«Ποτέ δεν πρόκειται να θυμηθούμε
τίποτα αν καθόμαστε στο ίδιο μέρος
περιμένοντας τις αναμνήσεις να μας
βρουν κατά βούληση! Οι αναμνήσεις
είναι σκορπισμένες σε όλο τον κόσμο.
Αν θέλουμε να τις βρούμε και να τις
βγάλουμε απ’ τις κρυψώνες τους,
πρέπει να ταξιδέψουμε!»
Milan Kundera
Οι σειρήνες ήχησαν ξαφνικά όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή – αι ειδοί του Ιουλίου. Αιφνιδιάζομαι. Τι ακούω;! Ξανάρθε εκείνη η μέρα. Απολαμβάνω τη δροσιά της πρωινής αύρας στο μπαλκόνι, πριν μας πλακώσει η κάψα του μεσημεριού. Οι σειρήνες με ταρακουνούν για να ανακαλέσω ένα γεγονός. Άραγε χρειάζομαι τη σειρήνα για να θυμηθώ πώς πρέπει να σκέφτομαι και τι να νιώθω για εκείνη τη μέρα; Να ’ναι τάχα ξυπνητήρι, που θα προκαλέσει φόβο, μετανιωμό, θυμό, κάλεσμα σε δράση; Ένα μακρόσυρτος και ηχηρός γόος της ιστορίας, που ενεργοποιείται από το κράτος, θυμίζοντάς μας την ευθραυστότητά του, την ανικανότητά του να κρατηθεί ενωμένο· άρα και τη δική μας ευαλωτότητα. Μήπως ο σκοπός του ήχου είναι να διασπείρει μιαν αίσθηση απώλειας και πένθους; Αισθάνομαι το ίδιο κάθε χρονιά που τον ακούω; Πώς αντηχεί η στιγμή στις ιστορίες των πηγαινέλα μας σ’ αυτό το νησί; Γεγονότα που μας ένωσαν και μας χώρισαν, μας μετατόπισαν, διά της βίας ή κατ’ επιλογήν. Οι ιστορίες ξαναπλάθονται και αναδιατυπώνονται μέσα από τα χρόνια.
Και γιατί δηλαδή τις ονομάζουν σειρήνες; Προσπαθώ να φανταστώ αν ο ήχος μοιάζει με τις αρχαίες Σειρήνες, οντότητες με μισό σώμα πουλιού και μισό σώμα γυναίκας, που με τη γλυκιά λαλιά τους παρέσερναν τους ναύτες στον θάνατο. Κάποιοι παραμυθάδες λένε πως εκείνες οι αρχαίες Σειρήνες γοούν επειδή δεν μπόρεσαν να σώσουν την Περσεφόνη από τον Κάτω Κόσμο. Το τραγούδι τους είναι απειλητικό, ακόμη και μοιραίο. Γιατί δεν τα κατάφεραν; Και πώς μπορούμε να φέρουμε πίσω την Περσεφόνη; Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρέπει να τη φέρουμε πίσω. Άραγε οι άνθρωποι φαντάζονται ότι οι μοντέρνες σειρήνες ηχούν όπως οι Σειρήνες που άκουσε ο Οδυσσέας; Γιατί ήταν τόσο σημαδιακή η στιγμή για εκείνον ώστε να επιμένει να τις ακούσει, δεμένος σε κατάρτι για να μην ενδώσει στον όλεθρο; Εκστασιάζεται, όμοια με χορευτή εκστατικού χορού. Πώς μεταμορφώθηκε ο Οδυσσέας όταν γλίτωσε από τον ήχο; Ίσως γι’ αυτό να πήγε στην Εσπερία αντί να μείνει στην πατρίδα του. Θα ακολουθούσα τα χνάρια του, πιστός στο πρόσταγμα plus ultra (πιο πέρα) αναζητώντας νέους Μεσογειακούς. Είναι σάμπως και η ψυχή μας αντιλαμβάνεται τα γεγονότα από τους ήχους που κάνουμε και τους ήχους που ακούμε. Βαθιά μέσα στη μνήμη μου βρίσκονται οι σειρήνες στις φυτείες ζαχαροκάλαμου των πρώην αποικιών της Καραϊβικής, με ιστορίες για σκλάβους και κούληδες, δείκτες ενός αυταρχικού καθεστώτος εργασίας με καθορισμένες εισόδους και εξόδους και εναλλαγές βάρδιας. Έπειτα θυμάμαι τις σειρήνες των περιπολικών στη Νέα Υόρκη, να διακόπτουν την ανεμελιά μας με μια διαπεραστική αίσθηση επείγοντος.
