Ζωγραφική: Νεκτάριος Αντωνόπουλος

Γιώργος Πινακούλας

Ο Ντανίλο Κις στην Αθήνα

Ένα απ’ τα σημαντικότερα γεγονότα της πνευματικής ζωής στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης ήταν αναμφίβολα το συνέδριο «Συγγραφέας και εξουσία», που διεξήχθη στην Αθήνα από τις 21 ως τις 25 Σεπτεμβρίου 1984. Το συνέδριο διοργανώθηκε από το περιοδικό Πολιορκία, που διηύθυνε ο Γιάννης Εμίρης, με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού, με υπουργό τότε τη Μελίνα Μερκούρη. Στις πέντε μέρες που διήρκεσε, από το βήμα του ομιλητή πέρασαν μεγάλα ονόματα της ελληνικής και της ευρωπαϊκής διανόησης. Ανάμεσα στους Έλληνες εισηγητές ήταν, για παράδειγμα, ο Δημήτρης Μαρωνίτης, ο Γιώργος Βέλτσος, ο Τίτος Πατρίκιος, ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης και ο Αλέξανδρος Αργυρίου, και ανάμεσα στους ξένους ο L.S. Lockridge, o Antonín Liehm, ο Daniel Bougnoux, ο Ζακ Λακαρριέρ και o Γίρι Πέλικαν. Αυτός βέβαια που ξεχώρισε με τη λαμπερή παρουσία και την εντυπωσιακή ομιλία του ήταν ο Ντανίλο Κις. Ο μάλλον άγνωστος τότε στην Ελλάδα Γιουγκοσλάβος συγγραφέας[1] εκφώνησε εκεί τη διάσημη ομιλία του με τίτλο «Συμβουλές σε νεαρό συγγραφέα», που περιλαμβάνεται τώρα στη συλλογή δοκιμίων Homo poeticus.[2]

Τα πρακτικά του συνεδρίου δημοσιεύτηκαν ενάμιση χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 1986, στο τεύχος 31 του περιοδικού Πολιορκία. Όποιος διαβάζει τις δημοσιευμένες εισηγήσεις διαπιστώνει γρήγορα πόσο βαθιά εντύπωση προκάλεσε στους ακροατές και στους άλλους ομιλητές η εισήγηση του Κις. Ο Ξ.Α. Κοκόλης, που ανέβηκε στο βήμα αμέσως μετά τον Κις, ξεκίνησε την ομιλία του αναφερόμενος στον «ποιητικό καταιγισμό» του προλαλήσαντος, ενώ ο Αντονίν Λιμ λίγο αργότερα είπε τα εξής: «Όταν άκουσα, σήμερα το πρωί, τα λόγια του Ντανίλο Κις ένιωσα αυτό το σπάνιο αίσθημα που νιώθουμε καμιά φορά όταν ακούμε έναν ποιητή κι ένα ποιητικό κείμενο. Θέλω να πω ότι μετά απ’ αυτό όλα έχουν ήδη ειπωθεί, ότι δεν υπάρχει πια τίποτα άλλο να πούμε, ότι το συνέδριο πρέπει να σταματήσει και να μας στείλετε όλους στην πισίνα με μόνη μας υποχρέωση να μάθουμε απέξω, μέχρι τη Δευτέρα το βράδυ, το κείμενο του Ντανίλο Κις, έτσι ώστε να αποκομίσουμε κάτι που διαρκεί από την εδώ παραμονή μας.»[3] Αλλά και ο Ντανιέλ Μπουνιού, στην ομιλία που εκφώνησε την επόμενη μέρα, αναφέρθηκε εκτενώς σε όσα είπε ο Κις, αλλού συμφωνώντας και αλλού διαφωνώντας με τον Γιουγκοσλάβο συγγραφέα. Ομοίως και ο Ζακ Λακαρριέρ: «Θα ήθελα, λοιπόν, κι εγώ ν’ αναφερθώ σ’ αυτά που είπε χθες ο Danilo Kis και που για μένα είναι μια θεία λειτουργία»[4].

