Το ταξίδι από την αποικία διήρκεσε εννέα μήνες. Όμως γι’ αυτούς δεν ήταν πλέον αποικία αλλά πατρίδα, γιατί στο χώμα του πλανήτη είχανε θάψει τους νεκρούς τους. Πρόφτασαν μέσα σ’ αυτούς τους μήνες να φανταστούν τι θα ’βρισκαν, να το ονειρευτούν, να το ποθήσουν κι ας μην το έζησαν ποτέ· ως και να νιώσουν νοσταλγία, ακόμα, για ό,τι προσωρινά είχαν αφήσει πίσω· για τον νεκρό πλανήτη με τις ερήμους, τα γυμνά βουνά και τις περίκλειστες νησίδες ζωής: τις πόλεις τους. Ξεκίνησαν σαν μία μόνο πόλη, κι αυτή μικρή, 512 άνθρωποι μονάχα· και τώρα ήταν εφτά: η καθεμία, ανάλογα, με χίλιους, χίλιους πεντακόσιους, ως κι οχτώ χιλιάδες η πιο μεγάλη. Ο εποικισμός της ερημιάς ήταν εξαρχής, και θα ήταν, η μεγάλη πρόκληση. Λίγο λίγο… Μα, ολοένα και πιο γρήγορα, όσο βαθύτερα αφομοίωναν τον πλανήτη και μέσα τους κάτι ταυτιζόταν τόσο με τις ερήμους του και τα βουνά του, που οι νεότεροι ό,τι κι αν μάθαιναν αισθάνονταν παρ’ όλα αυτά ότι δεν είχε ποτέ υπάρξει άλλο τίποτα, πλην του νεκρού πλανήτη: της τωρινής παντοτινής τους γης. Νιώθοντάς τον βαθιά μέσα τους, μπορούσαν πλέον, πιο εύκολα, να τον αλλάξουν.
Όμως οι ταξιδιώτες στο σκάφος ήταν γεροντότεροι, πάνω από εκατόν είκοσι χρονών όλοι, και εκατόν πενήντα δύο ο πιο μεγάλος, και θυμούνταν ακόμα ιστορίες σαν να τις είχανε ζήσει, κι ας ήταν διηγήσεις μόνο. Έτσι, αποφάσισαν το ταξίδι, παρακινημένοι από μια μελαγχολική λαχτάρα για ό,τι δεν είχε υπάρξει, για κείνους, ποτέ. Το ονειρεύονταν, το φαντάζονταν, και ταξίδευαν…
❧
Είχαν αφήσει το σκάφος, που τώρα φαινόταν τοσοδά στον ορίζοντα πίσω τους, και γύρω τους απλώνονταν χαλάσματα που τα ’χανε πνίξει τα δέντρα, τα βάτα, τα αγριόχορτα. Απ’ τα παράθυρά τους έβγαιναν κλαριά· ο θόλος των δέντρων ήτανε πια σκεπή στα γκρεμίσματα, που ειδάλλως έχασκαν κάτω απ’ τον ουρανό ꟷ έναν ουρανό γαλάζιο, και συννεφιασμένο εδώ κι εκεί. Πουλιά πετούσαν γύρω. Πουλιά! Και στις λιθοσουριές και μες στα χόρτα ακουγόταν το σούσουρο από σαύρες, μικρά ζώα…
Τα βήματά τους ήταν το βήμα του προσκυνητή, εκείνου που πατάει στο χώμα με έγνοια, μ’ ένα δέος ίσως. Πού και πού θα ’σκυβε κάποιος, θα έπιανε λίγο χώμα, θα το έτριβε ανάμεσα στα δάχτυλά του. Μπορεί να έκοβε ένα φυλλαράκι, ένα άγανο· να το κοιτούσε έπειτα, να το ένιωθε.
Κάτι, όμως, λίγο λίγο σαν να τους βάρυνε. Κοίταγαν γύρω τους αυτήν την πλησμονή από ζωή, κι αισθάνθηκαν μια νοσταλγία, τώρα, βαθύτερη από εκείνη των ονείρων που τους είχαν κάνει να καταστρώσουν τούτο το ταξίδι.
Μια νοσταλγία για την έρημο όπου τίποτε δεν φύτρωνε και σ’ αυτήν τίποτε δεν φώλιαζε· για τα γυμνά βουνά, τον άδειο ουρανό.
Η ματιά τους, τώρα, λες και σκάλωνε σε κάθε κλαδί και χάλασμα, και πάλευαν για να την ξεσκαλώσουν.
Έτσι, αφού είχαν δει τόσα, που δεν άντεχαν πια να δούνε άλλο, γύρισαν πίσω.
❧
Στεκόταν ασάλευτος, με τα μάτια σκιασμένα με το χέρι του. Για λίγο είχε φοβηθεί, όταν τους άκουσε και τους είδε από μακριά. Ήξερε από πού θα ’ρχονταν, και τι λαχτάρα μπορεί ίσως να τους είχε οδηγήσει ως εδώ. Κι αν βάθαινε αυτή η λαχτάρα, που στο ταξίδι τους δεν θα ’ταν, ακόμα, παρά όνειρο μονάχα; Αν έβλεπαν το πουλί να πετάει κι άκουγαν το χόρτο και το φύλλο να θροΐζουν στον άνεμο· αν μύριζαν το ξερό στάχυ, το χώμα, και το έπαιρναν απόφαση να μείνουν; Αν; Τότε;
Τους είδε όμως με ανακούφιση, ύστερα, που χάθηκαν ψηλά· έσκυψε έπειτα για να μυρίσει ένα κλωνάρι μέντας, κι έπιασε το τσαπί του.

