Ζητάμε το Είναι και δεν βρίσκουμε παρά πράγματα. Η κυριαρχία πάνω στην ύλη, που μας έδωσε η επιστήμη και η τεχνική, μάς αποξένωσε προοδευτικά από τον κόσμο, που μεταμορφώθηκε σε απλό υλικό για εκμετάλλευση, σε απλό ντεκόρ της ανθρώπινης περιπέτειας, σε θέαμα για αδιάφορους θεατές: σε παράσταση, όπως θα ʼλεγε ο Καντ ή ο Σοπενάουερ. Αλλά η παρουσία μας μέσα στον κόσμο εξαρτάται από την παρουσία του κόσμου. Έτσι, παρ’ όλη την επαναστατικότητα της εποχής, εξακολουθούμε και γυρεύουμε το αίσθημα της ζωής, τη βεβαιότητα της ουσίας εκεί όπου πάντα τη ζήτησαν και τη βρήκαν οι άνθρωποι, σ’ αυτό που μας ξεπερνάει, που υπήρχε πριν από μας, που φευγαλέα καθρεφτίζεται στα ανθρώπινα μάτια και που ο άνθρωπος δεν βρήκε παρά ένα μέσο για να το συγκρατήσει και να το στερεώσει, την τέχνη.
Σαν βιολογικό ον, ο άνθρωπος δεν υπάρχει παρά μόνο στο μέτρο που σκορπάει γύρω του την ερημιά, μετατρέποντας τα όντα σε νεκρές ύλες. Αλλά όσο περισσότερο δυναμώνει η δύναμή του, τόσο περισσότερο του είναι αδύνατο να υποφέρει τη μοναξιά που αυτός ο ίδιος δημιούργησε. Κανείς δεν ζει σ’ ένα νεκρό τοπίο. Δεν ζούμε παρά μόνο ανάμεσα σε ζωντανούς. Χρειαζόμαστε γύρω μας όντα ζωντανά που να μας μιλάν τη δική τους γλώσσα: αυτήν που δεν ακούγεται παρά μόνο όταν σιωπούμε εμείς. Κι όμως δεν συναντάμε παρά πράγματα βουβά, μακρινά ή πρόχειρα, αδιάφορα ή βολικά, αλλά πάντοτε ξένα κι ιδωμένα με μάτι τόσο εχθρικό ή ωφελιμιστικό ώστε αποκλείεται να τα συμπαθήσουμε, ν’ αναγνωρίσουμε την αυθυπαρξία τους και να προσδέσουμε την εφήμερή μας ύπαρξη στη δική τους ακατάλυτη κι απροβλημάτιστη μυστική ζωή.
Χάθηκε για πάντα το ερωτικό παιχνίδι του θανάτου και της λατρείας που έδενε τους κυνηγούς της Αλταμίρας και του Λασκώ με τους βόνασους και τα ελάφια. Δεν πρόκειται ίσως να ξαναβρούμε ποτέ την τρυφερότητα, τη γεμάτη φόβο, άρνηση κι αποδοχή, με την οποία εικονίστηκαν ή σχηματοποιήθηκαν οι άνθρωποι και τα ζώα στους σφραγιδόλιθους της Κρήτης και της Μεσοποταμίας. Η εποχή μας, που φαντάζεται ότι είναι η πρώτη που αναγνώρισε την εργασία ως αξία, αγνοεί εντελώς την αγάπη και την υπερηφάνεια με την οποία οι μεταφυσικές εποχές εξαγίασαν τα έργα και τις ημέρες του ανθρώπου στους αιγυπτιακούς μασταμπάδες, στα ελληνικά αγγεία ή στα γοτθικά vitraux. Μ’ εμπιστοσύνη βλέπαν τον κόσμο αυτοί οι μανιακοί της αιωνιότητας, που ζωγράφισαν στους τάφους τους την τελευταία λεπτομέρεια της καθημερινής τους ζωής και της δώσαν τα χρώματα μιας αιώνιας άνοιξης. Αυτή την εμπιστοσύνη που κάνει τους νεκρούς να χαμογελάν στις ετρουσκικές σαρκοφάγους και μετατρέπει τον θρήνο σε χορό πάνω στις στήλες του Κεραμεικού, την έχουμε χαμένη, και γι’ αυτό η τέχνη μας έχει γυρίσει την πλάτη σ’ ό,τι θυμίζει την παρουσία μας πάνω στη γη.
