Αισχύλου Χοηφόρες. Μτφρ. Κ.Χ. Μύρης. Χφο, 64σ., 1987. | ΜΙΕΤ, Αρχεία Παραστατικών Τεχνών ΕΛΙΑ | Αρχείο Κώστα Γεωργουσόπουλου

Αναστάσης Βιστωνίτης

Ο μεταφραστής ως σπουδαίος ποιητής

Δεν μπορώ να φανταστώ πότε και ποιος θ’ αναλάβει να συγκεντρώσει και να ταξινομήσει το τεράστιο έργο που άφησε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος. Ούτε και πόσος χρόνος απαιτείται για ν’ αποτιμηθεί. Έργο πολυσχιδές, ευρέως φάσματος, από έναν συγγραφέα που αφιέρωσε τη ζωή του στο θέατρο και στα Γράμματα. Θυμάμαι με τι προσμονή, στην αρχή της δεκαετίας του 1970, περίμενα να διαβάσω κάθε Κυριακή την θεατρική του κριτική στο Βήμα, όπου κατεδάφιζε τις άθλιες παραστάσεις της εποχής. Θυμάμαι ακόμη και τα όσα έγραφε για διάφορους υπερτιμημένους πρωταγωνιστές του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ο Γεωργουσόπουλος δεν «μασούσε» τα λόγια του. Κι εννιά φορές στις δέκα είχε δίκιο.

 Θα μείνω, σε τούτο το κείμενο, μόνο στις μεταφράσεις του από το αρχαίο δράμα. Κι από αυτές στην Ορέστεια, ένα βιβλίο που το κρατώ μόνιμα στο γραφείο μου και δεν ξέρω πόσες φορές το έχω διαβάσει. Ο ίδιος είχε πει ότι αποφάσισε να μεταφράσει αρχαίο δράμα όταν συνειδητοποίησε ότι ως ποιητής δεν θα γινόταν Ελύτης. Ομολογία από αυτές που πολύ σπάνια τις ακούς. Σεμνότητα; Αυτογνωσία; Και τα δύο; Θα το πω, ωστόσο, αλλιώς: ο Γεωργουσόπουλος ως μεταφραστής αναδεικνύεται σε σπουδαίο ποιητή.

 Αναφέρομαι σε αυτό το έργο όχι τόσο για τον άψογο θεατρικό του λόγο όσο για τη μεγάλη του ποίηση που ο Γεωργουσόπουλος τη μετέφερε στα Νέα Ελληνικά με τρόπο ανεπανάληπτο. Σε όλες σχεδόν τις μεταφράσεις αρχαίων έργων το μεταφρασμένο κείμενο είναι εκτενέστερο από το πρωτότυπο. Ο Γεωργουσόπουλος, ωστόσο, κατάφερε το σχεδόν αδύνατο. Στην Ορέστεια όχι μόνο να μη διαφέρουν μεταξύ τους στο μέγεθος αλλά η μετάφρασή του να έχει τον ίδιο αριθμό στίχων με το πρωτότυπο, χωρίς πουθενά ν’ αλλοιώνεται το νόημα. Όμως για μένα, ειδικά εδώ, αναδεικνύεται κατά τρόπο εξαίσιο η μεγαλειώδης ποίηση –αλλά και η ποιητική– της αρχαιότητας. Είναι εύκολο να το διαπιστώσει ο αναγνώστης, αφού δίπλα στο μεταφρασμένο κείμενο υπάρχει και το κείμενο του Αισχύλου.

