Νάσια Διονυσίου, Μη γράφετε Αρθούρος, Πόλις, Αθήνα 2025.
Εβραίοι στην Κύπρο με το Τι είναι ένας κάμπος –και τώρα Άγγλοι και Ρεμπώ στην Κύπρο με το Μη γράφετε Αρθούρος. Βρίσκοντας κάθε φορά δημιουργικούς συνδέσμους ανάμεσα στο αποκομμένο νησί της Κύπρου και την ευρωπαϊκή πολιτισμική επικράτεια, και το νέο όπως και το προηγούμενο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου δείχνει ότι τη γραφή της διεγείρει το αναπάντεχο. Τότε μόνο, όμως, όταν αυτό φέρει ταυτόχρονα ίχνη από το βαθύτερο πεπρωμένο του τόπου της. Μέσα από τις απρόσμενες συναντήσεις που αφηγείται γίνεται, έτσι, ορατή και για τον αναγνώστη μια άλλη Κύπρος, απόμακρη και αγνώριστη πια: τραχιά και στερημένη –από μακρού χρόνου, όμως, αναπόσπαστο κομμάτι της ευρωπαϊκής ιστορικής κληρονομιάς, αν και με όρους που δεν υπαγόρευσε η ίδια αλλά της επιβλήθηκαν από δραματικές ιστορικές περιστάσεις και, επιπλέον, με παραστάσεις της που εδραιώθηκαν μέσα από ξένες αφηγήσεις.
Το Μη γράφετε Αρθούρος έχει δύο ήρωες που κινούν τον αφηγηματικό μηχανισμό της ιστορίας –έναν τόπο και έναν άνθρωπο: την Κύπρο και τον Αρθούρο Ρεμπώ. Από τη σκοπιά του σήμερα, η στιγμιαία διασταύρωση της μοίρας τους τη στιγμή του θριάμβου της αποικιοκρατίας θα αναδείξει ότι αυτό που φαίνεται ως απόλυτη ισχύς είναι στην πραγματικότητα «δυτικό τέλμα» –όπως έγραφε ο ποιητής– ενώ ό,τι μοιάζει άξεστο και άγριο είναι αυθεντική ζωή· ζωή όπως τη γνωρίζουν το σώμα, οι αισθήσεις, η γη, το χώμα. Όχι εξευγενισμένη και δαμασμένη από τον καθωσπρεπισμό και την ευμάρεια, αλλά ελεύθερη, ανήμερη και γι’ αυτό γνήσια. Η συνάντησή τους (της Κύπρου και του Ρεμπώ) πραγματοποιείται όταν η μοίρα του νησιού έχει μόλις γλιστρήσει από τα τραχιά, βαριά χέρια των Οθωμανών, στα επιτηδευμένα, ψυχρά δάχτυλα των Βρετανών. Και η ποιητική ύπαρξη του Ρεμπώ, όμως, έχει από καιρού μετατοπιστεί από την έκφραση στο βίωμα. Έχει, δηλαδή, εγκαταλείψει τη γραφή, αλλά έχει μετατραπεί ως συνθήκη ζωής στο αλλόκοτο πυρετικό ποίημα που αναγνωρίζουμε ως τη βιογραφία του. «Εδώ πάντως», διαβάζουμε στη σελίδα 92 του βιβλίου, «προς πίστη του ουδείς μαρτυρά ότι τον άκουσε οποτεδήποτε να αναφερθεί στην ποίηση ή σε παρόμοιες επιβλαβείς αργόσχολες ασχολίες, άλλως πράγματα που είναι για λύπηση». Τότε τον ανακαλύπτει αφηγηματικά και η συγγραφέας, έναν αλλότριο για τους «δικούς του», τους Δυτικούς Ευρωπαίους, τους Βρετανούς που μόλις είχαν εγκαθιδρύσει τη διοίκησή τους στο νησί. Ταυτόχρονα, ανακαλύπτει μέσα από τη μνήμη και αυτή την άλλη Κύπρο που, αλίμονο, ούτε κι εκείνη ταίριαξε ποτέ υπαρξιακά και πολιτισμικά στα αυτοκρατορικά μέτρα. Και μετατρέπει, όπως θα δούμε, αυτή τη σχεδόν αθέατη από την ιστορία ακαριαία επαφή των δύο, του τόπου της και του ποιητή, σε ποίηση ντυμένη σε πρόζα, με μια λογοτεχνική αφήγηση που ελίσσεται αβίαστα ανάμεσα στην αποικιακή και την αυτόχθονη οπτική.