Το μάτι μας δεν είναι πια «ηλιοειδές» και δεν βλέπει τον ήλιο. Θόλωσε και δεν αντικρίζει τις Μορφές, δεν θεωρεί τα «ολόκληρα και απλά και ατρεμή και ευδαίμονα φάσματα» που, ιδωμένα «εν αυγή καθαρά», συγκατοικούν μες στη μεγάλη δημοκρατία των όντων: αυτήν που δένει σ’ ένα σώμα το μοσχάρι και τον μοσχοφόρο κάνοντάς τους να βλέπουν τον κόσμο με το ίδιο βλέμμα, αυτήν που ενώνει σε μια ολοστρόγγυλη στιγμή τ’ άλογα και τους καβαλάρηδες, τα σφάγια και τους προσκυνητές, τους θεούς και τους ανθρώπους, τα ορατά και τ’ αόρατα, πάνω στη ζωφόρο του Παρθενώνα.
Δεν φοβόμαστε τους θεούς κι οι μοντέρνες «εκκλησίες» μας είναι σαν οδοντοϊατρεία, όταν δεν γεμίζουν το κενό με στείρα και άθεα αντίγραφα. Στέρεψε η πηγή του φωτός που πλημμύριζε τον χώρο με χρώματα κι έκανε τον Σιλεντιάριο να παρομοιάζει την Αγια-Σοφιά μ’ ένα παγώνι που αστράφτει από μυριάδες μάτια. Μα δεν φοβόμαστε ούτε τον εαυτό μας και γι’ αυτό πετάξαμε όλες τις μάσκες που έβαζε ως τα τώρα ο άνθρωπος για να ταυτιστεί ή να εξιλεώσει αυτό που τον ξεπερνάει. Ο μοντέρνος άνθρωπος είναι ο πρώτος που τόλμησε να μείνει μόνος με το πρόσωπό του: δεν είναι ήδη κάτι βαθιά συμβολικό και τραγικό που η ανθρώπινη όψη εξορίστηκε παντελώς από την τωρινή τέχνη; Ο άνθρωπος εξόριστος από το ίδιο του το έργο: δεν είναι τούτο σημάδι μιας θεμελιώδους αποτυχίας, ενός ριζικού εκτροχιασμού; Και ποια τότε θα ʼναι η νέα μας ταυτότητα –τώρα που πάψαμε να μπορούμε να μεταμφιεζόμαστε;
Ο άνθρωπος, λέει ο Χέγκελ, είναι ένα φως που φωτίζει τον εαυτό του και κάτι άλλο. Τι θα γίνει τώρα που το φως δεν φανερώνει τίποτα και δεν φωτίζει παρά το Τίποτα;
Αυτό το Τίποτα εξαγγέλλει η μεγάλη φράση του Ρεμπώ «Nous ne sommes pas au monde»: από τον κόσμο ως παράσταση φτάσαμε γλιστρώντας στον κόσμο ως απουσία, όπου μια απέραντη κι αγεφύρωτη απόσταση χωρίζει τον άνθρωπο από το ολοένα και μακρινότερο και θαμπότερο θέαμα του κόσμου.
