Υπάρχουν πολλά γεγονότα και στοιχεία που μπορούν να καταδείξουν εμφατικά την πλήρη αποτυχία πάντων ημών των θεολόγων, ιεροκηρύκων, κληρικών και επισκόπων στο να ανταποκριθούμε στην αποστολή ή, έστω, στον ρόλο μας, όπως θα έπρεπε και όπως θα ανέμενε η κοινωνία. Ωστόσο, δύο γεγονότα μέσα στο τρέχον έτος αποκαλύπτουν σε όλη της την έκταση αυτήν την αποτυχία, δύο γεγονότα ολωσδιόλου άσχετα μεταξύ τους και εν πολλοίς, ασύνδετα.
Το πρώτο, είναι η κοίμηση του αρχιεπισκόπου Αλβανίας, μακαριστού Αναστασίου τον Ιανουάριο που μας πέρασε. Το δεύτερο, η προβολή της σειράς «Άγιος Παΐσιος: από τα Φάρασα στον Ουρανό». Υποθέτω πως ο αναγνώστης θα ξαφνιαστεί, καθώς δύσκολα φαίνεται να συνδέονται τα παραπάνω με την αποτυχία των «εκκλησιαστικών προσώπων» (ας τα πούμε έτσι χάριν συντομίας και οικονομίας), που ανέφερα.
Η δράση και η προσωπικότητα του Αναστασίου είναι γνωστή σε όλους, ακόμη και στους εκτός Εκκλησίας. Σαρξ εκ της σαρκός της «Ζωής», δεν διέθετε ωστόσο ίχνος πιετισμού στη σκέψη του και απείχε από κάθε είδους ευσεβιστικές αντιλήψεις και πρακτικές (είναι χαρακτηριστικό ίσως πως και ο μέγας αντίπαλος των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, καίτοι είχε ζυμωθεί εντός της «Ζωής», Χρήστος Γιανναράς, πάντοτε ξεχώριζε τον Αναστάσιο Γιαννουλάτο, επισημαίνοντας πως διέφερε πολύ από άλλα μέλη της οργάνωσης, και ο τρόπος του ήταν ολότελα άλλος). Θεολόγος και θρησκειολόγος ολκής, ιεραπόστολος της πράξης, αγωνίστηκε όπου κάθε φορά η Εκκλησία τον έταξε να αγωνιστεί, με έργο ζωής την ανασύσταση της «νεκρής», από την επικράτηση του καθεστώτος Χότζα και μετά, Εκκλησίας της Αλβανίας.
Για όλους αυτούς τους λόγους, ο Αναστάσιος υπήρξε, απολύτως δικαιολογημένα, η σημαντικότερη μορφή της παγκόσμιας Ορθοδοξίας των τελευταίων ετών, χωρίς καμία υπερβολή. Κυρίως όμως, υπήρξε ένας άνθρωπος αγάπης, αληθινής χριστιανικής αγάπης, και αυτό γινόταν αντιληπτό στον καθένα, είτε ανήκε στους πιστούς είτε όχι.
Αυτός τελικά ήταν και ο βασικός λόγος για τον οποίο είχαμε κάτι το μοναδικό για το ήθος και το έθος των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης: δε βρέθηκε κανείς να γράψει κάτι αρνητικό για τον εκλιπόντα. Αυτό, πραγματικά, είναι κάτι που δε συνηθίζεται. Η μικροψυχία, που κάνει πάντα αισθητή την παρουσία της σε Facebook και X, και που δεν κάμπτεται ούτε ενώπιον του θανάτου, όπως ίσως θα έπρεπε, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έδωσε σημεία ζωής ή, έστω, κι αν εμφανίστηκε, εμφανίστηκε πολύ περιορισμένα και οπωσδήποτε περιθωριακά εντελώς. Και τούτο –έχει σημασία– παρά το γεγονός ότι ο υπέργηρος ιεράρχης δεν απέφυγε, κυρίως προς τας δυσμάς του βίου, τα σφάλματα, με πιο χαρακτηριστικό ίσως τη στάση του γύρω από ουκρανικό ζήτημα, τόσο το εκκλησιαστικό όσο και το πολιτικό. Συγγνωστό αμάρτημα όμως και αυτό για τον σπουδαίο εκκλησιαστικό άνδρα, που ήταν ο Αναστάσιος. Όλοι είχαν μόνο θετικά λόγια να πουν, όλοι, ακόμη και οι μη πιστοί, ακόμη και όσοι δεν είναι απλώς αγνωστικιστές ή αδιάφοροι, αλλά διάκεινται εχθρικά προς τον χριστιανισμό, ξεχώρισαν τον Αναστάσιο από «το παπαδαριό».