Ο ερχομός του Ντανίλο Κις στην Αθήνα, με αφορμή τη συμμετοχή του στο συνέδριο, ήταν η μοναδική φορά στη ζωή του που επισκέφτηκε την Ελλάδα. Ο γεννημένος το 1932 στη Σουμπότιτσα της Σερβίας συγγραφέας δεν είχε ξαναταξιδέψει στη χώρα μας ως τότε, ούτε όμως και κατάφερε να ξανάρθει στα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι τον πρόωρο θάνατό του τον Οκτώβριο του 1989 στο Παρίσι. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι εδώ, στην Αθήνα, στο περιθώριο του συνεδρίου, συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Ισμαήλ Κανταρέ. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Κανταρέ σε συνέντευξή του, ήταν ο ίδιος ο Κις που πήρε την πρωτοβουλία να τον πλησιάσει και να του μιλήσει. Στη συνέχεια, συνέφαγαν και πέρασαν όλη τη μέρα μαζί συζητώντας ελεύθερα για τα πάντα. Η φιλική τους συναναστροφή φαίνεται μάλιστα πως προκάλεσε την έκπληξη όσων συνέδρων ήξεραν τα βαλκανικά ήθη και τις τεταμένες σχέσεις μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Αλβανίας εξαιτίας του Κοσόβου.[5]

Ο Κις έγραψε την ομιλία του στα σερβικά, όπως όλα τα κείμενα του, και όχι στα γαλλικά. Όπως μαρτυρούν όσοι τον γνώρισαν, όσοι συνομίλησαν μαζί του ή άκουσαν ομιλίες του, μιλούσε πολύ όμορφα στα γαλλικά. Kατά το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του, άλλωστε, μοίραζε το χρόνο του μεταξύ Βελιγραδίου και Παρισίου, και δίδασκε σε πανεπιστήμια της Γαλλίας. Από το 1979 μάλιστα είχε μετακομίσει οριστικά στο Παρίσι, ζώντας οιονεί εξόριστος απ’ την πατρίδα του, οι λογοτεχνικοί κύκλοι της οποίας τον αντιμετώπιζαν συχνά με εχθρότητα, παρά τη διεθνή καταξίωση και την πανθομολογούμενη αξία του.

Ενώ όμως ο Κις μιλούσε με ευχέρεια και ευφράδεια στα γαλλικά, ποτέ δεν έγραφε τα κείμενά του σε άλλη γλώσσα πλην της μητρικής του. Πίστευε ότι ο συγγραφέας μπορεί να γράψει μόνο στη γλώσσα του, με την οποία τον συνδέουν οι μύθοι, οι παραδόσεις, το συνειδητό, το ασυνείδητο, οι μνήμες και τόσα άλλα, που περνάνε αυτόματα στο χαρτί μόλις αρχίζει να γράφει. Ακόμα και η καλύτερη μετάφραση δεν μπορεί ν’ αποδώσει, κατά την άποψή του, τον πλούτο των ιστορικών, λογοτεχνικών, θρησκευτικών αναφορών της μητρικής γλώσσας. Η γλώσσα ενός συγγραφέα είναι τελικά το πεπρωμένο του, απ’ το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει.[6] Έχοντας αυτή την πεποίθηση, ο Κις έγραφε πάντα στα σερβικά και τα κείμενα του μεταφράζονταν έπειτα στα γαλλικά. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση που μας απασχολεί εδώ. Το πρωτότυπο σερβικό κείμενο της ομιλίας μεταφράστηκε στα γαλλικά από τη σύντροφο και μεταφράστριά του Πασκάλ Ντελπές, και αυτό το μεταφρασμένο γαλλικό κείμενο εκφώνησε ο Κις στο συνέδριο στην Αθήνα και το έδωσε για να δημοσιευτεί, έναν περίπου μήνα μετά, στο τεύχος Νοεμβρίου του περιοδικού La Quinzaine littéraire.[7] Στο ίδιο τεύχος του περιοδικού, στην αμέσως προηγούμενη σελίδα από το κείμενο του Κις, περιλαμβάνεται και συνοπτική παρουσίαση των εργασιών του συνεδρίου από τον Φιλίπ Ρενάρ, που μετείχε επίσης με ομιλία του σε αυτό.

* * *

Οι «Συμβουλές σε νεαρό συγγραφέα» αποτελούνται από μια σειρά σύντομων, αφοριστικών φράσεων γραμμένων στο β΄ ενικό πρόσωπο και στην προστακτική έγκλιση. Ο Κις απευθύνεται εδώ σε κάποιον υποθετικό νεαρό συγγραφέα· στην πραγματικότητα, ο αποδέκτης των συμβουλών είναι μάλλον ο ίδιος ο εαυτός του – ο νεαρότερος, ανώριμος εαυτός τού παρελθόντος ή και ο ώριμος εαυτός του παρόντος. Οι συμβουλές, εκατόν έξι συνολικά, περιστρέφονται όλες γύρω απ’ τα ίδια θέματα και συνοψίζουν, κατά κάποιον τρόπο, την κοσμοθεωρία του Κις. Εδώ καταγράφονται συνοπτικά οι πεποιθήσεις του για τη σχέση του συγγραφέα με την εξουσία, για τη σχέση του με την κοινωνία, για τη σχέση του με την πολιτική και την ιδεολογία, για τη θέση του τελικά στον κόσμο.