Πλήθος τωρινοί καλλιτέχνες μοιάζουν εγκατεστημένοι –σαν τους αμέριμνους θεούς του Επικούρου– μέσα σ’ αυτά τα κενά μεσοδιαστήματα όπου ο πανάρχαιος διάλογος ανάμεσα στον άνθρωπο και το ανεξάντλητο σύμπαν μοιάζει να ʼχει σταματήσει κι αντικατασταθεί από άναρθρους «λυρικούς» μονολόγους ή άψυχες «γεωμετρικές» κατασκευές, που και οι δυο, και στις καλύτερες περιπτώσεις, σπάνια ξεφεύγουν από τα ασφυκτικά πλαίσια της ωραιοπαθούς διακόσμησης, με την πιο στενή έννοια του όρου. Αλλά ο Nicolas de Staël;…
Κι εδώ οι ιστορικές εξηγήσεις δεν εξηγούν τίποτα. Είναι φανερό ότι στο μέτρο που η τεχνική πλημμυρίζει το σύμπαν με τα εφήμερα και αναγκαία πλάσματά της, ο κόσμος αδειάζει απ’ όλες τις άλλες δυνάμεις. Αλλά έργο της τέχνης δεν είναι ν’ αντιστέκεται σ’ αυτή τη μοιραία αφαίμαξη του κόσμου που συνοδεύει την άνοδο του ανθρώπου; Η παραδοξότητα του ανθρώπου είναι ότι εμψυχώνει με την τέχνη ό,τι απονεκρώνει με την τεχνική: όσο πληθαίνουν τ’ αντικείμενα που υποτάζουμε στη θέλησή μας, τόσο πιο ζωτική γίνεται η ανάγκη να παλινορθωθεί ο κόσμος στην πρωταρχική του αυτοτέλεια και αυθυπαρξία, ν’ αποκατασταθεί η ολότητα από την οποία έχουμε βίαια αποσπασθεί. Αυτή η αντίσταση ή η αντιστάθμιση διαγράφει της τέχνης την περιοχή. Ποτέ άλλοτε αυτή η παλινορθωτική, η οντολογικά συντηρητική λειτουργία της τέχνης δεν ήταν τόσο αναγκαία όσο στη ρασιοναλιστική και τεχνοκρατική εποχή μας. Ναι, απουσιάζουμε από τον κόσμο και πρέπει να ξαναμάθουμε να τον κοιτάζουμε, να ξαναφτιάξουμε έναν-έναν τους αναρίθμητους δεσμούς που μας ενώνουν με τον κόσμο και με τη μυστηριώδη του ζωή.
Έναν τέτοιο δεσμό –ένα λεπτεπίλεπτο νήμα φτιαγμένο από πολλή πείρα, δοκιμασμένη φιλία, απέραντη υπομονή, αφοσιωμένη παρατήρηση, σκληρή αυτό-πειθαρχία και πνευματική άσκηση– μας προσφέρει η εργασία του Γκίκα των τελευταίων πέντε ετών.
Βέβαια, ο κόσμος δεν έλειψε ποτέ από το έργο του Γκίκα: έργα του 1948 σαν το «Μεγάλο Τοπίο της Ύδρας» (συλλογή Καρρά), με την έντονη κατασκευή του και τη σοφή διανομή των σκιών κάτω από τον ανήσυχο ουρανό, ή το «Κλαρί και το Φεγγάρι» με την τόσο χαρακτηριστική του διακριτικότητα, μας αποκαλύπτουν ήδη δύο από τις κύριες διαστάσεις της τωρινής του προσπάθειας. Από τη μια μεριά, την προσήλωσή του σ’ εκείνες τις πτυχές του τοπίου που φανερώνουν τη βαθύτερή του αρχιτεκτονική, την αυθόρμητη «αυτο-οργάνωση» των αντικειμένων, την αγέρωχή τους αυθυπαρξία. Έπειτα, την τόσο προσωπική συμπάθεια, τρυφερότητα θα ʼλεγα, που μόνιμα εμπνέει στον καλλιτέχνη η πεισματική αλλά ουδέποτε βίαιη διείσδυση της ζωής στις πιο ελάσσονες και ταπεινές μορφές της, τις φυτικές, μέσα στη βασιλική πανταχού παρουσία του ανόργανου σύμπαντος. Τους δύο αυτούς πόλους του έργου του Γκίκα θα τους ξαναβρούμε και στα τωρινά του έργα –αλλά σ’ ένα άλλο επίπεδο, σε μια σφαίρα όπου ο κόσμος έχει πάψει να ʼναι απλό αντικείμενο παράστασης κι έχει ξαναγίνει ζωντανή παρουσία.