Το δεύτερο γεγονός είπαμε πως ήταν η προβολή της σειράς «Άγιος Παΐσιος: από τα Φάρασα στον Ουρανό» από τη συχνότητα του Mega και, κυρίως, η απήχηση που είχε αυτή η σειρά, σε συνάρτηση με την υψηλή τηλεθέαση. Εδώ θα πρέπει να πούμε πως υπήρξαν ενστάσεις. Δεν έλειψαν εκείνοι που θεώρησαν την επιτυχία της συγκεκριμένης σειράς ως δείγμα «σκοταδισμού» και ως απόδειξη για τις «μεσαιωνικές αντιλήψεις που κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία». Ακούστηκαν και άλλα χαριτωμένα. Και, κατά την ταπεινή μου άποψη, μάλλον υπερβολικά.
Θυμίζω βέβαια εδώ πως γενικά ο Άγιος Παΐσιος υπήρξε σημεῖον ἀντιλεγόμενον, καθώς πολλοί ήταν εκείνοι που τηρούσαν ως κόρην οφθαλμού τα όσα φέρεται να είπε, άλλοι δε τον θεωρούσαν τσαρλατάνο και αγράμματο, ανάξιο λόγου. Είναι χαρακτηριστικό πως ούτε μεταξύ των χριστιανών υπάρχει σαφής τοποθέτηση και προσέγγιση του Αγίου, αφού, για παράδειγμα, οι διαβιούντες στη Μονή Εσφιγμένου (και όχι μόνο, θα πρέπει να πούμε) στο Άγιο Όρος, δεν αποδέχονται την αγιότητά του. Το γεγονός βέβαια ότι πολλοί ήταν και είναι εκείνοι που διέδιδαν διάφορες «προφητείες» και προφητείες του Αγίου, αποδίδοντάς του λόγια και έργα που ουδεμία σχέση είχαν με την πραγματικότητα, επέτεινε τη σύγχυση.
Ωστόσο, η τηλεοπτική σειρά απέδωσε μάλλον έναν αρκετά «γνήσιο» Παΐσιο, απαλλαγμένο από, αληθινές ή μη, υπερβολές. Δεν είναι τυχαίο βεβαίως ότι η σειρά αποτέλεσε μία παραγωγή του Ινστιτούτου «Άγιος Μάξιμος ο Γραικός», με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Πέρα όμως από τις όποιες αρετές είχε η σειρά, είτε ως προς το σενάριο είτε ως προς τη σκηνοθεσία και τη φωτογραφία, είτε ως προς τις ερμηνείες, με τον Προκόπη Αγαθοκλέους να αποδίδει εξαιρετικά τον γέροντα Παΐσιο, η διάδοση και απήχησή της δεν εξηγείται αποκλειστικά και μόνο με τηλεοπτικούς όρους. Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης καθώς και το YouTube κατακλύζονται από reels, μικρής διάρκειας video δηλαδή, που είναι παρμένα από τη σειρά. Κληρικοί του εφημεριακού κλήρου κάνουν λόγο για ρεκόρ προσέλευσης ανθρώπων που ζητούσαν να εξομολογηθούν και να μεταλάβουν. Και προφανώς, η περίοδος προ του Πάσχα έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και σηματοδοτεί την αύξηση της συμμετοχής των πιστών στα εκκλησιαστικά δρώμενα, αλλά σε κάθε περίπτωση οι αριθμοί των προσερχόμενων σε ναούς και μοναστήρια ήταν ιδιαίτερα αυξημένοι, πέρα από τη δικαιολογημένη αυξημένη προσέλευση των ημερών.