Ακούω γεγονότα σημαδεμένα από τύμπανα, καμπάνες, γκονγκ, κοχύλια, καλαμιές που πάλλονται στον άνεμο και ενεργοποιούν τη φαντασία με ήχους που γλιστρούν στον θολό τόπο της μνήμης. Οι φόβοι και οι λαχτάρες μας ταξιδεύουν με τον ήχο, οδηγώντας μας μέσα από την αγωνία, τη γαλήνη, την ανακούφιση ή μπορεί και τη λήθη προς τη σιωπή του απώτερου διαστήματος.
Δεν θα ξαναγίνω νέος. Αναστοχάζομαι τη γλυκόπικρη μελαγχολία του βίου, τη συμφιλίωση απόγνωσης και θριάμβου. Αν καμιά φορά η μνήμη μου με απατά, άλλες φορές με κατακλύζει και έχει μιαν αίσθηση φρεσκάδας σαν να τη βίωνα για πρώτη φορά. Γιατί να χρειάζομαι τις σειρήνες για να ανακαλέσω τις αναμνήσεις μου; Βρίσκομαι συνέχεια σε έναν θολό τόπο, κυκλωμένος από φαντάσματα που μουρμουρίζουν κουβέντες για βίαια γεγονότα, κατατεμαχισμένο χρόνο, θρυμματισμένα μέρη. Έναν τόπο διαρκούς κατακερματισμού που ποτέ δεν κατακάθεται σε ένα σημείο ή σε μια ιστορία. Το πραξικόπημα στις ειδούς του Ιουλίου, πριν από μισό αιώνα, που η ανάμνησή του αντηχεί στις σειρήνες αυτού του πρωινού. Το γεγονός θα εξαπολήσει μιαν εισβολή και έναν πόλεμο σε δύο φάσεις. Κι άλλος θάνατος, κι άλλος όλεθρος. Και ξανά ο ήχος των σειρήνων.
Άραγε επιστρέφουμε ποτέ; Και σε τι επιστρέφουμε; Κανένας τόπος δεν μένει ασάλευτος να σε περιμένει. Κανένας άνθρωπος, ακόμη κι αν το θέλει. Έλα όμως που τα πνεύματα μένουν πίσω και σου μιλούν σε γλώσσες αινιγματικές. Οφείλεις να ακούσεις προσεκτικά για να ξεδιαλύνεις, να αποκαλύψεις τη μελωδία ή τον ρυθμό που σε τραβά κοντά τους. Μπορούμε άραγε να αλλάξουμε σκοπό και να κληροδοτήσουμε γεγονότα με μιαν ανατροπή, έναν νέο σκοπό που θα φέρει στη ζωή μια καινούργια καμπή; Τι γράφουμε στα γράμματα που στέλνουμε στους δικούς μας; Τι μεταδίδουμε με τον λόγο; Τι είδους ιστορίες θα πω στον εγγονό μου, καθώς μπαίνει στον κόσμο μέσα στο εκκρεμές του χρόνου, γουργουρίζοντας, κακαρίζοντας, γελώντας πνιχτά; Οι Ιστορίες μου θα μεταμορφωθούν σε δικές του ιστορίες καθώς θα διαβαίνει το γραφτό του.