 Ο ελεύθερος στίχος του Γεωργουσόπουλου βρίσκεται πολύ κοντά όχι μόνο στο πνεύμα αλλά και στο γράμμα του πρωτοτύπου. Δεν λέω τίποτε νέο, βέβαια. Φαντάζομαι μόνο τη χαρά του σκηνοθέτη που θέλει ν’ ανεβάσει την αισχύλεια τραγωδία, όταν έχει στα χέρια του ένα τέτοιο κείμενο. Και δεν νομίζω ότι θα υπερέβαλλα αν έλεγα πως η μετάφραση του Γεωργουσόπουλου είναι κι ένα δοξαστικό της ελληνικής γλώσσας. Τολμώ μάλιστα να ισχυριστώ ότι διαβάζοντάς την κανείς νιώθει το ίδιο ρίγος που τον συνεπαίρνει όταν παρακολουθεί την παράσταση του έργου – υπό την προϋπόθεση, φυσικά, ότι η παράσταση είναι καλή. Και στη «θεατρικότητά» της (αν μου επιτρέπεται) παίζει πολύ μεγαλύτερο ρόλο απ’ όσο φαντάζεται κανείς.

 Διαβάζοντας την Ορέστεια μπορείς να «φανταστείς» τους πρωταγωνιστές της. Να τους δεις να περνούν από μπροστά σου ανέγγιχτοι από τον χρόνο. Πρόσωπα που ενσαρκώνουν τη μεγάλη ποίηση, στην οποία χρόνος δεν υπάρχει, μεταφέροντας το ρίγος της αιωνιότητας. Κι αυτό δεν συμβαίνει, πιστεύω, αποκλειστικά σ’ εμένα. Ο Γεωργουσόπουλος δεν είναι μόνο άριστος μεταφραστής και γνώστης της θεατρικής τέχνης. Είναι κι ο παθιασμένος μάρτυρας που διεισδύει στα βαθύτερα κοιτάσματα της ελληνικής γλώσσας, της απίστευτης μεταφυσικής και του πάθους της, της υψηλής της φόρτισης (της ποίησής της δηλαδή), όπου ο λόγος αναδεικνύεται στο ύψιστο επίπεδο της διπλοσημίας του: ως ομιλία και ως αιτία των πραγμάτων.

 Λέμε συχνά ότι η μετάφραση είναι ο καλύτερος τρόπος ανάγνωσης ενός έργου. Η μετάφραση όμως της Ορέστειας δεν είναι μόνο –ή δεν είναι τόσο– αυτό. Συνιστά δημιουργικό βίωμα του Γεωργουσόπουλου, που μεταφέρεται στο εσωτερικό της ελληνικής γλώσσας κι αποδεικνύει με τη μεταφορά αυτή το διαχρονικό της μεγαλείο καθώς μετατοπίζεται (αρχετυπικά, θα έλεγα) μέσα στους αιώνες.

 Ο Γιάν Κοτ έγραψε εκείνη την κλασική, πλέον, μελέτη με τίτλο Σαίξπηρ ο σύγχρονός μας ερευνώντας τ’ αποτυπώματα και τις επιδράσεις του Βάρδου στα έργα του 20ού αιώνα. Μα αν είναι μια φορά σύγχρονος ο Σαίξπηρ, ο Αισχύλος είναι για μας –κι όχι μόνο– δύο φορές πιο σύγχρονος. Αυτό ισχύει, φυσικά, για όλο το αρχαίο δράμα, όμως ο Αισχύλος είναι το αρχέτυπο.

 Πολλές φορές διαβάζοντας την Ορέστεια μου έρχονται στον νου δύο μείζονες ποιητές μας της σύγχρονης εποχής: ο Ρίτσος και ο Σεφέρης. Τι άλλο είναι λ.χ. η αρχόντισσα στο Νεκρό σπίτι του πρώτου από μια νεώτερη Κλυταιμνήστρα; Το Νεκρό σπίτι για μένα είναι το κορυφαίο έργο της Τέταρτης διάστασης, ανώτερο κι από την πασίγνωστη Σονάτα του σεληνόφωτος – αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Όσο για τον Σεφέρη, η επίδραση είναι εμφανέστερη. Πολύ σημαντικότερη, κατά τη γνώμη μου, από την επίδραση του Έλιοτ. Υπάρχει, για παράδειγμα, πολύς Αισχύλος (μαζί με τον μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας) στο Μυθιστόρημα, όπως και αλλού. Θα ήταν όμως τεράστιο σφάλμα αν ψάχναμε για σεφερικά «πατήματα» στη μετάφραση της Ορέστειας από τον Γεωργουσόπουλο· απλούστατα, επειδή δεν υπάρχουν.