Ο Άγιος Παΐσιος λειτούργησε κατηχητικά και ποιμαντικά για μια μεγάλη μερίδα των πιστών, κυρίως των κάπως «χλιαρών», που αναθερμάνθηκε το ενδιαφέρον τους. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να προδικάσει αν αυτοί οι «αναγεννημένοι χριστιανοί» (για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο που συνηθίζεται ιδιαίτερα στη Δύση) θα παραμείνουν στην Εκκλησία και αν το ενδιαφέρον τους θα συνεχιστεί, οπωσδήποτε όμως, το φαινόμενο που προέκυψε μετά την προβολή της συγκεκριμένης σειράς, έχει τη σημασία του και σίγουρα αξίζει να μελετηθεί. Οι κρίσεις που κάνουν λόγο για εκδήλωση θρησκοληψίας κ.λπ. δείχνουν να μην είναι ιδιαίτερα σοβαρές ούτε –εδώ είναι το πρόβλημα– να βασίζονται σε ψύχραιμες και αντικειμενικές παρατηρήσεις, χωρίς ωστόσο να μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι απουσιάζουν –πώς θα μπορούσαν άλλωστε;– και οι θρησκόληπτοι, που νιώθουν ενισχυμένες τις φαρέτρες τους. Απλώς, το πρόβλημα με αυτές τις κρίσεις είναι ότι «μοιάζουν» πολύ με ό,τι καταδικάζουν αφού, αθεϊστικός ή θρησκευτικός, ο φονταμενταλισμός παραμένει πάντοτε εξόχως αποκρουστικός και ιδιαίτερα –ανυπόφορα θα έλεγα– φανατικός.
Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς πού μπορεί να οφείλεται η επιτυχία του Αγίου Παΐσιου. Αφήνοντας κατά μέρος τα καλλιτεχνικά και αισθητικά κριτήρια, ή λογικές του τύπου «πάμε να πάρουμε τη ρεβάνς από την τρισκατάρατη woke ατζέντα», αντίληψη που βλέπουμε να κυριαρχεί ως εμμονή στους οπαδούς του Αμερικανού Προέδρου Τραμπ, που δυστυχώς έχουν τόση σχέση με την αληθινή Ορθοδοξία όση το σέλινο με το μαντολάτο, ξύνοντας την επιφάνεια θα ανακαλύψουμε κάτι άλλο. Ο Παΐσιος της σειράς δεν είναι σούπερ ήρωας, ούτε πεφωτισμένη καφετζού, ούτε κατάλληλος για να γίνει «Παστίτσιος» (νομίζω όλοι θυμόμαστε τη σχετική περίπτωση που δεν τιμά ιδιαίτερα την ελευθερία του λόγου στην πατρίδα μας). Είναι, πρώτα και κύρια, ένας καλός άνθρωπος. Είναι συμπαθής. Είναι αγαπητός. Είναι οικείος. Είναι ένας άνθρωπος που το κύριο χαρακτηριστικό του δεν είναι το προορατικό χάρισμα –που συχνά σε διάφορες αφηγήσεις υπερτονίζεται– ούτε η ικανότητα να επιτελεί θαύματα. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η αγάπη, από την οποία φλέγεται ολόκληρος. Αυτό βλέπει και διαπιστώνει ο θεατής. Αυτό τον κερδίζει τελικά. Αυτό τον πείθει.
Στην ταινία Ο Χιτών (1953) της 20th Century Fox, ταινία-σταθμός στην ιστορία του σινεμά αφού ήταν η πρώτη που γυρίστηκε με την τεχνική του Σινεμασκόπ, η οποία άλλαζε τις γνωστές ως τότε διαστάσεις της εικόνας και μεγάλωνε κατά πολύ τον χώρο δράσης, ο κεντρικός ήρωας, Ρωμαίος χιλίαρχος Μάρκελλος, αφού μετά από διάφορες περιπέτειες, προσηλυτίζεται στον χριστιανισμό, ανακρίνεται από τον αυτοκράτορα Καλιγούλα.
– Αλήθεια, πιστεύεις πως αυτός ο ξυλουργός έκανε τυφλούς να δουν και χωλούς να περπατήσουν; ρωτά ο αυτοκράτορας.
– Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως δεν τύφλωσε κανέναν που προηγουμένως έβλεπε ούτε σακάτεψε κανέναν που πριν περπατούσε, απαντά ο Μάρκελλος. Έτσι και οι θεατές του Παΐσιου, πείθονται από την αγάπη του και όχι από τα θαύματα ή τις «υπερφυσικές του δυνάμεις».
Και θα σκεφτεί κάπου εδώ ο αναγνώστης πως, ωραία όλα αυτά, ο Θεός να αναπαύσει τον Αναστάσιο, ας έχουμε και την ευχή του Αγίου Παΐσιου κι όλα καλά, όμως η αποτυχία των «εκκλησιαστικών προσώπων» που προαναγγέλθηκε, πόθεν τεκμαίρεται;
Μα, από όλα τα παραπάνω. Όλα τα παραπάνω, τα δύο παραδείγματα δείχνουν πως υπάρχει κόσμος που διψά, κόσμος που έχει τη διάκριση να καταλάβει τις αξίες και να τις σεβαστεί και να τις προσκυνήσει. Κόσμος που μπορεί να μην πηγαίνει στις εκκλησίες και να μην ενδιαφέρεται για το χριστιανικό κήρυγμα, γιατί όταν πηγαίνει στους ναούς, ακούει αντισημιτικά κηρύγματα όπως του μητροπολίτη Κοζάνης τη Μεγάλη Πέμπτη. Κόσμος που ζητάει και ψάχνει ανθρώπους όπως ο Άγιος Παΐσιος, και τη λαχτάρα του αυτήν την εκμεταλλεύονται διάφοροι θεομπαίχτες απατεώνες «θαυματοποιοί». Ο κόσμος ζητάει να ακούσει κηρύγματα αγάπης, διψάει να ακούσει το αληθινό Ευαγγέλιο, που όμως δεν θα είναι προσαρμοσμένο στην ιδεοληψία του ενός εκάστου ημών, όπως συμβαίνει με τη «woke θεολογία» ή όπως συνέβαινε με την «ελληνοχριστιανική» παλαιότερα.
Ζούμε, το έχει επισημάνει αρκετές φορές σε κείμενα και ομιλίες του ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, σε «προχριστιανική» κοινωνία. Κι εμείς και η Ευρώπη. Και τώρα είναι μια μοναδική ευκαιρία να μάθουμε αληθινά το Ευαγγέλιο, να καταλάβουμε στην ουσία του το κήρυγμα του Χριστού, τώρα, στην εποχή του απόλυτου συγκρητισμού και της θεολογίας/κοσμοθεωρίας του υποκειμένου, που ταυτίζει την Αλήθεια με το άτομο, το κάθε άτομο ξεχωριστά, σε μια ιδεολογία ενός αφόρητου ατομικισμού και ενός εωσφορικού θα λέγαμε εγωϊσμού. Κι ενώ η κοινωνία πεινά και διψά, εμείς τι της προσφέρουμε; Παρωχημένα κηρύγματα, θεολογία που είναι πιο σχολαστική και από εκείνη των χρόνων του Ακινάτη (που σε τελική ανάλυση εκείνη, παρήγαγε ιδέες, πλούτο, διαμόρφωσε όλη τη Δύση), παραδείγματα που ουδόλως παραπέμπουν σε μαθητές του Χριστού, υποκρισία, χλιαρότητα. Πάθος υπάρχει μόνο αν μιλάμε για τους (πολιτικούς πάντα) γάμους των ομοφυλοφίλων, την καύση των νεκρών, τον συνεορτασμό του Πάσχα «μετά των αιρετικών» ή την κάρτα του Πολίτη, για την οποία πρόσφατα απέστειλε και επιστολή η ιερά κοινότητα του Αγίου Όρους (!).
Τα σημάδια τα έχουμε. Στο χέρι μας είναι όλων των «εκκλησιαστικών προσώπων» αν θα καταλάβουμε το νόημα της αποστολής μας και αν θα ενδιαφερθούμε να τη φέρουμε εις πέρας ή αν, τουλάχιστον, θα έχουμε το φιλότιμο να σκύβουμε το κεφάλι κάθε φορά που θα ακούμε τον Κύριο να λέει «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν.» Σε εμάς απευθύνεται, είναι σαφές.