Την επόμενη μέρα δέχομαι τηλεφώνημα από την Ελένη, την ώρα που πίνω καφέ κάπου στην παλιά πόλη. Μου λέει ότι της τηλεφώνησαν αναπάντεχα από την επιτροπή ακίνητης περιουσίας, και ότι το όνομά μου βρίσκεται στη λίστα για την επόμενη παρτίδα αποζημιώσεων για γη που βρίσκεται στα κατεχόμενα. Η Ελένη είναι μια ιδιοσυγκρασιακή δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γνωριστήκαμε μέσα από τις λογοτεχνικές και κοινωνικές μας δραστηριότητες. Είναι τάχιστη στην έρευνά της, εκφράζει τη γνώμη της με ευθύτητα και μου δίνει ξεκάθαρες οδηγίες. «Θα σε έπαιρνα τηλέφωνο», είπα. «Μετά που άκουσα τις σειρήνες, πέρασε από το μυαλό μου η γη». Πέρασαν από το μυαλό μου ένα σωρό πράγματα. Αυτό δεν κάνουν πάντα; Ο ήχος των σειρήνων, αφυπνιστικός και απεγνωσμένος, σου θυμίζει, θες δεν θες, τον φόβο και τη δυσαρέσκειά σου, χωρίς υπόσχεση για το μέλλον. Η ζωή είναι τραγική και άδικη. Μήπως η ύβρις μάς έφερε ως εδώ; Σε τιμωρούν οι θεοί ή απονέμουν την ύστατη δίκη; Πότε θα καταφέρουμε να αφήσουμε τα πράγματα να κυλήσουν, να καθαρίσει ο δρόμος για νέες οδούς, νέα ανοίγματα; Τα χρόνια έχουν ασπρίσει τα μαλλιά μου κι ακόμη να συμφιλιωθώ με τα περασμένα, τις απώλειες και τις στοργές του παρελθόντος.
Η Ελένη μού λέει ότι εκκρεμούν κάποια πράγματα, αλλά ας δράσουμε άμεσα. Ήθελε να βάλει ένα τέλος στην υπόθεση. Γκρίζαρε κι εκείνη. Ακούστηκε να αδημονεί, όπως κι εγώ, να κλείσει η υπόθεση με την κατεχόμενη περιουσία μου, για να ολοκληρώσει κι εκείνη το έργο της με την επιτροπή. Έκανε ό,τι μπορούσε. Έχει δημοσιεύσει πολλά κείμενα για τις νομικές πτυχές του δικαιώματος απόκτησης περιουσίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είχε αναλάβει διάφορες αξιώσεις. Η δική μου υπόθεση θα ήταν η τελευταία. Ήταν έτοιμη να ασχοληθεί με άλλα πράγματα. Όμως η υπόθεση δεν είχε κλείσει ακόμη. «Όχι ακριβώς», είπε. «Πρέπει να ξαναπάς στον μουκτάρη». «Όχι πάλι στον μουκτάρη», γκρίνιαξα. Γιατί να θέλουν τη γνώμη του μουκτάρη, που βρίσκεται σε ένα κράτος το οποίο δεν αναγνωρίζουν καν; Εξάλλου, αυτοί οι μοντέρνοι μουκτάρηδες δεν ξέρουν πλέον κανέναν, πώς λοιπόν να μαρτυρήσουν για το ποιος είναι ποιος, και ποιος ο πάππος του. Το μουκταριλίκι είναι κατάλοιπο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έχω ήδη προβεί σε ένορκη δήλωση ότι το όνομά μου, καταχωρημένο στα ληξιαρχικά βιβλία με πολλαπλές παραλλαγές – στα ελληνικά ή με ρωμαϊκούς χαρακτήρες, τυπογραφημένο ή κακογραμμένο, ανορθόγραφο, μεταγεγραμμένο λανθασμένα – είναι δικό μου και με εκπροσωπεί. Υπάρχουν και άλλα ονόματα που επέλεξαν να μου αποδώσουν, και μου απέδωσαν, χωρίς να έχουν καταχωρηθεί ή καταγραφεί κάπου. Καλύτερα έτσι, για να μη χρειάζεται να δίνω εξηγήσεις και για εκείνα. Ούτε καν χρειάζεται να τα αποκαλύψω. Με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος. Προορίζονται αποκλειστικά για τους σκοπούς μου και τις ιστορίες μου. Σαν παραινέσεις που μου θυμίζουν ποιος ήμουν και ποιος μπορεί να γίνω. Ή αυτός που θα επινοήσω για να διανοίξω τη φαντασία μου προς τα ενδεχόμενα. Τώρα όμως είμαι αναγκασμένος να ξαναπαίξω θέατρο μπροστά σε έναν μουκτάρη προκειμένου να υπογράψει ότι είμαι ο ίδιος άνθρωπος, ανεξάρτητα αν το όνομά μου είναι γραμμένο με f ή με ph. «Γιατί δεν ρωτούν έναν φιλόλογο;» αναφώνησα εκνευρισμένος. «Θα τους εξηγήσει ότι η ελληνική γραφή μεταγράφεται με ρωμαϊκους χαρακτήρες ποικιλοτρόπως – και γιατί γίνεται αυτό». «Κάν’ το και άσε την γκρίνια» μου ανταπέδωσε εκείνη. «Φρόντισε να φέρεις άμεσα το χαρτί απ’ τον μουκτάρη, όση ώρα η επιτροπή μοιράζει χρήμα. Αν χάσεις την ευκαιρία, μπορεί να περάσουν χρόνια μέχρι να επικοινωνήσουν ξανά μαζί σου – μπορεί και να μην το κάνουν ποτέ. Θα προχωρήσουν με την επόμενη παρτίδα. Χιλιάδες σαν κι εσένα περιμένουν στη σειρά για αποζημίωση. Χτύπα όσο το σίδερο είναι ζεστό».
