Ο θάνατος του Διονύση Σαββόπουλου προκάλεσε τόσα σχόλια και αντιδράσεις όσα και η ζωή του. Αντανάκλαση και κομβικός συντελεστής μιας ολόκληρης εποχής, αναγνωρίζεται σχεδόν από όλους –από τους πολλούς φίλους και τους λιγότερους εχθρούς– ως ένας ανυπέρβλητος καλλιτεχνικός ογκόλιθος της σύγχρονης Ελλάδας. Ο οδηγός των «εκδρομέων του ’60» γνώριζε πολύ καλά ότι το έργο του, το πρόσωπό του, η σημασία του, δεν είναι αυτόνομη από την πρόσληψή του. Γι’ αυτό και ήταν πάντα στραμμένος στο κοινό του, ανήσυχος αν οι αλλαγές του θα γίνουν κατανοητές, εάν το παρόν του θα συναντούσε το παρελθόν του στο «ροκ του μέλλοντος» που οραματίστηκε.
Η ποιητική και μουσική μοναδικότητα του Διονύση Σαββόπουλου αναγνωρίζεται με πολλούς τρόπους ως η αφετηρία της εποχής των «τραγουδοποιών», μια νέας εποχής στην ελληνική μουσική που λίγο-πολύ συμπίπτει με την πρώτη φάση της μεταπολίτευσης (δεκαετία ʼ70 και ʼ80) και διαφοροποιείται από την εποχή του μεγάλων μουσικοσυνθετών. Ανάμεσα στα πολλά που έχουν γραφτεί και ειπωθεί για τον Διονύση Σαββόπουλο, ίσως αυτό που θα έπρεπε να τονιστεί λίγο παραπάνω είναι το γεγονός ότι υπήρξε ο πρώτος και ίσως από τους ελάχιστους μέχρι και σήμερα Έλληνες μουσικούς που, στο πλούσιο έργο του αλλά και στην εν γένει στάση του, προέταξε μια μάλλον υποτιμημένη στα χρόνια του αξία, τη συμφιλίωση. Τόσο την προσωπική όσο και την κοινωνική.
Σίγουρα υπάρχει η γνωστή μορφή ανάγνωσης ενός σημαντικού δημιουργού μέσα από τις φάσεις του, σύμφωνα με την οποία σε κάποιες περιόδους ο Σαββόπουλος υπήρξε ριζοσπαστικός, συγκρουσιακός ακόμη και καταγγελτικός. Όμως υπάρχει παράλληλα και διαχρονικά στο έργο του μια επίκληση στη συμφιλιωτική «γιορτή» και, μάλιστα, στην προσπάθεια να αρθούν ή να προσπεραστούν οι μεγάλες αντιθέσεις ή αντιφάσεις της ατομικής και εθνικής ταυτότητας, η οποία τείνει να παραβλεφθεί. Δεν είναι μόνο οι στίχοι του που προσκαλούν σε αυτή τη «συμφιλίωση» (παραδειγματική η στροφή στο «Ολαρία Ολαρά»: ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίππυ, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά, ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη, κι η παρθένα με τον σατανά), αλλά η ευρύτερη αντίληψή του για την καλλιτεχνική δημιουργία και πρακτική.
Στην αναγόρευσή του το 2017 σε επίτιμο διδάκτορα του ΑΠΘ, μεταξύ άλλων, ξεκαθάριζε: «Στη δουλειά μου, οι στίχοι και η μουσική είναι ένα. Και εάν υπάρχει ποίηση σε αυτά που κάνω, αυτά δεν βρίσκονται μόνο στα λόγια, αλλά στο τραγούδι εν τω συνόλω… Άκουγα εντελώς διαφορετικά είδη μουσικής, μόνο που με τα χρόνια ένας εσωτερικός, θα έλεγα κρυφός, τεχνίτης τα σμίλευε, ένωνε τα διάφορα είδη δημιουργώντας ένα αμάγαλμα, μια καινούργια μορφή. Ούτε εγώ ο ίδιος πια δεν ξέρω να ξεχωρίσω στα τραγούδια μου, ποιο είναι το λαϊκό στοιχείο, ποιο το ελαφρύ, ποιο το έντεχνο, ποιο το παλιό και ποιο το νέο».
Η αναγνώριση της διακειμενικής γέννησης (και του συμβολικού θανάτου) του δημιουργού, από ένα γνήσιο τέκνο της δεκαετίας του ʼ60, δεν παραξενεύει. Αυτό που αποτελεί όμως σημαντική διαφορά του Σαββόπουλου σε σχέση με άλλους μεγάλους Έλληνες δημιουργούς, είναι ότι δεν «πετάει τίποτα», δεν φιλτράρει το έργο του και την τέχνη με κάποιο πολύ αυστηρό πολιτικό (όπως ο Μ. Θεοδωράκης) ή αισθητικό (όπως ο Μ. Χατζιδάκις) κριτήριο. Η ένωση και το «αμάγαλμα» διαφορετικών επιρροών, ακόμη και προσωπικών «φάσεων», φαίνεται να είναι το μέσο και ο σκοπός του.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ακόμη και στην πρώιμη μεταπολιτευτική φάση, στο πρωτοποριακό ντοκιμαντέρ του Λάκη Παπαστάθη Χαίρω πολύ Σαββόπουλος (1975), τον ακούμε να λέει: «η ποπ μουσική υπήρξε η πρώτη μουσική κτηνώδους καταναλώσεως, η οποία κατάφερε ακριβώς να ξεπεράσει αυτόν τον κτηνώδη καταναλωτικό της χαρακτήρα και να μπει στις ανώτερες σφαίρες της λαϊκής μουσικής. Κάτι δηλαδή αναγεννησιακό για την εποχή μας. Δεν μπορεί κανείς να μη μείνει έκθαμβος μπροστά σε αυτή την αναγέννηση. Εγώ ένιωσα την αναγεννησιακή της λειτουργία. Όσα στοιχεία δεν κατάφερα να αφομοιώσω σιγά-σιγά τα απέρριψα. Τα άλλα όμως που κέρδισα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εργασίας μου και δεν είναι ξένα, δεν είναι ποπ και ξεπόπ, είναι δικά μου γιατί συνέλαβα τη δημιουργική τους ιδέα».
