Νίκος Σηφουνάκης

Ο καθηγητής των μαθητικών μου χρόνων

Αρχές της δεκαετίας του 1960 η μητέρα μας θέλησε να μετακομίσουμε οικογενειακώς από το Ρέθυμνο στην Αθήνα, προκειμένου τα τέσσερα αγόρια παιδιά της να εγγραφούμε σε καλά φροντιστήρια και να πετύχουμε στις ακαδημαϊκές εξετάσεις, έτσι λέγονταν τότε οι πανελλήνιες.

Ο πατέρας δεν ήταν πολύ ένθερμος, τελικά εγκατασταθήκαμε στο Νέο Φάληρο και λίγο μετά αποδήμησε.

Εγγραφήκαμε στο τοπικό Δημόσιο Γυμνάσιο-Λύκειο επί της Λεωφόρου Ποσειδώνος, το οποίο υπάρχει ακόμα, ένα υπέροχο κτίριο Bauhaus από εκείνα που ο Γ. Παπανδρέου, ως Υπουργός Παιδείας του Ελευθέριου Βενιζέλου, κατασκεύασε σε όλη την Ελλάδα. Έμπροσθεν του σχολείου, στο πεζοδρόμιο, υπήρχε ένα παμπάλαιο κακότεχνο ξύλινο περίπτερο.

Ήταν δύσκολη η προσαρμογή, και ένιωθα αμήχανα όταν με ειρωνικό χιούμορ ορισμένοι συμμαθητές μου αντιμετώπιζαν την Κρητική προφορά μου.

Ένας νέος καθηγητής με γυαλιά που είχαν μαύρο παχύ σκελετό, με αδύνατη κορμοστασιά, ο οποίος έναν χρόνο πριν είχε διοριστεί καθηγητής των Νέων Ελληνικών, αντιλαμβανόμενος τους αστεϊσμούς προς εμένα, με κάλεσε να ανέβω στην ξύλινη έδραση μπρος στον μαυροπίνακα της αίθουσας λέγοντας:

«Νίκο, παιδί μου, είμαι ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ήρθες από το Ρέθυμνο, θέλω να σου κάνω ορισμένες ερωτήσεις:

Πώς λέτε στην Κρήτη την κότα;», απάντησα «Όρθα».

«Πώς λέτε την κατσίκα;», απάντησα «Αίγα».

Συνέχισε με άλλες τέτοιες ερωτήσεις.

Επέστρεψα στο ξύλινο θρανίο μου και τη μια ώρα του μαθήματός του την αφιέρωσε στην ελληνική γλώσσα λέγοντας:

«Ο συμμαθητής σας προέρχεται από ένα μέρος που απελευθερώθηκε από τον Οθωμανικό Ζυγό ενενήντα χρόνια μετά την Αθήνα. Στην Κρήτη, στα νησιά, στην απομακρυσμένη Ελλάδα, στην Κύπρο, η γλώσσα η ελληνική διασώζεται ακόμα.»

Στο διάλειμμα με πλησίασε με τρυφερότητα, ρωτώντας με πού αισθάνομαι καλύτερα, εδώ ή στην Κρήτη.

Απάντησα ότι «δεν μπορώ ακόμα να σας πω».

«Σωστή απάντηση», μου είπε.

Ήταν η εποχή που στους κινηματογράφους προβάλλονταν οι ταινίες Σιωπή του Μπέργκμαν και Ζορμπάς του Κακογιάννη, απαγορευμένες για νέους κάτω των 18 ετών, και ενθυμούμαι πως με προσποιητή σοβαρότητα ρωτούσε «πήγατε χθες Κυριακή στον κινηματογράφο με τη μαμά και τον μπαμπά ή μόνοι σας;»

Στη διδασκαλία ο λόγος του ήταν γρήγορος και πάντοτε συνδύαζε την εξιστόρηση ιστορικών γεγονότων με το βιογραφικό για κάθε ποιητή ή συγγραφέα.

Την όποια γνώση των Αρχαίων Ελληνικών –ελλιπή, οφείλω να ομολογήσω– την χρωστάω στον καθηγητή που τη δίδασκε, όμως την κατανόησή τους όλοι οι συμμαθητές την οφείλουμε στον Κώστα Γεωργουσόπουλο. Τις αφηγήσεις του για τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Αισχύλο, τη ζωή και το έργο τους, τις ακούγαμε σαν παραμύθι.