Αμήν. Ας είναι. Αναγκάζομαι να υποβάλω τον εαυτό μου σ’ άλλο ένα διαλογικό ζίου-ζίτσου για να ανακτήσω κάτι που μου έκλεψε η ιστορία. Αφήστε με να ρίξω το φταίξιμο στην ιστορία. Τι είναι η ιστορία για μένα και τι είμαι εγώ για την ιστορία; Πώς συναντιόμαστε; Ή μήπως πρέπει να χωριστούμε; Τι είδους ιστορικό ον είμαι; Μπορεί να είμαι ένα υπερκόσμιο πλάσμα που προσγειώθηκε σε αυτό το σημείο για έναν σκοπό ή ένα πεπρωμένο που μου διαφεύγει.
Υποτίθεται ότι ο μουκτάρης ξέρει ποιος είμαι και πού ανήκω. Μήπως πρέπει να του διηγηθώ το ταξίδι μου σε κάτω κόσμους και πάνω κόσμους και άλλους κόσμους ενδιαμέσως; Στα παλιά χρόνια, ο μουκτάρης μάλλον θα φόραγε φέσι και θα ήξερε ότι ήμουν ο γιος της Νίτσας, της μεγάλης κόρης του Χρυσόστομου, που ήταν ο τρίτος γιος του Δημήτρη, ο οποίος έπαιρνε με τα αδέλφια του το καράβι για τη Σμύρνη και εμπορεύονταν μετάξια. Θα ήξερε επίσης ότι ο Δημήτρης είχε αποκτήσει παιδί εκτός γάμου, θα ήξερε και κατιτίς για τη μοίρα του παιδιού. Τη σήμερον ημέρα οι μουκτάρηδες έχουν εξαντλήσει τον ρόλο τους. Δεν διαφέρουν σε τίποτα από πιστοποιούντα υπάλληλο. Έλα όμως που χρειάζεται να προσλάβουν κατ’ επίφαση τον ρόλο του αρχηγού της κοινότητας και να κτίσουν μιαν αίσθηση ανήκειν αναζητώντας κοινές γνωριμίες, έναν μίτο συγγένειας.
Ξεκίνησα πεζός για το σπίτι του μουκτάρη απέναντι από τις φυλακές στον Άγιο Ανδρέα. Βρισκόμουν ήδη στο ανατολικό κομμάτι της περιοχής, στην παλιά πόλη, κοντά στην Πύλη Πάφου. Οι Οθωμανοί είχαν μετατρέψει το όμορφο εκκλησάκι, κατάλοιπο από το παλάτι των Λουζινιάν, σε οπλοστάσιο, γι’ αυτό και η περιοχή ονομάστηκε Τοπ Χανέ. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετονομάστηκε Άγιος Ανδρέας, όταν η αναδυόμενη μεσαία τάξη απλώθηκε εκτός της παλιάς πόλης, δημιουργώντας μια κομψή αστική περιοχή γεμάτη σπίτια από κίτρινο ψαμμίτη, με πανέμορφους κήπους, δέντρα και σύδεντρα, γιακαράνδες, βουκαμβίλιες και ιβίσκους. Ο καλαίσθητος μοντερνισμός της μεσαίας τάξης του νέου κράτους θα ράγιζε και θα έσπαζε πολύ γρήγορα μετά τη δημιουργία του. Τα θεμέλια ήταν σαθρά. Αυτή η συνωστισμένη επίστρωση διαφορετικών εθνοτικών ομάδων, θρησκειών, ιεραρχιών, γλωσσών, σκορπισμένων και εκτοπισμένων, εισέρχονται και απέρχονται. Ο κόσμος ξεσηκώνεται ανά πάσα στιγμή, για το καλό του ή για το κακό του. Τα σύνορα αλλάζουν υφές, όπως και η πίστη μας στην ιστορία των γραπτών ή της μνήμης, και το σχήμα των πεποιθήσεών μας. Τώρα οι ταγκιές μυρωδιές που αναδίδουν τα ασιατικά μπακάλικα και τα φαγάδικα που είναι διάσπαρτα στην περιοχή μού ξυπνούν μιαν άλλη νοσταλγία. Πολλοί Καθολικοί μετανάστες από την Ασία έχουν βρει τον δικό τους τόπο λατρείας στην εκκλησία των Λατίνων. Παραδίπλα, η οδός Βικτωρίας των Εγγλέζων, κρυμμένη και παγιδευμένη πίσω από τοίχο στη νεκρή ζώνη. Παλιά μπορούσες να δεις τα κομψά σπίτια, ερημωμένα, μέσα από μια τρύπα στον τοίχο. Τώρα δεν βρίσκω την τρύπα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η Αρμένικη γειτονιά, που σκορπίστηκε μετά τη βία του 1963, και πολλά κτήρια, ένα κοιμητήριο και μια εκκλησία, παγιδεύτηκαν στη νεκρή ζώνη.