 Κάποια πράγματα θα έπρεπε να τα πούμε νωρίτερα. Αναρωτιέμαι λοιπόν, τώρα που ο Γεωργουσόπουλος δεν βρίσκεται ανάμεσα μας, πόσοι από τους νεώτερους που γράφουν ποίηση έχουν διαβάσει τη μετάφρασή του της Ορέστειας; Ελάχιστοι, φοβάμαι. Δεν θέλω να προβώ σε άδικες κρίσεις αλλά μ’ ενοχλούν οι επιεικώς αφελείς συζητήσεις περί «αριστερής μελαγχολίας» και οι συναφείς – και πιο πολύ ότι αγνοείται η απαράμιλλη παγκόσμια σημασία της ελληνικής παράδοσης που οι μείζονες ποιητές του νεώτερου ελληνισμού την ανέδειξαν, μεταμορφώνοντάς την, κάποτε, στο δικό τους έργο.

 Σε όσους είναι ή θέλουν να γίνουν αληθινοί ποιητές και διαβάσουν τον Αισχύλο, θα αλλάξει μέσα τους κι ο ρυθμός του κόσμου. Γιατί στον Αισχύλο θα βρουν τα πάντα: Σε τι διαφέρουν λ.χ. οι εικόνες των υπερρεαλιστών από τα αισχύλεια «σαγόνια της φωτιάς» ή το «μεγάλο βόδι μου πατάει τη γλώσσα»; Τι μαγικά πράγματα έκανε εκείνος ο μεγαλοφυής πριν από είκοσι πέντε αιώνες που να τα θεωρήσουμε συγκρίσιμα με τα όσα γράφονται την σήμερον ημέραν; Και ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι χειρίστηκε τη συναισθησία, την αλληγορία ή τη μεταφορά καλύτερα από τον Αισχύλο;

 Διαβάστε, θα έλεγα, αγαπητοί φίλοι, ακόμη κι αν δεν μπορείτε στο πρωτότυπο, την Ορέστεια μεταφρασμένη από τον Γεωργουσόπουλο, έστω και μ’ ένα λεξικό δίπλα σας, για να θαυμάσετε και ν’ απολαύσετε τη θαυμαστή συνάφεια πρωτοτύπου και μετάφρασης· πριν πάτε και στις υπόλοιπες τραγωδίες που μετέφρασε ο Γεωργουσόπουλος. Για να μπείτε στα βαθύτερα κοιτάσματα του ψυχικού σας κόσμου, αφήνοντας κατά μέρος τα επιφαινόμενά του που σας μοιάζουν «πιασάρικα».

 Έμεινα μόνο –και για λίγο– στο μεγάλο μεταφραστικό έργο του Γεωργουσόπουλου. Κάποτε ο Ιάννης Ξενάκης έλεγε πως η αρχαία τραγωδία οφείλει να ανεβαίνει στο θέατρο μόνο στο πρωτότυπο. Ο μεταφραστής Γεωργουσόπουλος τον διαψεύδει. Η προσέγγιση της αρχαιότητας από τον Ξενάκη είναι μοντερνιστική. Ενδιαφέρουσα μεν, αλλά ως εκεί. Ο Γεωργουσόπουλος όμως μεταφράζοντας αρχαία τραγωδία «διαβάζει» την Ελλάδα – και κατ’ επέκταση τον κόσμο. Με ασύγκριτο πάθος, που τον διέκρινε και σε όσα άλλα κείμενά του σχολίαζε τα καλά και τα κακά της χώρας στην οποία ζούμε· που την αγαπούσε, που την πονούσε και την αποτύπωσε σε όσα μας άφησε· και στα μείζονα και στα ελάσσονα. Θα μας λείψει.

Κύλιση στην κορυφή