Οι συμβουλές είναι λακωνικές και υπαινικτικές, και τα θέματά τους δεν διαδέχονται το ένα το άλλο ακολουθώντας κάποια αυστηρή δομή. Σωστότερο θα ήταν να πούμε πως τα θέματα διαπλέκονται και συνυφαίνονται το ένα με το άλλο: το ίδιο θέμα επιστρέφει σε κάποια επόμενη συμβουλή παραλλαγμένο ως προς τη διατύπωση. Το κείμενο, παρ’ όλα αυτά, δεν είναι άναρχο, αλλά έχει συντεθεί με βάση ένα περίτεχνο σχέδιο, με στόχο να πείσει τον αναγνώστη για την αλήθεια των λεγομένων και για τη σημασία των ζητημάτων που πραγματεύεται. Μπορούμε να πούμε πως καθεμιά από τις συμβουλές συνδέεται με την επόμενη σαν τους κρίκους μιας αλυσίδας ή σαν τις πέρλες ενός περιδέραιου.

Το βασικό θέμα των «Συμβουλών», το οποίο επανέρχεται ξανά και ξανά, είναι η σχέση του συγγραφέα με την πολιτική εξουσία, με τους «πρίγκιπες» και τους «στρατηγούς», αλλά και με την εξουσία των πολλών, του «πλήθους». Ιδιαίτερα προειδοποιεί για τους κινδύνους της «ιδεολογίας» και της «ουτοπίας». Ο συγγραφέας πρέπει, κατά τον Κις, να είναι υπερήφανος για τη δουλειά του, να αισθάνεται ανώτερος τόσο απ’ τους ισχυρούς όσο και απ’ τον απλό λαό, χωρίς όμως ταυτόχρονα να γίνεται αλαζόνας. Πρέπει να είναι ταπεινός, αλλά βέβαιος ότι αυτό που κάνει είναι απ’ τα πιο σημαντικά πράγματα στα οποία μπορεί κανείς ν’ αφιερώσει τη ζωή του.

Ο Κις επιτίθεται με εξίσου μεγάλη σφοδρότητα τόσο στους συγγραφείς που παρασύρθηκαν από την πλάνη του κομμουνισμού όσο και σ’ εκείνους που θαμπώνονται από την απατηλή γοητεία του εθνικισμού. Για τους πρώτους γράφει: «Μην πιστεύεις σε ουτοπικά σχέδια, εκτός από εκείνα που δημιουργείς ο ίδιος». Και πιο κάτω: «Μη σε καταλαμβάνει η ιστορική βιασύνη και μην πιστεύεις στη μεταφορά που μιλά για τα “τρένα της Ιστορίας”» και «Μην επιβιβάζεσαι, λοιπόν, στα “τρένα της Ιστορίας”, γιατί αποτελούν μόνον ένα ανόητο σχήμα λόγου». Για τους εθνικιστές πάλι γράφει: «Μη μιλάς εξ ονόματος του έθνους σου, γιατί δεν είσαι παρά μόνον ο εκπρόσωπος του εαυτού σου!».

Κύριο μέλημα του Κις, εδώ όπως και σε άλλα δοκίμια και ομιλίες του, είναι να μη γίνει η στράτευση ενάντια στην εξουσία αιτία να χάσει ο νεαρός συγγραφέας τον βασικό του στόχο, δηλαδή την αφοσίωση στην τέχνη του. Ο συγγραφέας, κατά τον Κις, οφείλει να μην υποκύπτει στα κελεύσματα της κάθε εξουσίας, αλλά παράλληλα πρέπει ν’ αντιστέκεται στην παρόρμηση να γίνει homo politicus, ζώον πολιτικόν· ύψιστο χρέος του είναι να παραμείνει homo poeticus – ζώον ποιητικόν. «Πρόσεξε μήπως οι αγώνες σου ενάντια στις κοινωνικές αδικίες σε κάνουν να λοξοδρομήσεις.» Όπως γράφει σε άλλο δοκίμιό του, ο συγγραφέας οφείλει ν’ αντιστέκεται στην πίεση «που θέλει να υποβιβάσει τον άνθρωπο σε μία και μοναδική διάσταση […] κι έτσι να του στερήσει όλα του τα χαρίσματα, τη μεταφυσική σκέψη του και την ποιητική ευαισθησία του, που θέλει να σκοτώσει μέσα του καθετί μη ζωώδες, τον φλοιό του εγκεφάλου του, να τον υποβιβάσει σ’ ένα πολεμοχαρές ζώο, σ’ έναν στρατευμένο άνθρωπο, σ’ ένα εξαγριωμένο και στρατευμένο ζώο»[8]

