Κώστας Λυμπουρής

Ο νέος Ερωτόκριτος

  Στη μνήμη του Μιχάλη Πιερή

Ο Ψαραντώνης θα εμφανιζόταν για άλλη μια φορά στην «Αξιοθέα», για να ερμηνεύσει τον «Ερωτόκριτο» κι εγώ ούτε που διανοούμουν ν’ αφήσω την ευκαιρία αναξιοποίητη. Συγκαταλεγόμουν, εδώ και πολλά χρόνια, ανάμεσα στο πιστό κοινό του. Αυτή τη φορά μάλιστα, θα ήμουν εκεί, παρά τα προβλήματα με τη γριά μάνα μου. Το μεσημέρι, που την είχα επισκεφτεί, δεν μου φάνηκε καλά. Συνεννοήθηκα, λοιπόν, με την οικιακή βοηθό να με πάρει οπωσδήποτε στο τηλέφωνο, αν συνέβαινε κάτι. Μάλιστα, προκειμένου να βρίσκομαι σε ετοιμότητα, κάθισα στην πρώτη σειρά της κερκίδας, άκρη-άκρη, όσο πιο κοντά στην έξοδο.

Στις 8.30 μ.μ, ώρα έναρξης της παράστασης, είδα την κλήση. Ένιωσα μια ανησυχία, ταυτόχρονα, όμως, σκέφτηκα πως θα μπορούσα να βγω για λίγο, ελπίζοντας να μην ήταν κάτι σοβαρό και υπολογίζοντας ότι το λεγόμενο «ακαδημαϊκό τέταρτο» συνήθως ίσχυε.

Βγήκα στον δρόμο και τηλεφώνησα πίσω. Ευτυχώς, η κοπέλα θέλησε μόνο να με ρωτήσει για ένα φάρμακο. Η κατάσταση της μάνας μου ήταν όπως την είχα αφήσει. Η όλη συνομιλία μας δεν κράτησε περισσότερο από ένα λεπτό.

Γυρνώντας, είδα «κουλουριασμένο» στον «παραστατό», –έτσι λέμε στην Κύπρο την «κάσα» της ξύλινης εισόδου–, ένα αγόρι. Τον ρώτησα τι έκανε εκεί, αν και ήταν ολοφάνερο πως είχε πάρει θέση για ν’ ακούσει τη συναυλία.

– Απαγορεύεται, κύριε; με ρώτησε λιγάκι φοβισμένος.

– Δεν νομίζω, άλλωστε δεν είμαι υπεύθυνο άτομο για να σου απαντήσω.

Και πρόσθεσα: «Σου αρέσει ο Ψαραντώνης; Τούτος έσιει παράξενην φωνήν. Τον έχεις ξανακούσει;»

Ο μικρός έδειχνε να είχε αναθαρρήσει. Και μου είπε, με ένα περήφανο ύφος, πως τον ήξερε και του άρεσε πολύ. Τον άκουγε από το σπίτι του στις προηγούμενές του συναυλίες, έτσι όπως η φωνή του απλωνόταν σ’ ολόκληρη τη γειτονιά.

Ταυτόχρονα, από το βάθος του στενού δρόμου, ακούστηκε δυνατή γυναικεία φωνή:

– Γιαννάκη, Γιαννάκη, πού είσαι πάλι; Έλα αμέσως στο σπίτι.

Την ίδια στιγμή είδαμε να φτάνει κοντά μας μεγαλόσωμος άντρας. Το βλέμμα του εστιαζόταν στο παιδί, το οποίο προφανώς ήρθε για να περιμαζέψει. Εμένα ούτε μου είχε δώσει σημασία. Παρόλα αυτά, δεν ξέρω πώς μου ήρθε, ρώτησα:

– Είσαστε ο πατέρας του;

– Τζιαι εσέναν, τι σε κόφτει;, εισέπραξα την καθόλου ευγενική απάντηση. Και συνέχισε: Όι, ο πατέρας του έν άλλος, κάποιος δικός σας που εξαφανίστηκεν. Εγιώ είμαι Ρουμάνος τζιαι η μάνα του Βουλγάρα. Τωρά είμαι μαζίν της. Φωνάζει, γιατί έσιει να φροντίσει δκυο ακόμα μικρότερα κοπελλούθκια.