Εδώ έχει γίνει μετάβασις εις άλλο γένος. Η απόσταση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο έχει καταλυθεί. Δεν βλέπουμε πια το τοπίο έξω από μας. Ο χώρος είναι το τοπίο της ψυχής κι η ψυχή μέρος του τοπίου. Μυθική θα ονόμαζα αυτή την τέχνη της ταυτότητας και της παρουσίας όπου το θέμα ξεπερνιέται σαν θέμα και γίνεται το σημάδι –κι όχι απλώς το σύμβολο ή η αλληγορία– του αρχέγονου χώρου όπου το πνεύμα και τα στοιχεία μιλάν την ίδια γλώσσα. Ρεαλιστικός απλώς είναι ο Ορνιθοθήρας του Brueghel: καμιά καθολικότητα δεν ενσαρκώνεται μέσα στην πιστά εξατομικευμένη μορφή και την τυχαία πράξη που δηλώνει ο τίτλος του έργου. Το ίδιο θέμα βρίσκουμε και σ’ ένα ιωνικό αγγείο του Λούβρου: ένα στυλιζαρισμένο δέντρο απλώνει τα κλαριά του πάνω σ’ όλο το εσωτερικό της κούπας. Πάνω του έχει σκαρφαλώσει ένας ημίγυμνος μελανόμορφος άντρας. Δεξιά ένα πουλί. Αριστερά η φωλιά. Κάτω ένα τζιτζίκι: μ’ αυτά τα απλούστατα μέσα ο αγγειογράφος ανύψωσε το ανέκδοτο στην περιοχή του μύθου κι έκανε παρούσα όλη τη ζωή του καλοκαιριού. Ρεαλιστικές είναι οι μάχες του Gros. Μυθική είναι η μάχη του Uccello. Θέμα του δεν είναι η μάχη αλλά εκείνος ο υπέρτατος παροξυσμός της έντασης όπου ξαφνικά και μυστηριακά αλλάζουν τα σημεία και συντελούνται οι μεγάλες μεταμορφώσεις: τα άλογα γίνονται ξύλινα σαν παιδικά παιχνίδια, οι πανοπλίες ζωντανεύουν και πολεμάν ένα ρητορικό πόλεμο, η ζωή ακινητοποιείται μες στις σάρκες και περνάει σαν άνεμος πάνω από μια θάλασσα από λοφία, παντιέρες, λόγχες και περικεφαλαίες.
Ρεαλιστικά απ’ αυτή την άποψη ήταν τα περασμένα έργα του Γκίκα. Ποιος είναι ο τωρινός του μύθος;
Ο ήρωας, το κεντρικό πρόσωπο (κι όχι πια το θέμα), το υπο-κείμενο (κι όχι πια το αντι-κείμενο) του μύθου του Γκίκα είναι η Γη, η Γη στην προδημητριακή της υπόσταση, η πανάρχαιη Γη του Ησιόδου που ο Πίνδαρος την έλεγε κοινή μάνα των θεών και των ανθρώπων. Το σκληρό κι αδιάφορό της χώμα όπου έχουν πετρώσει οι ανταύγειες όλων των προπατορικών πυρκαγιών και που το ʼχουν οργώσει όλων των ειδών οι σεισμοί και οι καταποντισμοί, είναι το πετσί μιας ροζιασμένης και ρυτιδιασμένης αιωνιότητας που βρίσκεται σε ίση απόσταση από τη ζωή και το θάνατο. Εδώ θ’ αφεθούν οι σκιές. Εδώ ο μεσημεριάτικος ήλιος καρφώνει τις πέτρες μ’ ένα χρυσό σφυρί. Απ’ αυτή την ανοιχτή κόγχη της σιωπής θα περάσουν οι φωνές. Εδώ γλιστράει ο χρόνος, θρέφονται οι ρίζες, γράφονται οι