Οι «Συμβουλές σε νεαρό συγγραφέα» είναι τελικά ένα μανιφέστο: ο Κις παρουσιάζει με αφοριστικότητα και λακωνικότητα τις θέσεις του για τη σχέση του συγγραφέα με την πολιτική, με την κοινωνία, με την ιδεολογία, με την ίδια τη γραφή. Ταυτόχρονα όμως, είναι κι ένα αντιμανιφέστο, διότι κάθε θέση, που διατυπώνεται με απόλυτο τρόπο, αμέσως σχετικοποιείται και ανατρέπεται, καθώς ο Κις παλεύει ν’ αποδώσει την πολύ συνθετότερη πραγματικότητα του κόσμου. Έτσι, ο συγγραφέας, για παράδειγμα, είναι ανώτερος από τους πρίγκιπες, αλλά ταυτόχρονα κατώτερος απ’ τους ανθρακωρύχους. Δεν έχει σημασία το εφήμερο, ούτε όμως κι η αιωνιότητα. Οι λέξεις είναι το πιο πολύτιμο, είναι όμως και το πιο φτηνό. Ο Κις επιστρατεύει τα οξύμωρα και τις αντιφάσεις στην προσπάθειά του να περιγράψει το οξύμωρο και την αντίφαση του κόσμου και της θέσης του συγγραφέα σε αυτόν.

* * *

Ο Ντανίλο Κις, ένας απ’ τους σπουδαιότερους Ευρωπαίους συγγραφείς στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, εκφώνησε εδώ στην Αθήνα το 1984 ένα απ’ τα ομορφότερα και γενναιότερα κείμενά του. Ήρθε στη χώρα μας λίγα χρόνια πριν απ’ τον πρόωρο θάνατό του και μας έκανε αυτό το πολύτιμο δώρο. Δε μένει παρά ν’ ακούσουμε τα λόγια του Δάντη με τα οποία κλείνει τις συμβουλές του: «Ξοπίσω μου έρχου κι άσε τους να λένε!».


* Θα ήθελα να ευχαριστήσω για τις πληροφορίες που πρόθυμα μου παρείχαν, κατά τη συγγραφή του παρόντος άρθρου, τους Pascale Delpech, Αναστάση Βιστωνίτη και Svetlana Slapšak.

[1] Ως τότε είχαν μεταφραστεί στα ελληνικά μόνο το μυθιστόρημά του Τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς (μτφρ. Ν. Μάζης – Χρ. Πολωνός, Δεληθανάσης, Αθήνα 1982) και το διήγημα «Φθινοπωρινό λειβάδι» (μτφρ. Νέλλα Ρέσλερ, περ. Το Δέντρο, τχ. 6, Μάρτιος-Απρίλιος 1984).

[2] Ελληνική έκδοση: Danilo Kiš, «Συμβουλές σε νεαρό συγγραφέα», Homo poeticus, μτφρ. Ισμήνη Ραντούλοβιτς, Scripta, Αθήνα 2011, σελ. 57-62. Το κείμενο της ομιλίας αναδημοσιεύεται στο παρόν τεύχος διορθωμένο και αναθεωρημένο από τη μεταφράστρια.

[3] Antonín Liehm, «Η τσεχοσλοβάκικη εμπειρία», απομαγνητοφώνηση-απόδοση Γιάννης Εμίρης, Πολιορκία. Γραφή κι ανάγνωση, τχ. 31, Μάιος 1986, σελ. 80.

[4] Jacques Lacarrière, «Ο άνθρωπος της γνώσης», απομαγνητοφώνηση-απόδοση Γιάννης Εμίρης, Πολιορκία, ό.π., σελ. 135-136.

[5] Βλ. πρόχειρα το σχετικό απόσπασμα από τη συνέντευξη του Κανταρέ στην Μπράνκα Μπόγκαβατς: https://en.vijesti.me/fun/217650/meetings-with-Danilo-Kis%2C-a-model-for-a-man (προσπελάστηκε στις 16.9.2024).

[6] Βλ. Mark Thompson, Birth Certificate. The Story of Danilo Kiš, Cornell University Press, Ίτακα και Λονδίνο 2013, σελ.274-275.

[7] Danilo Kiš, «Conseils à un jeune écrivain», μτφρ. Pascale Delpech, περ. La Quinzaine littéraire, τχ. 427, 1-15 Νοεμβρίου 1984, σελ. 15.

[8] Danilo Kiš, «Homo poeticus παρά ταύτα», Homo poeticus, ό.π., σελ. 30.

Κύλιση στην κορυφή