Πιστεύω βαθιά ότι δεν μπορείς να κρυφτείς μέσα στον γραπτό λόγο. Το σάπιο σώμα βρομά. Όλες οι βιβλιοθήκες του κόσμου δεν μπορούν να κρύψουν την ταγκίλα. Τα στολίδια, το συνετό και μεθοδευμένο βάψιμο του προσώπου, είναι άχρηστα. Ούτε ο ίδιος ο Όμηρος δεν μπορεί να σε σώσει εδώ. Τίποτα δε μένει κρυφό απ’ το εκτυφλωτικό φως του σοφού αναγνώστη. Ο Προυστ το είχε καταλάβει αυτό. Στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο διαρκώς ανιχνεύει το άτομο στη γραφή. Κάθε παραφωνία είναι νόημα, κάθε υπερβολή ή υποτονικότητα αντιστοιχεί σε στοιχεία του υποκειμένου που κρύβεται πίσω από το κείμενο. Η γραπτή λαλιά δεν είναι απλώς μια μεταρσίωση. Είναι πολύ περισσότερο μια δίκη. «Όλοι θα κριθούμε από τους κήπους των ηδονών μας», έγραφε σοφά ο Α. Αρτώ. Κι ο Καβάφης μιλούσε για τους δίκαιους νομοθέτες στην πόλη των ιδεών. Η γραφή είναι πρώτα απ’ όλα ευθύνη. Όσοι τη μεταχειρίζονται μόνο από φιλοδοξία, δεν φτάνουν μακριά. Μονάχα εκείνοι που αντιλαμβάνονται το χρέος, αφήνουν πίσω τους μια πλούσια, αληθινά διδακτική, ηθική κληρονομιά. Κατ’ εμέ μόνο τρεις ποιητές αυτού του είδους αξιωθήκαμε να έχουμε: τον Σολωμό, τον Καβάφη και τον Σεφέρη. Ο τελευταίος, πάλι κατά τη γνώμη μου, στάθηκε πάνω απ’ τους άλλους δύο, γιατί κατάφερε με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα και πειστικότητα να πει «κράτησα τη ζωή μου». Δηλαδή, βρήκε τη μέση και ύστερα στάθηκε και πορεύτηκε σ’ αυτήν: ισορροπία.
Όταν ήμουν 17 χρονών, τότε που ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με την ποίηση, σχεδόν αντανακλαστικά αναζήτησα έναν πατέρα. Εκείνον που όχι απλώς θα μου μάθαινε, θα με γύμναζε, θα με νουθετούσε, αλλά πολύ περισσότερο αυτόν που θα γινόταν η πυξίδα μου. Ακόμα δεν είχα πατήσει αυτά τα νέα χώματα και έθετα ζητήματα ηθικής… Ο Ελύτης και ο Ρίτσος έκαναν μια φιλότιμη προσπάθεια, ωστόσο δεν κατάφεραν να αναλάβουν τον ρόλο. Ο πρώτος γινόταν συχνά γλυκερός, ο δεύτερος κάποτε απλοϊκός. Ο Καβάφης και ο Σολωμός με μάγεψαν με το μεγαλείο τους, τη γλώσσα, την ηθική, το όραμά τους. Και οι δύο έγιναν μεγάλοι παιδαγωγοί για τη νεανική ψυχή μου. Αισθανόμουν, όμως, ότι τα άκρα τούς μαγνήτιζαν επικίνδυνα. Το σχεδόν πεζογραφικό ύφος του πρώτου, η εμμονή του σε μια ελιτίστικη ιδέα του ελληνισμού, η σχεδόν αψεγάδιαστη ελληνιστική ομορφιά του εφηβικού σώματος, η αδιαπραγμάτευτη κυριαρχία του συνειδητού κόσμου, η νοησιαρχία και άλλα πολλά, μου άφηναν μια πικρή γεύση στο στόμα. Ο δεύτερος με την αβάσταχτη, απόλυτη ηθική του, το χρέος που φλέρταρε με την ενοχή και τη μεγαλομανία, το σχεδόν νεκρό, ψυχρό Υψηλό του, την αδιαλλαξία του, τις συχνά μη ρεαλιστικές απαιτήσεις του, μ’ έσπρωξε στο τέλος μακριά.