όρκοι. Αλλόκοτα ρίγη περνάν από πάνω της: είναι οι μαντρότοιχοι που σκαρφαλώνουν στα βουνά, περιφράζουν τους βράχους, εντοπίζουν έναν κισσό, πλαισιώνουν ένα πηγάδι, σημαδεύουν ένα κυπαρίσσι. Μια ανάλογη γεωμετρία επιχειρεί το κύμα στις αμμουδιές και ξεχωρίζει την κινούμενη ιδιοκτησία της θάλασσας από τ’ ασάλευτα κτήματα της γης. Με την ίδια σιγουριά το χέρι του ανθρώπου έχει χαράξει μες στις ερημιές αυτούς τους ασβεστωμένους τοίχους, αυτά τα σκαλοπάτια που δεν οδηγούν πουθενά, αυτά τα πηγάδια με το λιγοστό νερό, αυτές τις στέρνες που τις φυλάν τα φίδια. Όλα αυτά είναι φτιαγμένα για τη χρήση του ανθρώπου –αλλά ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα ο εντολοδόχος της γης, που χαράζει πάνω της τα εραλδικά της εμβλήματα, σημαδεύει τις φλέβες της, τατουάρει το στήθος της με μαγικά σχήματα που καλούν τη βροχή, συγκρατούν τα νερά, βάζουν όρια στην απληστία των ανθρώπων και των ζώων, οδηγούν τα βήματά τους, ξεχωρίζουν τις περιοχές του ύπνου, της δουλειάς και της ρέμβης.
Η Γη εκδικείται αυτούς που ξεχνάν ότι είναι συνεργάτες της. Στα όνειρά τους στέλνει δράκοντες με κίτρινα μάτια, χίμαιρες με λέπια ψαριού, ουρά σαύρας και πόδια βατράχου. Αυτούς που ξέρουν το μυστικό, τους ανταμείβει μαθαίνοντάς τους να χτίζουν σπίτια και να τα κατοικούν. Τα σπίτια, οι δρόμοι, οι ταράτσες, οι πολιτείες είναι η μυστική πνευματικότητα της γης που βγαίνει στο φως και διαλαλεί τη φωτεινή της παντοδυναμία. Ο Θεός είναι γεωμέτρης στον ουρανό κι αρχιτέκτων στη Γη. Πουθενά αλλού αυτή η χθόνια αρχιτεκτονική δεν είναι τόσο ορατή όσο στη Μεσόγειο και ιδιαίτερα στα ελληνικά νησιά, όπου τα σπίτια φυτρώνουν πάνω στους βράχους και υπακούουν πιστά στο κάθε νεύμα της γης. Αυτή ακριβώς η δεύτερη γη που είναι η ανθρώπινη μετάφραση της ίδιας αρχιτεκτονικής που κάνει τα κρύσταλλα, τα διαμάντια και τις πολύτιμες πέτρες, είναι πανταχού παρούσα στο έργο του Γκίκα, κι αυτήν χρησιμοποιεί για να πει την ιστορία του.
Ο μύθος του Γκίκα είναι οι Ώρες, η ιστορία του αιώνιου παιχνιδιού που παίζει η Γη με το Φως. Στο γάμο αυτό είναι μάρτυρες:
– Ένα κριάρι: με τα μάτια του κοιτάει η Νύχτα μέσα στα βαθιά πηγάδια.
– Ένα γελάδι κι ένα κατσίκι: έχουν τα κυανά χρώματα της ώρας που το νερό δεν είναι ανάγκη αλλά ηδονή.
– Τα πιο ανεξάρτητα από τα φυτά: αυτά που δεν θέλουν ούτε περιποίηση ούτε νερό για να σκαρφαλώσουν πάνω στις ξερολιθιές, αθάνατα, χαμόκλαρα, κάκτοι.