Τι ήταν η Κύπρος γι’ αυτούς τους πρώτους Βρετανούς που την παρέλαβαν ως νέοι διαχειριστές της μοίρας της; Απεχθής. Η αποστροφή για τη Λευκωσία του πρώτου Μεγάλου Αρμοστή συναιρεί μετωνυμικά την αποικιακή πρόσληψη του νησιού στο σύνολό του από αυτούς, ως γης πολιτισμικά υποδεέστερης. Η Νάσια Διονυσίου φωτίζει αυτή την πρόσληψη έχοντας φορέσει αφηγηματικά το σώμα του Άλλου, του αποικιοκράτη, περίπου σαν δικό της ρούχο. Έχει δανειστεί το βλέμμα του, έχει σχεδόν ενσωματώσει την ταυτότητά του, αποδίδοντας με αμεσότητα την περιφρόνησή του απέναντι σε μια γη-ιδιοκτησία που μοιάζει να βρίσκεται στο σύνορο της ιστορίας και σίγουρα στο περιθώριο της δυτικής πολιτισμικής μεγαλοσύνης. Διαβάζουμε στις σελίδες 14 και 15: «Απεχθανόταν και την ίδια τη Λευκωσία – τον μεγαλύτερο βόθρο μέσα στον οποίο η βρωμιά αιώνων είχε χυθεί, όπως έλεγε και ξανάλεγε και έγραφε στο ημερολόγιό του, μια πόλη χωρίς κανένα αρχιτεκτονικό νόημα ή κάποια προσωπική αισθητική, […] και πόσο πολύ απεχθανόταν τα τσιμπουριασμένα σκυλιά που τους γυρόφερναν κυνηγώντας τις ουρές τους, και τα κοράκια που έκραζαν μέσα στις μισοξεραμένες χουρμαδιές, και τα κουνούπια που βούιζαν πάνω από τα χυμένα νερά, και τα χυμένα νερά που λίμναζαν μέσα στις ανοιχτές λακκούβες, και τις λακκούβες στις οποίες σκόνταφταν και κολλούσαν οι καρότσες, ξεσηκώνοντας σκόνη τριγύρω τους». Η κατασκευή της αποικιοκρατικής αφήγησης μέσα από τον παραληρηματικό λόγο του Αρμοστή που διαμορφώνει μια μονομερή δογματική αναπαράσταση του κόσμου της Κύπρου είναι υποδειγματική. Απηχεί εύστοχα τις μεταποικιοκρατικές θεωρίες για τις ψευδείς πολιτισμικές αναπαραστάσεις του ανατολικού κόσμου από τις αποικιακές δυνάμεις. Ταυτόχρονα, η ειλικρίνεια αυτού του λόγου μάς επιτρέπει σήμερα να κατανοήσουμε λίγο καλύτερα το χθες αυτού του τόπου, της Κύπρου και ίσως να νιώσουμε όσοι διαβάσαμε το βιβλίο λίγο πιο άνετα με το σεφερικό ερώτημα «ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί». Το γνωρίσαμε λίγο καλύτερα ή τουλάχιστον λίγο ακόμα.