Αποφοίτησα από το Λύκειο, σπούδασα Αρχιτεκτονική στην Ιταλία, πέρασαν χρόνια, χαθήκαμε και επιστρέφοντας στη Μεταπολίτευση έμαθα ότι είχε απολυθεί από το καθεστώς της δικτατορίας και δίδασκε στη Σχολή Μωραΐτη.

Στην εφημερίδα Τα Νέα διαβάζαμε την κριτική του για το θέατρο και όλοι εμείς, οι μαθητές του, εντυπωσιαζόμασταν με την καθημερινή σχεδόν αρθρογραφία του για τα δρώμενα στο Ελληνικό Θέατρο.

Χάρηκε όταν πληροφορήθηκε για την ενεργό πολιτική μου δράση την περίοδο της δικτατορίας, γιατί ήταν ένας βαθιά δημοκρατικός άνθρωπος και χαιρόταν για τους πολιτικοποιημένους μαθητές του.

Τη δεκαετία του ’90, συναντιόμασταν πηγαίνοντας σε ταβερνάκια με φίλους κοινούς, όπως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, και βέβαια πάντα μαζί του η αείμνηστη σύζυγός του Ναυσικά.

Με τίμησε όταν τον κάλεσα και παρουσίασε το βιβλίο μου για τη Βιομηχανική Αρχιτεκτονική το 1994, στο κτίριο Γουλανδρή-Χορν, στην Πλάκα.

Μίλησε για το περιεχόμενο και την αισθητική του, κάνοντας εκτενή αναφορά για την αρχιτεκτονική ως τέχνη και ως επιστήμη, αλλά και για το χρέος να διατηρήσουμε την ιστορική μνήμη μέσω της διατήρησης της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς.

Αναφέρθηκε στα χρόνια που ήμουν μαθητής του, και εγώ στην αντιφώνησή μου μίλησα για τα μηνύματα Δημοκρατίας και Ελευθερίας που μας μετέδιδε, αλλά και την οικειότητα με την οποία προσέγγιζε τους μαθητές του.

Το 1966, δεκαέξι χρονών, ήμουν ήδη καπνιστής όπως και τα περισσότερα παιδιά, τότε ήταν μόδα αν όχι επίδειξη ενηλικίωσης. Αγοράζαμε με 50 λεπτά της δραχμής 5 τσιγάρα, και ο περιπτεράς του σχολείου ζούσε από τους μαθητές-καπνιστές. Αναλογιζόμενος μετά τόσα χρόνια μοιάζει σουρεαλιστική η ύπαρξη ενός περιπτέρου που πουλούσε μόνο τσιγάρα στην είσοδο ενός σχολείου.

Μόλις χτύπαγε διάλειμμα, τρέχαμε στα ουρητήρια για τσιγάρο. Ορισμένοι καθηγητές γνωρίζοντας το γεγονός, έκαναν αιφνίδιες εφόδους. Έτυχε και σε εμένα να συλληφθώ επ’ αυτοφώρω, με παρέπεμψαν στον σύλλογο καθηγητών και ο λογαριασμός ήταν επτά (7) ημέρες αποβολή, ήτοι επτά (7) ημέρες επί έξι (6) ώρες την ημέρα, 42 ώρες απουσίας. Αν ένας μαθητής συμπλήρωνε 100 ώρες απουσιών στη σχολική περίοδο, έχανε τη χρονιά.

Ο κ.Γεωργουσόπουλος ερχόταν γελαστός στο «καπνιστήριο», όπως το ονομάζαμε, καπνιστής και ο ίδιος, και με προσποιητή αυστηρότητα μας έλεγε:

«Παιδιά ο φούμος έληξε. Σβήστε, έξω».

Προσωπικά «βραβεύθηκα»αργότερα και με δεύτερη και τρίτη αποβολή και αναγκάστηκα να κάνω μετεγγραφή, οπότε αποφοίτησα από το ιδιωτικό
Λύκειο Τσαμτσούρη-Ανεστοπούλου στο Καλαμάκι, που μετά την πτώση της δικτατορίας έμαθα από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Παναγούλη ότι και εκείνος τελείωσε το ίδιο εξατάξιο Γυμνάσιο, για τους ίδιους λόγους, δώδεκα χρόνια πριν από εμένα.

⸙⸙⸙

[Ο Νίκος Σηφουνάκης είναι Αρχιτέκτων, τ. Βουλευτής-Υπουργός.]

Κύλιση στην κορυφή