Ζούμε μέσα σε διαφορετικές χρονικότητες την ίδια στιγμή, και πολύ συχνά δεν ξέρω σε ποιον καιρό βρίσκομαι. Πότε είμαι εκτός χρόνου και πότε εντός. Αυτή τη στιγμή πρέπει να επιλύσω τον εμφύλιο ανάμεσα στο ph και το f κι όταν το κάνω θα είμαι ένα βήμα πιο κοντά στο γέμισμα των ρωγμών που ανοίγουν όταν τα πάντα γίνονται κομμάτια. Τουλάχιστον αυτό ήλπιζα, αυτό πίστευα. Τέτοιες σκέψεις έκανα καθ’ οδόν προς το σπίτι του μουκτάρη. Υπέγραψε χωρίς πολλά-πολλά. Εκτός από μια σύντομη ανταλλαγή φιλοφρονήσεων, δεν χρειάστηκε να διηγηθώ καμία εκδοχή της ιστορίας της ζωής μου. Η επιτροπή ακίνητης περιουσίας αποδέχτηκε χωρίς ερωτήσεις τη μαρτυρία. Προφανώς, αυτή τη φορά ήταν επιτέλους έτοιμοι να σφραγίσουν τη συμφωνία, και μου έδωσαν ημερομηνία για την τελική μεταβίβαση. Η ημερομηνία έπεφτε μετά τις σειρήνες του Αυγούστου. Άραγε ήταν σημαδιακή η σύμπτωση ή τυχαία;
Όλα τον Αύγουστο γίνονται. Η ιστορία κάνει στροφές και τραβάμε άλλους δρόμους. Μυρίζουμε τη βαρβαρότητα του πολέμου. Ονειρευόμαστε και λιώνουμε πάνω στα δώματα, χαζεύοντας τους διάττοντες αστέρες. Μουλιάζουμε για ώρες μέσα στη θάλασσα. Κοιτάμε τα σύννεφα σαν τους βοσκούς για να προβλέψουμε τις βροχές του χρόνου. Η Ελένη βρισκόταν σε ελληνικό νησί. «Να είσαι στην ώρα σου», μου είπε. «Δεν χρειάζεσαι την παρουσία μου. Όλα τα έγγραφα είναι έτοιμα για υπογραφή». Φόρεσα τα άσπρα μου λινά και προσπάθησα να παραμείνω κομψός και άνετος αυτή την αποπνικτική αυγουστιάτικη μέρα.