Όπως κάθε νεανική ψυχή που έχει καταληφθεί απ’ την Ομορφιά, είχα καταντήσει μια πεδιάδα εκτεθειμένη στη θύελλα της φαντασίας, στους κεραυνούς των αισθήσεων, στις βροντές του πνεύματος. Δεν μπορούσα να διακρίνω σ’ αυτόν τον ανταριασμένο ουρανό ούτε μία ολόκληρη μορφή. Δεν υπήρχε συνοχή, το κέντρο ήταν έτοιμο να καταρρεύσει, τα όρια διαρκώς μετατοπίζονταν: δεν υπήρχα. Οι άνθρωποι που με συναντούσαν ήταν βέβαιοι για την παρουσία μου, όταν εγώ απουσίαζα. Ήμουν τα διαλυμένα άρμενα ενός πλοίου που τα έσπρωχνε το κύμα στην ακτή. Ένα ναυάγιο. Κι εκεί, όταν όλα φαίνονταν τελειωμένα κι αποφασισμένα, συνάντησα αυτή τη μαύρη, γέρικη φιγούρα· βρήκα τον Σεφέρη.
Κι ο Γιώργος Σεφέρης υπήρξε απελπισμένος στην ποιητική ζωή του. «Τραγικά αυτοδίδακτος», διαρκώς ζητούσε κάποιον ωριμότερο από τον ίδιο. Έψαχνε έναν ποιητικό πατέρα. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι τον βρήκε στον Έλιοτ. Τι μπορείς να ζητήσεις, όμως, από έναν πατέρα νεκρό; Ο Έλιοτ είναι η Έρημη Χώρα. Ο Σεφέρης ποτέ δεν υπήρξε κάτι τέτοιο. Παρ’ όλη την απόγνωση, παρέμεινε ανθρώπινος. Η απελπισία, το κενό, η μνήμη, η αγωνία, το χρέος, δεν τον αλλοτρίωσαν. Ίσως γιατί εκείνος ευλογήθηκε με μια «ζωντανή παράδοση», που έλειπε από τον Άγγλο ομότεχνο, σύμφωνα με τη δική του ομολογία. Ίσως επειδή ακόνισε τη λεπίδα της ευθύνης πάνω στην ίδια του τη ζωή. Νομίζω ότι στο τέλος έγινε ο πατέρας του εαυτού του.
Στα ποιήματα του Σεφέρη η ζωή διαπερνά τους στιχουργικούς τοίχους μ’ έναν τρόπο φυτικό, ανένδοτο, ολόκληρο, αγωνιώδη. Είναι η ψυχή που θέλει να επιβιώσει, η ψυχή που ζητά «να σηκωθεί λίγο ψηλότερα» (η υπογράμμιση δική μου). Τεράστια απόσταση αυτό το λίγο. Ηρωική: μια αιωνιότητα χωράει μέσα της. Ο Σεφέρης θεωρείται απαισιόδοξος ποιητής. Κι όμως, σε στίχους όπως αυτόν βροντά η πιο βιολογική αισιοδοξία. Ποτέ δεν τη γνώρισαν ο Ελύτης και ο Ρίτσος. Ποτέ δεν άκουσαν το αρχαίο αίμα, ποτέ δεν κατάλαβαν τον νόμο. Τον αρχέγονο, τον φυσικό νόμο. Ο Σεφέρης τον έκανε δικό του. Η αρχετυπική του εκφορά πιστεύω ότι εκπορεύεται από αυτόν. Γιατί άκουσε βαθιά την αρχαία ελληνική τραγωδία: όλο το φως του Σεφέρη είναι τραγικό. Ο Δ. Νικολαρεΐζης έγραφε για την ποίησή του: «φαίνεται επίσης κι από τη λάμψη που παίζει απάνω στα “ταπεινά ανάγλυφα” της δικής του τέχνης –μια λάμψη που δεν είναι παρά η ανταύγεια της αρχαίας τραγωδίας και του αρχαίου έπους». Η πολύκροτη «μεταφυσική του φωτός» δε φτάνει το βάθος μιας τέτοιας στοχαστικότητας.
