει στο περιηγητή να πάει να περπατήσει σε εκείνο «τον αμέτρητο γιαλό» της πόλης. Στο ‘Δεύτερο Μέρος’ του βιβλίου μιλά για τους Ρεθεμνιώτες ψαράδες και τη ψαρική τους: βλ. Παντελή Πρεβελάκη, Το Χρονικό μιας Πολιτείας, Αθήνα, Γαλαξίας, 19381, σσ. 10-11, 67-70.
[3] Έτσι αυτοαποκαλείται ο Πρεβελάκης στο λόγο του «Μνημόσυνο στους Ήρωες και στους Μάρτυρες του Μεγάλου Σηκωμού του 66»: βλ. Δείχτες Πορείας. Δώδεκα Κείμενα, Αθήνα, Εστία, 1985, σ. 81.
[4] Άσμα Η΄ Η Νεκρή Πολιτεία κι ο Γυρισμός:O Γυρισμός, στίχ. 413-414, σ. 236.
[5]Του Ιδίου, στίχ. 435-436, σ. 237.
[6]Του Ιδίου, στίχ. 781-782, σ. 256.
[7] Του Ιδίου, στίχ. 47-48, σ. 215.
[8] Του Ιδίου, στίχ. 483-484, σ. 240.
[9] Του Ιδίου, στίχ. 383-384, σ. 234.
[10] Βλ. ενδεικτικά τα δίστιχα από την ενότητη ‘Η Νεκρή Πολιτεία’ (‘Γράμμα του Ρωτόκριτου στην Αρετούσα’): «Έρημη η χώρα οι προσευκές από καιρό που επάψαν, / βουβή σαν τη ταφόπετρα π’ όνομα δεν της γράψαν». «Εδώ ’χει κόσμο που διψά, μα ποιος να τους ποτίσει / αφού χαλάσαν μόνοι τους τη μαρμαρένια βρύση;». «Καθώς φαντάσματα περνούν, χτυπώντας κούφια στήθια / όταν το νάμα της ζωής κυλάει στα παραμύθια»: στίχ. 231-232, 233-234, 247-248, σσ. 226-227. Το θέμα της επιστροφής στην πατρίδα, που έχει υποκύψει στις σειρήνες των καιρών προξενώντας στον ήρωα το συναίσθημα του «εξόριστου επί τόπου», είχε πραγματευθεί ο Πρεβελάκης στον Άρτο των Αγγέλων. Περιπέτεια στην Ιθάκη (1965).
[11] Προβλ. Λουκά, 21, 34.
[12] Βλ. τη ρήση του ποιητή στην ενότητα ‘Το Χαμόγελο της Μάγιας’ από τον Άρτο των Αγγέλων (Αθήνα, Εστία, 1966, σ. 283): «όποιος δε γνώρισε την κατάσταση του κενού, αυτός δεν μπορεί να συμπονέσει τη δυστυχία του δημιουργού».
[13] Από την ενότητα ‘Ο Γυρισμός’, του άσματος Η΄, Η Νεκρή Πολιτεία κι ο Γυρισμός, στιχ. 587-588, σ. 246. Το θέμα των απόψεων του Πρεβελάκη για την πατρίδα Κρήτη, όπως υποβάλλονται ειδικά στα τελευταίο έργο του, τον Νέο Ερωτόκριτο, θα πρέπει να γίνει αντικείμενο ξεχωριστής μελέτης.
[14] Από την ενότητα ‘Ο Γυρισμός’, του άσματος Η΄, Η Νεκρή Πολιτεία κι ο Γυρισμός, στίχ. 263-264.
[15] Του Ιδίου, στιχ. 643-644, σ. 249.
[16] Του Ιδίου, στιχ. 645-646, σ. 249.
[17] Πρόκειται για το περίφημο 6ο άσμα πολιτικού χαρακτήρα: «Ahi serva Italia, di dolore ostello, / nave sanza nocchiere in gran tempesta, / non donna di provincie, ma bordello!» (Αχ υπόδουλη Ιταλία, του πόνου πατρίδα, / πλοίο χωρίς τιμονιέρη σε φουρτούνα μεγάλη, / όχι Δέσποινα του [Δυτικού] θέματος [της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας], αλλά πορνείο!» (‘Purgatorio’, canto VI, 76-78). Bλ. τη σύγχρονη εικονογραφημένη έκδοση, Dante Alighieri, Divina Commedia. Purgatorio Canti I-XI, επιμέλ. Marcello Ciccuto, Domenico De Martino. Υπομνηματισμοί Cosimo Burgassi, Tορίνο, GEDI, 2021, σ. 96.