Στο τέλος, σ’ ένα έργο του 1958, ένα αγκάθι θα συγκεντρώσει όλη την ανησυχία του κόσμου, όλες τις ανατριχίλες της καταιγίδας, όλους τους πυρετούς της διψασμένης γης, όλο το φως που έχει εξοριστεί από τη μαυρίλα του ουρανού. Αν χρειαζόταν να ονομάσω τους συγγενείς του, θ’ ανέφερα τις καλαμιές του Μα-Φεν. Από τους τωρινούς: τον Paul Klee.
– Πολλές φορές το μισοφέγγαρο ή το φεγγάρι της χάσης: αυτό προεδρεύει κάθε φορά που ένα στρώμα αύρας τυλίγει τις πυρωμένες πέτρες.
Ποιες είναι οι Ώρες του Γκίκα; Είδα πέρσι το ατελιέ του στην Ύδρα να λάμπει σαν κάτω από μια βροχή από χρυσά φτερά: ήταν ένα παραδείσιο φυτό όπου φώλιαζαν όλα τα πουλιά, όλες οι δροσιές, όλα τα χρώματα, όλα τα χαμόγελα της αυγής. Από τα φυλλώματά του πέρναγε το ίδιο φως που ποτίζει τους θάμνους των ψηφιδωτών του Τζαμιού των Ομεϋάδων στη Δαμασκό, ο ίδιος αγνός αέρας που μετατρέπει τους κήπους του Ικένο Ταϊγκά σ’ ένα στρόβιλο από κηλίδες, και που δεν ξαναβρίσκω σήμερα παρά μόνο στα τελευταία collages του Matisse.
Της ίδιας εποχής είναι ένας πίνακας, κι αυτός σε μεγάλο σχήμα, όπου ανάμεσα στο βόμβο του μελισσιού και τις βαριές μυρωδιές του καλοκαιριού θρονιάζει το αόρατο genius του μεσημεριού. Είναι ένα περιβόλι με κατάφορτα δέντρα που βαστάει την ανάσα του μέσα στο καμίνι. Όλη η ζωή είναι συγκεντρωμένη σε μια σειρά από απλωμένα χρωματιστά σεντόνια –παντιέρες του καλοκαιριού, θυρεοί του μεσημεριού. Δεν ξέρω πολλά έργα όπου τα χρώματα και τα πιο καθαρά ζωγραφικά μέσα να εκφράζουν τόσο αληθινά το βάρος της νηνεμίας και το θάνατο των σκιών: την πανική άμπωτη της ύπαρξης.
Αλλά η αγαπημένη ώρα του Γκίκα είναι το σούρουπο, η ώρα που ακόμα κι οι πέτρες γίνονται στοχαστικές. Μ’ αυτή την ώρα άρχισε την πορεία του ανάμεσα στις ρεματιές και τους βράχους του 1955. Ανάμεσα στο ηλιοβασίλεμα και το μισοσκόταδο ποτίζονται οι κήποι και η ψυχή ταξιδεύει. Στην αρχή, μέσα από τους μουντούς τόνους των βράχων, ξεχωρίζει την αληθινή δομή του τοπίου που τη φωτίζουν μερικές κηλίδες από καθυστερημένα ημερήσια χρώματα: τότε τα πράγματα –ένας μύλος, ένα γεφύρι, ένα πεζούλι, οι αναπόφευκτοι μαντρότοιχοι– ανάγονται στις ουσιαστικές τους γραμμές και κοιτάν τη θάλασσα. Όσο προχωράει το σύθαμπο, εμφανίζονται ονειρώδεις πολιτείες που χάνονται στο άπειρο, τα χρώματα παίρνουν τον τόνο της νοσταλγίας, το τοπίο φαίνεται μέσα από ένα μωσαϊκό. Τούτη την ώρα, το Ουσιώδες βρίσκεται πραγματικά πολύ περισσότερο ανάμεσα στα πράγματα παρά μέσα στα ίδια τα πράγματα. Αυτό το ξέραν πολύ καλά οι Κινέζοι (και σκέφτομαι ιδιαίτερα το μεγάλο Γιου-Κιέν που τόσα πολλά θα ʼχε να πει με τον Γκίκα), όταν χρησιμοποίησαν το κενό για να δείξουν την αλήθεια των πραγμάτων. Αλλά ο Γκίκας είναι πολύ Έλληνας για ν’ ακολουθήσει αυτό το Μονοπάτι (αυτό το Τάο που πολλοί τωρινοί ζωγράφοι το θεωρούν λεωφόρο για πολύ βιαστικούς αυτοκινητιστές). Ανάμεσα στα πράγματα θα βάλει το διάχυτο, το πετρώδες και το νευρώδες χώμα και θα του εμπιστευθεί όλους τους χυμούς της μέρας κι όλα τα ρίγη της νύχτας: η Γη ανοίγει τα μυστικά της την ώρα που την κρύβει η νύχτα.