Γιατί ο Γιώργος Σεφέρης ποτέ δε χώρεσε ολόκληρος μέσα στην κατηγορία του ποιητή που σκέφτεται στην άκρη των αισθητηρίων οργάνων του, όπως περιγράφεται από τον Έλιοτ αναφορικά με τους Μεταφυσικούς ποιητές. Ο λυρισμός και η δραματικότητα του Σεφέρη νοηματοδοτούνται μέσα απ’ το επικό του βλέμμα: συλλαμβάνει τον κόσμο και τον άνθρωπο σε οικουμενική διάσταση, από την πρώτη του πρωτόγονη και ακέραιη ανάσα μέχρι τη διαιρεμένη και αγωνιώδη αναπνοή του αστικού πλαισίου: Η «ανταύγεια του αρχαίου έπους». Και το φως της τραγωδίας σε τι συνίσταται; Νομίζω ότι ανιχνεύεται κυρίως στην πολιτική διάσταση του έργου του, δηλαδή στον τρόπο που αυτό συμμετέχει μέσα στην πολιτεία, στον στοχασμό του για τη θέση του ατόμου μέσα στο σύνολο και του συνόλου μέσα στον κόσμο, αλλά και στον διδακτισμό που υιοθετεί (με άλλα λόγια, στη σύνθεση του μύθου: δε νοείται μύθος δίχως διδακτικό περιεχόμενο). Ο Σεφέρης –όπως και ο Έλιοτ με τον δικό του τρόπο– ανήκει στους ποιητές που προσπάθησαν να προσφέρουν στην εποχή τους μια μυθολογία. Η γλώσσα του δε χωρούσε μέσα στο στενό διαμέρισμα του ατομικού λυρισμού, της προσωπικής τραγωδίας. Ζήτησε κάτι περισσότερο και το βρήκε μέσα του. Το εσωτερικό ενός ανθρώπου είναι μνήμη, είναι οι νεκροί μας. Ο Γ. Σ. διαρκώς ρωτά τους νεκρούς. Οι ζωντανοί σχεδόν τον κατατρύχουν. Απελπίζεται μπροστά στο θέαμα που προσφέρουν, πονάει για την παρακμή τους, γιατί θυμάται. Κι έχεις πολλές φορές την αίσθηση, καθώς τον διαβάζεις, ότι είναι ο μόνος που θυμάται. Ο μοναδικός που έχει την ηλικία εκείνη που του το επιτρέπει. Ο ποιητής τελικά είναι παιδί;
Ο Σεφέρης αντιλαμβάνεται πλήρως, όπως οι αρχαίοι τραγικοί, τη θέση και τον ρόλο του έργου του μέσα στον δημόσιο λόγο. Από εδώ πηγάζει η ευθύνη και ο διδακτισμός, η παιδαγωγική του ταυτότητα. Από το ίδιο σημείο, όμως, κατάγεται και η ιερότητά του. Παρά το γεγονός ότι ο Σεφέρης δεν είναι μεταφυσικός ποιητής, υπάρχουν στιγμές που εντοπίζεις στους στίχους του μια πρωτόλεια, φυσική θρησκευτικότητα (αν και προτιμώ τη λέξη «ιερότητα»). Το θέατρο, άλλωστε, στην αρχαία Ελλάδα δεν ήταν μόνο ένα πολιτικό γεγονός, αλλά ήταν πρωτίστως θρησκευτικό. Ευτυχώς ο Σεφέρης δεν ανήκει στους ποιητές που προσπάθησαν να αναβιώσουν κάποια αρχαία θρησκεία, κάποιον αρχαίο τρόπο ζωής ή οτιδήποτε παρόμοιο. Δεν δοκίμασε καμία αναβίωση, καμία επιστροφή. Δε συμβιβάζεται κάτι τέτοιο με τη νηφαλιότητά του. Η ανάσα του, όμως, έχει μια φυσική ιερότητα, μια βαθιά συναίσθηση της αξίας της ζωής (δεν είναι αυτή η πρώτη έκφραση της θρησκευτικότητας;). Αλλά είναι τόσο φυσική, τόσο ανεπαίσθητη, που δεν την αντιλαμβανόμαστε. Κι όμως, αν σωπαίναμε κατά τη βαθιά θλίψη του ποιητή μπροστά στη θέα του νεκρού κύκνου (που επανέρχεται στα ποιήματά του), είμαι σίγουρος ότι θα ακούγαμε έναν πόνο που, αν δε γίνεται μεταφυσικός, τουλάχιστον θέτει κάποια ερωτήματα· τον πόνο του για την ιερότητα της ζωής. Το μεταφραστικό του ενδιαφέρον για τα θρησκευτικά κείμενα δεν είναι φυσικά τόσο αθώο. Κάτι ζητούσε.