[18] Βλ. επίσης την περιγραφή του ονείρου της Αρετής από τον ποιητή: «Τὸ ξύλο πού ʼτον στὸ γιαλὸ ἐβούλησεν ὀμπρός τση, / πὼς κιντυνεύγει μοναχὴ τσʼ ἐφάνη στ᾽ ὄνειρό τση» (Δ61-62). Και τους συνετούς λόγους της Φροσύνης, που ενέχουν συμβολική αξία: «Μὰ ἂν εἶν᾽ ὁ ναύκλερος καλὸς κ᾽ οἱ ναῦτες δὲ φοβοῦνται / μὰ στὸ τιμόνι στέκουσι κ’ εἰς τ’ ἄρμενα βουηθοῦνται, / τὴ θάλασσα, τὸν ἄνεμο, τὴν ταραχὴ νικοῦσι, / τὸ ξύλον τως φυλάσσουσι, πλιὸ φόβο δὲ γροικοῦσι»·(Δ705-708).
[19] Προς Ρωμαίους 3, 21-44, 4, 18-22 και Προς·Γαλάτας 3, 6-18. Δεν είναι περιττό να σημειώσουμε ότι η διδαχή αυτή του Παύλου ήταν ομολογία πίστεως για τους Ιταλούς φιλοπροτεστάντες Μεταρρυθμιστές του 16ου αιώνα, κατά την επαγγελία του Λουθήρου (‘Sola Fide’), των οποίων ο πόθος για την ηθική κάθαρση της Καθολικής Εκκλησίας φαίνεται να είχε κάποια απήχηση στη κοινωνία των καθολικών Βενετοκρητών. Θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη η παρακάτω μελέτη, αλλά το ζήτημα είναι μεγάλο και χρειάζεται διεξοδική έρευνα (συμπεριλαμβανομένης και της εξέτασης της δράσης του βενετοκρητικού φιλοπροτεστάντη Francesco Porto). Αθανασίου Μαΐλη, ‘From Byzantine Monasticism to Venetian Piety. The Double Church of Hagios Panteleimonas and Agios Demetrios at Perivolia (Chania)’ in Menschen, Bilder, Sprache, Dinge: Wege der Kommunikation zwischen Byzanz und dem Westen 1: Bilder und Dinge, Heidelberg, επιμ. Falko Daim, Dominik Heher, Claudia Rapp, Verlag des Römisch-Germanischen Zentralmuseums, Μainz, 2018, σσ. 183-204, ιδιαίτ. σ. 199. Ο εξωτερικός τοίχος του ιερού του ναού φέρει μια επιγραφή (στη λατινική) σχετική με την προσευχή, η οποία θα πρέπει να χρονολογείται στα τέλη του πρώτου μισού του 16ου αιώνα, επομένως αρκετά μεταγενέστερη της κτίσεως του. Η φράση προέρχεται από σύγγραμμα του Juan Luis Vives, όπως διεπίστωσε ο κ. Μαΐλης, τον οποίο ευχαριστώ για τη συνεργασία. Προσθέτω ότι ο Βίβες (Valencia 1492-Bruges 1540) ήταν δεινός ερασμικός φιλόσοφος, λόγος για τον οποίο κατέφυγε στη Μπριζ του Βελγίου. Με τον Βίβες συνδέθηκε στενά ο Κρητικός (πιθανώς Ηρακλειώτης) λόγιος και θιασώτης του Εράσμου, Giovanni Giustiani (1502 περ.-1557): βλ. Χρύσα Δαμιανάκη, «Giovanni Giustiniani da Candia. Ένας επιφανής Κρητικός Λόγιος στην Ευρώπη της Μεταρρύθμισης», Πεπραγμένα Ι΄ Κρητολογικού Συνεδρίου, Χανιά, Φιλολογικός Σύλλογος ‘Ο Χρυσόστομος’, 2010-2011: Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Περίοδος, επιμ. Ερατοσθένη Καψωμένου, τ. Β3, 2011, σσ. 279-306.