Ανεβαίνω τις σκάλες και συναντώ τον δραγουμάνο, που με υποδέχεται με φροντισμένα ελληνικά, όχι τα κυπριακά που μιλούσαν οι παλιοί Τουρκοκύπριοι. Με τη δέουσα χάρη με συστήνει στην επιτροπή, δικηγόρους και δημόσιους υπαλλήλους που μετροφυλλούν μια δέσμη εγγράφων, τα οποία θα μου ζητήσουν να μονογραφήσω και να υπογράψω. Μου εξηγεί τι λένε τα έγγραφα ένα-ένα και κοντοστέκεται μπροστά στη λέξη salzic. «Κάτι σαν δέντρα», λέει διστακτικά. Τον διορθώνω. Δεν θυμάμαι να έχω ξανασυναντήσει τη λέξη salzic, αλλά καταλαβαίνω αμέσως τι σημαίνει. Κάτι μέσα μου φουσκώνει και η ανάμνηση με κατακλύζει ορμητικά σαν παλιρροϊκό κύμα. «Όχι, όχι δέντρα. Salzic σημαίνει καλαμιές», του λέω. «Είναι ένα χωράφι με καλαμιές». Του εξηγώ. Στα αρχαία ελληνικά «κάλαμος». Η λέξη έχει ταξιδέψει σε μήκη και πλάτη, μέσα από αρχαίους γραμματικούς που χρησιμοποιούσαν καλάμια για να γράφουν: qalam στα αραβικά και τα περσικά, που έγινε kalem στα τούρκικα. Με θυμάμαι παιδί, πέντε ή έξι χρόνων, να κρύβομαι ανάμεσα στις καλαμιές. Του εξηγώ. Μύριζα τη θάλασσα, την αφουγκραζόμουν, του λέω. Τα μέλη της επιτροπής χαμογελούν με έκπληξη και περιέργεια. Ξεκινώ να διαβάζω στα γρήγορα κάθε κόλλα από αυτή τη δέσμη εγγράφων που συγκεντρώναμε εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία, μέχρι να φτάσουμε σε αυτόν τον «φιλικό διακανονισμό» όπως τον ονόμασαν, μονογραφώντας κάθε σελίδα. «Μη βιάζεσαι», λέει ο δραγουμάνος. «Ξέρω τι γράφει», του απαντώ. «Ben de bir sair ve ben de bir tercuman». Πώς λες «Είμαι ανάμεσα στις καλαμιές;» «Sazliksarin arasinda». Θυμάμαι τη συγκομιδή της πατάτας. Η Κουλλού και η Λευκού με φώναζαν: «Έλα μαζί μας γιόκα μου, έλα Στεφουλλή». Έλα να μυρίσεις τη θάλασσα. Έτρεχα προς το μέρος τους και με σήκωναν ψηλά μέσα στο κάρο, που σιγοκυλούσε με τροχούς που έτριζαν αργά. Ο χρόνος μένει σχεδόν ασάλευτος σαν να βυθίζεται προς στιγμή σε βαθύ διαλογισμό. Πέρα απ’ τα πατατοχώραφα, η θάλασσα με περίμενε βουίζοντας, κεντρίζοντας. Τι σόι πλάσμα ήταν αυτή η θάλασσα που είχε ξεπετάξει νησιά, βαθιά μέσα απ’ τα σωθικά της;
Απομακρύνθηκα από την επιτροπή ακίνητης ιδιοκτησίας με έναν καλαμιώνα να πλέει μέσα στο μυαλό μου, και θυμήθηκα άλλους νησιώτες γραμματικούς που άκουγαν τον κόσμο να συρίζει και να περιδινείται αναπάντεχα, καθώς λικνίζεται ο άνεμος ανάμεσα στις καλαμιές: W.B. Yeats και Grazia Deledda, από την Ιρλανδία και τη Σαρδηνία, The Wind Among the Reeds, Canne al Vento. Ακούω με προσοχή τα φαντάσματά μου, όπως αναστοχάζομαι το μυστήριο της ψυχής που είναι παγιδευμένη σε αυτό το θνητό σώμα, προσπαθώντας να εξοικειωθεί με τη φθορά και την απώλεια. Τι σόι δοχείο είναι αυτό το αεικίνητο σώμα που πάντα μεταμορφώνεται μέσα από διαφορετικούς τρόπους και ρυθμούς; Και τι συμβαίνει όταν αναχωρήσει και αφήσει την ψυχή στην ησυχία της; Όπως στοχάστηκε και ο σεβαστός Ιρλανδός ποιητής: «Πόσο στ’ αλήθεια ευτελής ο γέροντας… εκτός κι αν η ψυχή χειροκροτήσει άδοντας». Κι όλο ονειρεύομαι εξιστορήσεις στο μεταίχμιο ιστορίας και παραδείσου. Ανάμεσα στο εδώ, το εκεί και το πέρα. Μεταξύ νυν και αεί.
⸙⸙⸙
[Μετάφραση από τα αγγλικά: Δέσποινα Πυρκεττή. Το κείμενο είναι απόσπασμα από vollengsdungsroman με τίτλο εργασίας Η θάλασσα με θυμάται.]