Η θρησκευτικότητα, όμως, γίνεται αισθητή στο έργο του και ως έλλειψη: ο εξωτερικός κόσμος του Γιώργου Σεφέρη, το παρόν του, την έχει απωλέσει. Μια συνομιλία με τον Έλιοτ; Περισσότερο μια κοινή εμπειρία, θα έλεγα. Το ανθρώπινο περιβάλλον στην ποίηση του Σεφέρη δεν συμμετέχει πια σε μια ιερή εμπειρία. «Το πρώτο σπέρμα» έχει χαθεί. «Τ’ άσπιλα φτερά των κύκνων» (η υπογράμμιση δική μου), όμως, παραμένουν ιερά, θυμίζουν μ’ έναν επώδυνο τρόπο («που μας πληγώναν») τη φωτιά που έσβησε. Φαίνεται σαν το φυσικό περιβάλλον στη σεφερική ποίηση ακόμη να καλεί σε μια αναγέννηση, όταν το άτομο αδυνατεί να ανταποκριθεί στο κάλεσμα. Όλη η φύση ψιθυρίζει το «πανάρχαιο δράμα»: ένας αντίλαλος ισχυρός, που σου ζητά το ταξίδι, αλλά εσύ αρνείσαι, κι ας το ποθείς βαθιά μέσα σου. Κάποιος είχε γράψει πως ο Σεφέρης μοιάζει με κείνον που στέκεται μπροστά στη θάλασσα, καθώς ο πλους διαρκώς αναβάλλεται. Αναρωτιέμαι αν ο ίδιος ο ποιητής γνώριζε τι τον κρατούσε σε κείνη την ακτή. Γιατί ξοδεύτηκε, γιατί ξοδευτήκαμε σε μια αναμονή; Τι περιμένουμε άραγε εδώ, καθισμένοι κι εμείς στην «πέτρα της υπομονής»; Το νόημα των τελευταίων στίχων της «Λυπημένης»; Και θα βρούμε στο τέλος τη δύναμη για να τα κάψουμε όλα, όπως προστάζει το τελευταίο ποίημα των Τριών κρυφών; Μνήμη: η μνήμη μάς κρατά, η μνήμη είναι η βαρύτητα του Σεφέρη.
Σχεδόν όλοι επισημαίνουν τη σημασία της Μικρασιατικής καταστροφής στο σεφερικό έργο, προσπαθώντας να εξηγήσουν τον πόνο. Λες κι ο κόσμος του ξεκινά ανάστροφα, με θάνατο κι όχι με ζωή. Πρώτα μαθαίνεις πώς να πεθαίνεις, ύστερα πώς να μιλάς… Κάπως έτσι το ψυχορράγημα γίνεται η μητρική σου γλώσσα. Και φτάνεις να ζεις «την αγωνία της μέρας που δεν μπορεί να ξεψυχήσει»: είσαι εγκλωβισμένος μέσα στο όριο του θανάτου. Είπαν ότι ο μεταφορικός λόγος αποκαλύπτει περισσότερο τον συγγραφέα παρά το αντικείμενο που «διαβρώνεται» από τη λειτουργία της μεταφοράς. Σκέφτομαι τις μέρες του Σεφέρη: μνησιπήμων πόνος… Ύστερα θυμάμαι το τέλος του Βασιλιά Ληρ, τα σοφά λόγια του Κεντ: Μην ταράζεις την ψυχή του./ Άσ’ τον να φύγει, να περάσει. Τον μισεί/ όποιος στη βάσανο του κόσμου επιμένει/ να του τεντώσει τη ζωή (μετάφραση του Δ. Καψάλη). Λαλιά που έγινε ένας ακατάπαυστος επιθανάτιος ρόγχος, άνθρωπος που δεν μπορεί να ησυχάσει από τη διαρκή λειτουργία της μνήμης… Σχεδόν ένθεη κατάσταση. Κι όλοι ξέρουμε τι παθαίνει ο θνητός που φέρεται σαν θεός, όλοι γνωρίζουμε το τέλος του Πενθέα. Ο Ντοστογιέφσκι υποστήριζε ότι το να σκέφτεσαι ακατάπαυστα είναι μία νόσος. Η ασίγαστη μνήμη δεν απέχει πολύ.
Το όριο στην ποίηση του Σεφέρη μετατίθεται διαρκώς. Ο θάνατος δεν έρχεται, όταν «όλα γυρεύουν να καούν». Ακόμη και το ποίημα ΙΔ΄ στα Τρία κρυφά ποιήματα ολοκληρώνεται με μια προσταγή (Κάψε: «πρέπει να καούν») για καύση κι όχι με την ολοκλήρωση αυτής. Δε μαθαίνουμε τι έκανε τελικά το ποιητικό εγώ. Έκαψε; Η μνήμη πάλι λειτουργεί εδώ («Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά»). Ακόμη και όσα δεν πέρασαν είναι παραστάσεις με τη μορφή αναμνήσεων, περισσότερο κοντινών στο παρόν. Σίγησε η μνήμη τελικά; Έπαψε η αγωνία; Η οποία, όπως την περιέγραψα παραπάνω ως διαρκές ψυχορράγημα, είναι έννοια εντελώς σεφερική.