Ωστόσο, είπα να επιμένω:

– Αφού θέλει ν’ ακούσει τη συναυλία, μπορώ να τον πάρω μαζί μου;

– Μα εμείς, κύριε, εν έχουμε λεφτά για τέθκοια πράματα. Τζιαι πού ξέρω εγιώ με ποιον έν να πάει έναν κοπελλούιν έντεκα χρονών;

– Θα είναι μαζί μου –τζιαι με πολλύν κόσμο– μόνον για μιαν ώραν. Φυσικά το εισιτήριό του θα το πληρώσω εγώ. Επιπλέον, θα βοηθήσω τζιαι την οικογένειαν.

Λέγοντας αυτά έβαλα το χέρι στην τσέπη κι έβγαλα ένα πενηντάρι. Με κοίταξε, σαν να ήμουν ένα περίεργο ον, μα τελικά το πήρε.

– Εντάξει, σε μιαν ώραν εν να ’μαι δαμαί, για να τον πάρω. Πώς σε λένε, αν γινεί κάτι να σε ζητήσω;

Του είπα τ’ όνομά μου και την παλιά μου ιδιότητα –καθηγητής στο γυμνάσιο– κάτι που φαίνεται ότι προκάλεσε εντύπωση στον ίδιο, μα και στο παιδί.

Ο Γιαννάκης έκατσε ακριβώς δίπλα μου στο πρώτο σκαλί του διαδρόμου. Έδειχνε, μάλιστα, ν’ αδημονούσε πότε θ’ άρχιζε η παράσταση. Στις 8.45 μ.μ εμφανίστηκε ο Διευθυντής του Πολιτιστικού Κέντρου, Μιχάλης Πιερής, και είπε, ανάμεσα σε άλλα, ότι ήταν τιμή που το Πανεπιστήμιο Κύπρου φιλοξενούσε για άλλη μια φορά τον μεγάλο αυτόν καλλιτέχνη, ο οποίος θα ερμήνευε ένα από τα πιο εμβληματικά έργα του Ελληνικού Πολιτισμού.

Λίγα εισαγωγικά λόγια ήταν. Μα, ο Γιαννάκης άρχισε να δυσανασχετεί:

– Εν να μιλά πολλήν ώραν τούτος;

Τον διαβεβαίωσα πως όχι, όπου να ’ναι θ’ άρχιζε ο Ψαραντώνης.

Στη θέα του τραγουδιστή –με τα πυκνά γκριζόασπρα γένια και τα πλούσια ατημέλητα σγουρά μαλλιά, μια εικόνα ασυνήθιστης, άγριας ομορφιάς– ο Γιαννάκης άνοιξε τις ματάρες του. Παρακολουθούσε με απόλυτη προσοχή κάθε του κίνηση και την ώρα που ο Ψαραντώνης έσυρε στη λύρα τις πρώτες δοξαριές κι άρχισε το τραγούδι ο μικρός έμοιαζε πια σαν μαγεμένος.

Του κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν

Και του Καιρού που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν

Κι εγώ ακόμα που λογάριαζα πως ήμουν πιο εξοικειωμένος, ένιωσα πάλι εκείνη τη μοναδική μαγεία. Ο ξεχωριστός καλλιτέχνης έκανε μια ιδιαίτερη ερμηνεία. Με την πρώτη φράση, ο ήχος λες και βγήκε από τα βάθη μιας μεγάλης σπηλιάς. Απόρησα ακόμα για άλλη μια φορά από το γεγονός ότι δεν φάνηκε να παίρνει καμιά ανάσα. Από πού ερχόταν αυτή η φωνή και πού πήγαινε; Στον δεύτερο στίχο ο Ψαραντώνης κατέβασε τον τόνο, κάνοντάς τον εντελώς κουβεντιαστό-αφηγηματικό, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα ο καθένας μας να νιώσει ότι απευθυνόταν στον ίδιο εντελώς προσωπικά. Ο Γιαννάκης ήταν πια αλλού. Τόσο είχε, μάλιστα, συνεπαρθεί, που όταν μια κυρία ακριβώς πίσω μας σχολίασε κάτι, γύρισε και με ύφος αυστηρά επιτιμητικό της έγνεψε να μη μιλά!