[20] Είναι αξιοσημείωτο ότι η βιβλιοθήκη των Κορνάρων περιείχε πρωτίστως θεολογικά βιβλία, όπως αποκαλύπτεται από τη διαθήκη του Ανδρέα, αδελφού του Βιτσέντζου, που διασώθηκε. Εκεί καταγράφονται πρώτα τα συγγράμματα της Λατινικής και Ελληνικής Πατρολογίας, μεταξύ των οποίων τα «Άπαντα» του Θωμά Ακινάτη, Summa Theologiae και La Catena aurea (υπομνηματισμοί στα ιερά ευαγγέλια), μια εικονογραφημένη Βίβλος, οι Επιστολές του Παύλου, και άλλα των οποίων οι τίτλοι παραλείπονται ([…] li altri miei di theologia […]): βλ. Στέργιου Σπανάκη, «Η διαθήκη του Αντρέα Τζακ. Κορνάρου» (1611), Κρητικά Χρονικά, τ. Θ΄, 1955, σσ. 379-486.
[21] Ο Στέφανος Κακλαμάνης αναλύει τη χρήση του αλληγορικού σχήματος πλοίο-ποίημα από τον Πέτρο Κατσαΐτη («Ἱκεσίας Προοίμιον» ἀπὸ τὸν Κλαθμὸ Πελοποννήσου, 1716), και σημειώνει παρενθετικά ότι απαντάται και στους Γεώργιο Χορτάτζη (Ερωφίλη), Αντώνιο Αχέλη (Μάλτας πολιορκία) και Κορνάρο (Ερωτόκριτο) παραπέμποντας στην κοινή πηγή, το έργο του Αριόστο: βλ. «Η Κρητική Λογοτεχνία στα Επτάνησα τον 18ο αιώνα» στο Ζητήματα Ποιητικής και Πρόσληψης του Ερωτόκριτου, επιμ. Στέφανος Κακλαμάνης, Δήμος Σητείας, Κέντρο Ερευνών και Μελετών Κρητικού Πολιτισμού Δήμου Σητείας, 2015, σσ. 313-314, σημείωση 34 (όπου και βιβλιογραφία).
[22] Βλ. το πρώτο από τα 19 οκτάστιχα του 46ου άσματος: «Or, se mi mostra la mia carta il vero, / non è lontano a discoprirsi il porto; / sí che nel lito i voti scioglier spero / a chi nel mar per tanta via m’ha scorto; / ove, o di non tornar col legno intero, / o d’errar sempre, ebbi giá il viso smorto. / Ma mi par di veder, ma veggo certo, / veggo la terra, e veggo il lito aperto»: Ludovico Ariosto, Orlando Furioso, επιμ. Cesare Segre, Mιλάνο, Mondadori, 1976, σσ. 1207-1242, ιδιαίτ. σ. 1207.
[23] Δεύτερο οκτάστιχο «Par che tutti s’allegrino ch’io sia / venuto a fin di cosí lunga via», Ludovicο Ariosto, Orlando Furioso, επιμ. Cesare Segre, όπ. πρ., σ. 1207. Το μέτρο αυτό, της τοσκανικής ενδεκασύλλαβης οκτάδας, που ακολουθεί ο Αριόστο, ήταν εφεύρεση του Βοκάκιου.
[24] Σονέτο CLXXXIX. Παραθέτω το πρώτο τετράστιχο: «Passa la nave mia colma d’oblio / per aspro mare, a mezza notte il verno, / enfra Scilla et Caribdi; et al governo / siede ’l signore, anzi ’l nimico mio». Bλ. Rime e Trionfi di Francesco Petrarca, επιμ. Ferdinando Neri με ένα Σχόλιο […] του Enrico Carrara. Torino, Utet, 19742, σ. 286 (sonetto CLXXXIX).
[25] Chi è fermato di menar sua vita / su per l’onde fallaci et per gli scogli / scevro da morte con un picciol legno, / non pò molto lontan esser dal fine: / però sarrebbe da ritrarsi in porto / mentre al governo anchor crede la vela. Bλ. Rime e Trionfi di Francesco Petrarca, όπ. πρ., σσ. 149-150 (canzone LXXX). Το άσμα έχει έξι (εξάστιχες) στροφές και μια τερτζίνα. Εδώ παραθέτω ενδεικτικά την πρώτη στροφή.
[26] Σε μετάφραση της γράφουσας: «Kύριε, τώρα στο τέλος [του ταξιδιού] και της ζωής / σώσε το αποδυναμωμένο μου σκαρί / σε βράχους πάνω να μην πέσει. / Κατεύθυνέ το, το ξέπνοο σκαρί μου / σε ήσυχο λιμάνι».
[27] Από την ενότητα ‘Η Λύτρωση και το Δοξαστικό’ του άσματος Του Πεσόντος Αδάμ η Ανάκλησις, στίχ. 147-148, σ. 273.