Εδώ δεν έχουμε τη διανοητική, στοχαστική αγωνία του Κίρκεγκωρ, αλλά εκείνη της σάρκας. Τα ποιήματα του Σεφέρη είναι σωματικά, παρά τη στοχαστικότητά τους. Η αφή λειτουργεί διαρκώς, οι λέξεις είναι ανάγλυφες, έχουν κίνηση (συναισθηματική και πνευματική), όπως ο ίδιος περιέγραψε την «αισθησιακή γλώσσα». Ο λόγος του, όμως, δεν είναι μόνο ένα σώμα που κινείται χορευτικά: οι στίχοι του μοιάζουν με χέρια που ψαύουν το σκοτάδι, χέρια που ζητούν διαρκώς τον άλλο, που θέλουν «να κρατηθούν μέσα στη φυγή». Ο άνθρωπος, ο θνητός Σεφέρης. Άραγε μια φυγή μακριά από τη μνήμη; Νομίζω ότι είναι πιο σύνθετο το ζήτημα. Κρατιέται αυτός που έχει ανάγκη να νιώσει ότι κάτι παραμένει σταθερό. Όλοι ξέρουμε ότι δεν υπάρχει στάση, μονάχα κίνηση. Η στάση επέρχεται, κατά τον Μάξιμο τον Ομολογητή, στο τέλος, στη θέωση. Γιατί εκ των πραγμάτων, κάτι που θα ήταν σταθερό, ταυτόχρονα θα ήταν και αθάνατο. Φυγή από τον θάνατο, δίψα για μια ζωή που δεν υπάγεται στον νόμο του. Ο πόθος για την αθανασία γίνεται εδώ σχεδόν ανάγκη. Να τη η βιολογική κίνηση του Σεφέρη: ανάγκη. Αυτή η λέξη που αμέσως μας συνδέει με τη φύση, με τον αρχέγονο εαυτό. Ανάγκη: το τύμπανο της ζωής. Το ζωώδες και το θεϊκό εγώ: οι Συμπληγάδες. Υπάρχει δυϊσμός στη σεφερική ποίηση; Νομίζω πως ναι. Γιατί υπάρχει βία.
Πρέπει να σημειωθεί και ο τρόπος με τον οποίο ο Σεφέρης ζύγισε τον Μοντερνισμό. Δεν εγκλωβίστηκε μέσα του, δεν ακολούθησε τις ακραιφνείς σειρήνες, κατάφερε να φέρει πίσω κάτι πολύ περισσότερο από «τ’ ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής». Μετέτρεψε τις νέες ιδέες σ’ ένα σκεύος, ένα μουσικό όργανο που του επέτρεψε να εκφράσει τον «καημό της Ρωμιοσύνης». Μας έδωσε τον μέσο τόνο της γλώσσας, τη νηφαλιότητα, το κριτικό πνεύμα, τόσο στην ποίηση όσο και στον δοκιμιακό του λόγο. Αυτή η βαθιά αίσθηση του μέτρου είναι το πιο ελληνικό του στοιχείο. Ποτέ δεν οδηγείται σε υπερβολές. Κι εδώ νομίζω ότι οφείλει αρκετά κυρίως στον Καβάφη.
Όπως κάθε πατέρας, έχει κι αυτός (ευτυχώς) τα ελαττώματά του. Τα λαϊκά στοιχεία στον στίχο του είναι λαγαρισμένα μέσα από μια λίγο-πολύ κοραϊκή οπτική: ο λαός έπρεπε να εξευγενιστεί, σχεδόν να μεταρσιωθεί. Ο Ρίτσος εδώ πέτυχε περισσότερα, μας έδωσε μια πιο φωτογραφική, ρεαλιστική εκδοχή της λαϊκής ψυχής. Ακόμη καλύτερα τα πήγαν οι μεταπολεμικοί ποιητές. Ίσως γιατί τότε το άστυ άρχισε σιγά σιγά να αποκτά μια μονιμότητα και μια συγκεκριμένη μορφή. Έχεις την αίσθηση ότι πολλές φορές η γενιά του ’30 προσπαθεί να γράψει την ποίηση της πόλης, όταν είναι ακόμη παιδί της υπαίθρου ή τουλάχιστον βρίσκεται στο μεταίχμιο. Οι ποιητές που έφτασαν αργότερα, παρά την όποια ποιητική τους αμηχανία μπροστά στα μεγάλα προβλήματα, ήταν καλύτερα εναρμονισμένοι με το τοπίο και τους ανθρώπους του.