Τέλειωσε η παράσταση –πήρε παραπάνω από ώρα– και πήγαμε μαζί να συγχαρούμε τον καλλιτέχνη και τον Διευθυντή. Ο Ψαραντώνης χάιδεψε τον Γιαννάκη στο κεφάλι κι εγώ με δυο-τρεις μόνο κουβέντες ενημέρωσα τον Πιερή για τον μικρό.

Καιρό μετά, πληροφορήθηκα για τις εξελίξεις: Ο Μιχάλης Πιερής φρόντισε να βρει τον Γιαννάκη και να του δώσει ένα μικρό μαγνητοφωνάκι, με το CD της συναυλίας. Έβαζε αυτός στ’ αυτιά του τα ακουστικά και γύριζε στη γειτονιά. Πήγαινε στον σκοπό του κοντινού φυλακίου στην Πράσινη Γραμμή, όπου άκουγαν και τραγουδούσαν τον «Ερωτόκριτο» με συνοδεία τον ηχογραφημένο Ψαραντώνη. Το ίδιο έγινε και με τους ανθρώπους του κοντινού ξυλουργείου, μα και με πολλούς πελάτες των γύρω ταβερνών. «Ερωτόκριτο» άκουε η Βουλγάρα μάνα του, ο Ρουμάνος σύντροφός της και τα μικρά αδελφάκια του. Ως αποτέλεσμα, πολλοί πια φώναζαν τον Γιαννάκη «Ερωτόκριτο». Δεν τον ενοχλούσε, αντίθετα, μεγαλώνοντας, αξιοποιούσε κάθε ευκαιρία για να υποστηρίξει ότι αρχή και τέλος στη μουσική είναι η παράδοση.

⸙⸙⸙

«Αξιοθέα» ονομαζόταν αρχικά το Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Κύπρου και στεγάζεται στο Αρχοντικό Αξιοθέας, στην εντός των τειχών Λευκωσία. Το Αρχοντικό, το οποίο είναι αναστηλωμένο υποδειγματικά από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, αποτελεί την έδρα του Θεατρικού Εργαστηρίου Πανεπιστημίου Κύπρου (Θ.E.ΠA.K.).

Μετά τον θάνατο του καθηγητή Μιχάλη Πιερή (1952-2019), ιδρυτή και για πολλά χρόνια διευθυντή του Κέντρου, το Πανεπιστήμιο Κύπρου αποφάσισε τη μετονομασία του σε Πολιτιστικό Κέντρο «Μιχάλης Πιερής».

Το Πολιτιστικό Κέντρο οργανώνει το Πολιτιστικό Φεστιβάλ του Πανεπιστημίου Kύπρου, που έχει ως στόχο την ανάδειξη του πολιτισμού και της κουλτούρας της Κύπρου, καθώς και των χωρών από όπου προέρχονται οι εξωτερικοί του συνεργάτες. Bασική θεματική του Φεστιβάλ είναι ο Mεσογειακός Πολιτισμός, ιδιαίτερα ο ιδιωματικός Eλληνισμός της περιφέρειας (Kύπρος, Kρήτη, Kάτω Iταλία, Eπτάνησα, Πόντος, Θράκη, Aιγαίο). Με τις θεατρικές παραστάσεις του Θ.E.ΠA.K., ελλαδικών και ευρωπαϊκών θεατρικών σχημάτων, με χορευτικές παραστάσεις, μουσικές εκδηλώσεις, εικαστικές παρουσιάσεις και με τη φιλοξενία διαλέξεων με ποικίλη θεματολογία, το Πολιτιστικό Kέντρο του Πανεπιστημίου Kύπρου έχει αναδειχθεί σε κεντρικό σημείο αναφοράς για τα ποιοτικά πολιτιστικά δρώμενα, στο μεταίχμιο της Πράσινης Γραμμής.

  (Πληροφορίες από σχετικό σημείωμα του Πανεπιστημίου Κύπρου).

Κύλιση στην κορυφή