[28]Του Ιδίου, στίχ. 149-150, σ. 273. Οι στίχοι θα μπορούσαν ίσως να ερμηνευθούν σύμφωνα με την ευαγγελική έννοια, ότι ο ποιητής επείγεται να μπει σε πνεύμα μετανοίας πριν έρθει το τέλος που προμηνύει η ασθένειά του (σοβαρό καρδιολογικό νόσημα). Η τελευταία έκδοση (1985) τυπώνεται έναν χρόνο πριν τον θάνατό του.
[29] Από την ενότητα ‘Η Λύτρωση και το Δοξαστικό’ του άσματος Του Πεσόντος Αδάμ η Ανάκλησις, στίχ.151-152, σ. 273. Πέρα από την πρόσληψη της δαντικής μεταφορικής έννοιας («στράτα στραβή»), εικάζω ότι ο ποιητής φαίνεται να ενδύεται εδώ τη μοίρα όλων των ανθρώπων, του «Όλου Αδάμ», σύμφωνα με τη χριστιανική θεολογία.
[30] Από την ενότητα ‘Ο Γυρισμός’ του άσματος Η΄, Η Νεκρή Πολιτεία κι ο Γυρισμός, στίχ. 711-712, σ. 253. Η Κιβωτός προβάλλεται ως κύρια μεταφορική έννοια του ίδιου του ποιήματος: βλ. «Μετά απ’ το νέο Κατακλυσμό, μια Κιβωτό απομένει, / το Ποίημα, σύναξη ψυχών, στη γη την οικουμένη», από την ενότητα ‘Η Λύτρωση και το Δοξαστικό’, του Θ΄ άσματος, Του Πεσόντος Αδάμ η Ανάκλησις, στίχ. 297-298, σ. 281. Βλ. σχετικά Χρύσα Δαμιανάκη, «Ο Νέος Ερωτόκριτος, ύστατος πνευματικός αγώνας του Παντελή Πρεβελάκη», περ. Φρέαρ, τεύχ. 25, Μάιος 2019, σσ. 88-100, ιδιαίτ. σσ. 89-90.
[31] Πρόκειται για την ‘Νavicella di Cristo’ (Η ναυς της Εκκλησίας του Χριστού), εικόνα που συνδέεται με τον Πέτρο (εκ των πρώτων Αποστόλων-αλιέων ψυχών), τον οποίο η Καθολική Εκκλησία θεωρεί ιδρυτή της (Ματθαίος, 16, 18). Στη βυζαντινή υμνογραφία ο όρος αποδίδεται στην Θεοτόκο («Χαίρε, ολκάς των θελόντων σωθήναι / χαίρε, λιμήν των του βίου πλωτήρων»: οίκοι από την Τρίτη Στάση του Ακαθίστου Ύμνου).
[32] Paradiso, canto II, 1-6: «Ο voi che siete in piccioletta barca, / desiderosi d’ascoltar, seguiti / dietro al mio legno che cantando varca, / tornate a riveder li vostri liti: / non vi mettete in pelago, ché, forse, / perdendo me, rimarreste smarriti». Βλ. Dante Alighieri, La Divina Comedia, επιμ. Natalino Sapegno, τόμ. 3, Paradiso, Φλωρεντία, La Nuova Italia, 19724, σ. 18. Στη τερτζίνα αυτή του Δάντη υποφαίνεται, κατά τη γνώμη μου, η ευαγγελική εικόνα της διδασκαλίας του Ιησού μέσα από τη βάρκα στα ανοικτά της λίμνης Γεννησαρέτ της Γαλιλαίας (Λουκά 5, 1-3), που οι σχολιαστές της Θείας Κωμωδίας δεν διέκριναν.
[33] Επιχειρώ μια μετάφραση της quartina για να συλλάβουμε κάτι από το νόημα: «Έφθασε πιά στο τέλος της ζωής μου το ταξίδι / που ’κανα σε θάλασσα τρικυμισμένη και μ’ εύθραυστη βάρκα [ψυχή] / στο λιμάνι πάω ν’ αράξω, το κοινό όλων μας [τον θάνατο] / λογαριασμό και λόγο για να δώσω, τι καλό ή κακό έπραξα»: βλ. Michelangelo Buonarroti, Rime e lettere, επιμ. Antonio Corsaro, Giorgio Masi, Mιλάνο, Bompiani, 2016 (2017), σσ. 303-304. Ευχαριστώ θερμά τον αγαπητό φίλο Giorgio Masi για το σχόλιο που μου έστειλε σχετικά με το ποίημα.