Άλλο ένα στοιχείο του Γιώργου Σεφέρη που κάνει πολλούς να δυσανασχετούν, είναι η σχεδόν εμμονική του σχέση με τα προϊόντα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, η σωρεία σπασμένων αγαλμάτων, αρχαιολογικών χώρων κ.ά. Εδώ βέβαια δε φταίει τόσο πολύ ο Σεφέρης. Ο Μοντερνισμός επιδίωξε να μπει στην τροχιά μιας νέας Αναγέννησης, να συνομιλήσει ξανά με την κλασική αρχαιότητα. Κατ’ εμέ αυτός ο διάλογος τις περισσότερες φορές είναι πετυχημένος. Δεν ξέρω πόσα έχει να πει στον σύγχρονο αναγνώστη, αλλά κι εμείς πρέπει να επιδείξουμε κάποια προσήνεια. Αν σ’ αυτό το σημείο ο Γ. Σ. έσφαλλε, νομίζω ότι το λάθος αφορά στον τρόπο που αντιμετώπισε τον ελληνικό Μεσαίωνα. Έχεις την αίσθηση ότι ποτέ δεν τον κατάλαβε, αν και προσπάθησε. Δεν κατάφερε να δει τη σύνθεση σε αυτόν, έμεινε στην αντίθεση: τον απέρριψε ως μια στείρα εποχή βίας, διπολισμού, θεοκρατίας, πνευματικής ύφεσης. Δεν μπόρεσε να συνομιλήσει με την υπέροχη βυζαντινή υμνογραφία, ν’ ακούσει την ιστοριογραφία του Βυζαντίου, να κάνει κάτι με τον πλούσιο θεολογικό στοχασμό. Αυτό νομίζω ότι είναι το σημαντικότερο έλλειμα του Σεφέρη, τουλάχιστον όσον αφορά σ’ εμάς, που πλέον ψάχνουμε έναν τρόπο να ξεκινήσουμε τον διάλογο (ή τουλάχιστον να τον πιάσουμε από εκεί που τον άφησαν ποιητές όπως ο Καρούζος, με την όποια επιτυχία σημείωσαν) και συνήθως απελπιζόμαστε.
Θέλω να κλείσω αυτό το μοίρασμα με την πύκνωση του Σεφέρη. Η συμπύκνωση είναι πάντα προϊόν της έλλειψης, της αφαιρετικότητας. Και θα τολμήσω να πω ότι η μεγάλη αφαιρετικότητα πηγάζει από μεγάλη μοναξιά: όταν το έξω μακραίνει, απουσιάζει, τότε το μέσα πυκνώνει, το είναι βαθαίνει. Ο Γιώργος Σεφέρης είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας δάσκαλος της γλωσσικής πύκνωσης. Τα ποιήματά του είναι τόσο μεστά, που κάθε φορά διαβάζεις νέους στίχους. Λες και δεν μπορείς να φτάσεις την ηλικία του, όσο κι αν μεγαλώσεις. Λες και γράφει ακόμα… Παρόλο που έχει χαρακτηριστεί ολιγογράφος ποιητής, μας άφησε την πιο πλούσια ενδοχώρα, την πλέον λεπτομερή ακτογραμμή, όλα αποτέλεσμα της συμπύκνωσης που πέτυχε. Κανείς δε μας κληροδότησε έναν τόσο υλικό στίχο, που να μπορείς να τον ψηλαφίσεις, να τον νιώσεις πραγματικά παρόντα, ζωντανό. Λες κι ο καημός του ήτανε να μη χρειαστεί να ρωτήσουμε τους νεκρούς. Λες και ήθελε να μπορεί να απαντήσει ακόμη και θαμμένος. Κανείς Έλληνας ποιητής, κατά τη γνώμη μου, δεν αγάπησε τον αναγνώστη με τόση ευθύνη. Κανείς δεν πραγμάτωσε με τέτοια πληρότητα τον ρόλο του πατέρα. Και θα του είμαστε για πάντα υπόχρεοι.