Την ίδια, πάντως, στιγμή, η λογοτεχνική αφήγηση αναιρεί το απεχθές. Ανάμεσα στη μνήμη της περιφρονητικής κυριαρχίας και της επιθυμίας για ανανοηματοδότηση της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, η συγγραφέας αποκρίνεται σήμερα στο τότε του Αρμοστή, περιγράφοντας ένα ειδυλλιακό τοπίο που ακυρώνει τη χλευαστική ματιά του αποικιοκράτη. Γράφει στοργικά για το νησί της από την οπτική, τώρα, της εντοπιότητας: «[…] ο ήλιος χυνόταν και φανέρωνε επάνω στους βράχους ανάγλυφα χνάρια από πεταλίδες, όστρακα, πατούσες νάνων ιπποπόταμων, χυνόταν κι έκανε να χρυσίζουν τα θυμάρια, τα τεύκρια, οι δάφνες, τα ρασσιά, οι τζιουρινέες, οι ψυλλίτες, κι έκανε να χρυσίζουν τα φτερά μιας μέλισσας που πετούσε εκεί κι άλλης μιας παραδίπλα κι ακόμα μίας, και ο νεαρός κάθισε τότε χάμω, στη γη που δεν ήταν χώμα, αλλά πέτρα και ρίζες και προαιώνιοι χυμοί ορυκτών απ’ το βάθος του κόσμου». Η ταπεινότητα της Λευκωσίας και η ειδυλλιακή ομορφιά του Τροόδους συνθέτουν έναν τόπο ενιαίο που είχε πάντα αισθητική, με την οποία, απλώς, οι Άγγλοι αποικιοκράτες απαξιούσαν να συντονιστούν. Ήταν αθέατη στα μάτια τους όχι επειδή δεν υπήρχε, αλλά επειδή εκείνοι δεν ήθελαν να δουν. Ή ίσως επειδή δεν μπορούσαν να δουν, γιατί η σκληρή χάρη που απέπνεε έδειχνε ότι «αυτός ο τόπος δεν ήταν ποτέ δικός τους, ήταν του Ομήρου» για να θυμηθούμε τους επιγόνους του Αρμοστή, στην ποίηση –και πάλι– του Σεφέρη.
Αλλόκοτος και τραχύς εμφανίζεται και ο Γάλλος ποιητής. Άφιλος και δυσπρόσιτος, καθόλου δεν θυμίζει το ραφινάτο προφίλ των Βρετανών –μοιάζει περισσότερο με τις σκληρές πέτρες του βουνού όπου εργάζεται για λογαριασμό τους. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι φευγαλέος, άπιαστος –στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, ο απόηχος της παρουσίας του βαραίνει περισσότερο απ’ το ίδιο του το σώμα. Η άκαρπη αναζήτηση δημιουργεί απορίες: «Ποιος έχει υπάρξει;», αναρωτιέται ο ταχυδρόμος –άλλη μια από τις λογοτεχνικές μορφές του βιβλίου. Έχει, άραγε, νόημα να απαντηθεί το ερώτημα; Μπορεί κανείς να αποκρυπτογραφήσει το αίνιγμα Ρεμπώ, «κάποιον που κι αν ακόμα τον είχε συναντήσει θα ήταν σαν να μην τον συνάντησε ποτέ;». Η αφήγηση κατασκευάζει μια απάντηση μέσα από τον μονόλογο-έκρηξη του λογοτεχνικού Ρεμπώ, αλλά υποδεικνύει ταυτόχρονα ότι αυτό που έχει αξία δεν είναι το να κατανοήσει κανείς αλλά να μυηθεί, όσο μπορεί, σ’ αυτό το αίνιγμα: ανιχνεύοντας τα ερωτηματικά του, ψαύοντας τα ποιητικά, βιωματικά και αρχειακά του ίχνη, ίχνη προνομιακά για τον τόπο που τα άφησε όποιος κι αν είναι αυτός, όπου κι αν είναι. Η εγγύτητα, πάντως, νησιού και ποιητή θα αποδειχτεί πρόσκαιρη, σχεδόν απατηλή. Στο Μη γράφετε Αρθούρος η κυπριακή γη συνευρίσκεται συμβολικά μαζί του, μόνο που κανένας τόπος δεν μπορεί να περιορίσει μια τέτοια οντότητα, να την κερδίσει για πολύ, να την κρατήσει δέσμια πέραν του στιγμιαίου· γιατί ο χρόνος μετατρέπει τον τόπο σε δεσμωτήριο που υποβιβάζει το είναι της, λειώνει τη φλόγα της μετατρέποντάς τη σε στάχτες: «σιγά μην καταλήξω ένας από δαύτους, αρκούνε τόσοι καταραμένοι εδώ χάμω, δεν θα αντάλλαζα τη δυστυχία μου με τη δειλία τους, τους γνωρίζω όλους, καθένας να σιχαίνεται τους υπόλοιπους, σιγά μη μείνω να κυλιέμαι μαζί τους στη λάσπη, άνθρωπος ικανοποιημένος, γιος της κάθε οικογένειας, ούτε φλογερός, ούτε αδύναμος, ένας χλιαρός άνθρωπος που δεν έκανε τίποτε, που δεν θέλησε να κάνει τίποτε, που έπεφτε στα πόδια των αλόγων, ανάξιος για την τρομακτική ομορφιά, εκπαίδευση–επάγγελμα–γηρατειά–ένα εύκολο τέλος, να κατεβαίνετε αδιέξοδα ποτάμια […] τι είναι το μηδέν μου μπροστά στη νάρκωση που σας περιμένει; τι γυρεύω εγώ μέσα στη νύχτα σας;» – από τη σελίδα 109.