Όταν έρχεται η νύχτα με τη βελούδινη περπατησιά της τίγρης, αρχίζει η αλχημεία των μετουσιώσεων. Μόλις τα μάτια συνηθίσουν στο σκοτάδι, βγαίνει στο φως η δεύτερη πατρίδα των χρωμάτων: δεν ξέρω πολλούς ζωγράφους που να ʼχουν δει τα χρώματα της ζέστης και της ηδονής της βαθιάς νύχτας με το προσεκτικό κι αφοσιωμένο μάτι του Γκίκα. Κάτω από το «Μπλε φεγγάρι», μια πόρτα ανοίγει και μπαίνουμε σ’ ένα κόσμο από ψιθύρους, χάδια και πνιχτά γέλια. Ένα-ένα πέφτουν τα φύλλα της νύχτας από το αόρατο δέντρο του κόσμου. Οι εραστές βγαίνουν στα μπαλκόνια, τα μπαλκόνια γίνονται κιθάρες, οι βεντάλιες παγώνια. Κι όταν έρθει το βαθύ βαθύ μεσονύχτι κι ερημώσουν οι δρόμοι, οι πολιτείες αρχίζουν και ταξιδεύουν κάτω από μυριάδες βλέφαρα. Οι υπνωτισμένες ταράτσες θα πάρουν από πίσω το γόητα με την ασημένια φλογέρα, τον αλήτη του Παρμενίδη με το «κλεμμένο φως»: σ’ αυτή την κρυσταλλένια πηγή θα παν να πιουν οι στέρνες.
Μετά θα ξημερώσει και θα ξαναρχίσει το πελώριο θαύμα. Η μέρα θα ʼρθει μ’ ένα πανέρι φραγκόσυκα. Το μεσημέρι θ’ αχνίσουν οι πέτρες. Στο σούρουπο θα δοθεί μια μάχη με φτερά, πούπουλα και χνούδια πάνω από τις ρεματιές. Θ’ ακουστούν επίσης φωνές από μακριά και θ’ ανοιχτούν οι βρύσες. Τη νύχτα θ’ αφεθούν ελεύθεροι οι δρόμοι, οι πλατείες, οι ταράτσες. Αργότερα το φεγγάρι θα σπάσει το τσόφλι του, θ’ ανοίξει τα φτερά του και θα κουρνιάσει στα χαλάσματα και στους βαθιούς κήπους. Κι η ρόδα αυτή δεν θα σταματήσει ποτέ. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Στους αιώνες των αιώνων.
Στις Ώρες που ξέρει ο Γκίκας, στους χώρους που μας ανοίγει, σε κάθε στιγμή και σε κάθε καμπή του δρόμου ο Παν μπορεί να προβάλει μπρος στον Φειδιππίδη.
[Δημοσιεύτηκε στον Ζυγό, τχ. 58/1960, σ. 23-30 και στη συνέχεια στον συλλογικό τόμο Η τέχνη του Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Ίκαρος, Αθήνα 1973.]