Η αναγνώριση της ποπ μουσικής, η κατανόηση ότι η καταναλωτική κουλτούρα δεν είναι εξ ορισμού παράγωγος αρνητικής αισθητικής, είναι ένα στοιχείο που πραγματικά διαφοροποίησε τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα ακόμη τον Σαββόπουλο από τους «έντεχνους» συναδέλφους του. Γιατί ο Σαββόπουλος, παρότι διαμόρφωσε το δικό του εκφραστικό ιδίωμα, είχε πάντα στραμμένο το βλέμμα στους κοινούς τόπους, είτε αυτοί είχαν να κάνουν με την παράδοση είτε με το δημοφιλές σύγχρονο τραγούδι. Άλλωστε ένας από τους λόγους που κατηγορήθηκε στη δεύτερη μεταπολιτευτική φάση (από το 1989 και ύστερα) ήταν όχι μόνο για τη συντηρητική στροφή του στο Κούρεμα, αλλά και για το γεγονός ότι συχνά ερχόταν σε συνύπαρξη με καλλιτέχνες της ποπ ή «φθηνής» αισθητικής. Η φιλοξενία που επιφύλαξε το 2004 στο Ηρώδειο στην Καλομοίρα (παίχτρια του reality παιχνιδιού Fame Story) και σε μια στριπτιζέζ, 14 χρόνια αργότερα στο Άλσος, όπως και η συμμετοχή του στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων με Σάκη Ρουβά, Άννα Βίσση κ.τ.λ., θεωρήθηκαν μεγάλα ατοπήματα και σχολιάστηκαν με πικρόχολο τρόπο από την αισθητική αστυνομία της εκάστοτε περιόδου.
Για τον Σαββόπουλο, ήταν μια ακόμη προσπάθεια να έρθει σε επαφή με το κοινότοπο, το επιτυχημένο, το σουξέ, το εμπορικό και φυσικά τον σκανδαλισμό. Η άρνησή του να αποτελεί απλά μέρος της υψηλής μουσικής κουλτούρας ήταν συνειδητή. Ο πειραματισμός του με τα λαϊκά ακούσματα και τερτίπια συνεχής. Ήταν ενδημικά στην ανάγκη του, πέρα από ποιητής και συνθέτης, να είναι ένας μεγάλος performer επί σκηνής. Η ξεχαρβαλωμένη αλλά τόσο χαρακτηριστική φωνή του στα τραγούδια του, η αφηγηματικότητα των στίχων αλλά και όσων διηγούνταν στις συναυλίες του σε πεζό λόγο, η ίδια η εικονική φιγούρα του, συναποτέλεσαν μια μοναδική στην ελληνική μουσική ιστορία μουσική, θεατρική ακόμη και χορευτική επιτέλεση. Την επιτέλεση ενός μεγάλου δημιουργού που πάντα ήταν έτοιμος να αυτοϋπονομευθεί, να σαρκάσει και να αυτοσαρκαστεί. Του μόνου ίσως Έλληνα δημιουργού που δεν έπαιρνε πάντα στα σοβαρά τον εαυτό του, αφού συχνά απεικονιζόταν ως φιγούρα κόμικ.
Ο Σαββόπουλος αποτελεί ένα μοναδικό εθνικό πολιτιστικό κεφάλαιο. Αλλά ταυτόχρονα και μια μοναδική καλλιτεχνική εθνική αίρεση. Ο κριτικός και συμφιλιωτικός λόγος του, ο ποιητικός αλλά και χιουμοριστικός τόνος του, η θεαματική αλλά και στοχαστική αλλαγή του, η έντεχνη αλλά μαζική του απεύθυνση, είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να επαναληφθεί, είτε ως μίμηση είτε ως παρωδία. Η απώλεια του Διονύση Σαββόπουλου, όσο και αν μετριάζεται από την αθανασία του έργου του, είναι κρίσιμη γιατί υπήρξε μέχρι τέλους ο καλλιτεχνικός πρόξενος των μεγάλων συναιρέσεων. Ο κριτικός δείκτης του διαρκούς εκκρεμούς της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας μεταξύ ειλικρίνειας και υποκρισίας. Ο τροβαδούρος της πολιτικής ως ιδιωτικής-προσωπικής στιγμής και του συναισθήματος ως κοινωνικής υπόθεσης. Ένας δημόσιος διανοούμενος, πέρα από καλλιτέχνης, που πάνω από όλα υπηρετούσε το δικαίωμα στη διαφωνία χωρίς μισαλλοδοξία, διεκδικούσε το δικαίωμα της ατομικής αλλαγής πέρα από ηθικολογικές διακρίσεις και πολιτικές στρατεύσεις. Ο Σαββόπουλος, ο ένας και μοναδικός δάσκαλος του καυστικού ρομαντισμού θα μας βοηθά πάντα στην αναζήτηση μιας μεγάλης γιορτής που δεν θα ξεχνάει αλλά θα συγ-χωράει τους πάντες. Τη μουσική γιορτή της δημοκρατίας.
⸙⸙⸙
[Ο Βασίλης Βαμβακάς είναι Καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας, ΑΠΘ.]