Γνωρίζουμε όλοι πια το τραγικό χιούμορ που επέδειξε η ζωή στην περίπτωση του Ρεμπώ. Η αφήγηση του γιατρού στο βιβλίο που ενώνει ξανά τη μοίρα του με τη γη της Κύπρου αναζωπυρώνοντας αισθήματα και εντυπώσεις, ολοκληρώνει το σχήμα που πήρε το πεπρωμένο του καταραμένου ποιητή. Το θεϊκό εφηβικό κορμί κατέληξε σ’ έναν αδύναμο ακρωτηριασμένο ανδρισμό. «Πώς έγινα ο εχθρός που μισούσα;» θα αναρωτηθεί όταν έχει πια μετατραπεί σε είδωλο όσων περιγελούσε. Εντούτοις, η κακότυχη κατάληξή του δεν θα αφαιρέσει τίποτα από τη μαγεία που άφησε πίσω του δραπετεύοντας. Χρόνια μετά ο ταχυδρόμος ξανανιώθει την ενέργειά του –«κάποιος υπάρχει εδώ πάντα» φωνάζει μέσα του. Γιατί οι καταραμένες-απεχθείς ζωές, όπως αυτή του Αρθούρου Ρεμπώ με την εκρηκτικά σύντομη ποιητική κατάθεση, και οι καταραμένοι-απεχθείς τόποι, όπως το στερημένο νησί της Κύπρου με τις κοιμισμένες δυνατότητες, υπάρχοντας με τον δικό τους τρόπο, χωρίς τη συνήθη αποδοχή, διατηρούν μια μορφή πραγματικής ελευθερίας: Η σάγκα της κυπριακής ιστορίας, επομένως, και το flash fiction της ζωής του ποιητή μας εναρμονίζονται στην αφήγηση ακριβώς επειδή συνέκλιναν σε τούτο: αρνήθηκαν κάποτε να μεταμορφωθούν υπακούοντας σε εξωτερικές επιρροές και τρόπους που τις παράλλαζαν. Και η σύναψή τους σ’ εκείνο το μικρό ρήγμα του χρόνου με τον τρόπο που απεικονίζεται στο βιβλίο ξαναμετράει το μέγεθος τού κάθε φορά πολιτικά και κοινωνικά ορθού. Και ανασημασιοδοτεί την έννοια του «καταραμένου», σε μια εποχή όπου τη μια στιγμή σχεδόν δεν υπάρχει άτομο ή ομάδα που να θεωρείται εκτός του κοινωνικού συμβολαίου και από την άλλη εύκολα δαιμονοποιείται ξανά και απόλυτα ό,τι αποκλίνει από γρήγορα επανεγκαθιδρυμένες συντηρητικές αναπαραστάσεις του παρελθόντος.
Ως εδώ έγινε λόγος για δύο πρωταγωνιστές που αφορούν την πλοκή. Από τη σκοπιά του μεταλογοτεχνικού στοχασμού υπάρχει όμως και τρίτος, η γλώσσα της αφήγησης. Το σύμπαν όπου Λόγος, φαντασία, συναίσθημα και εμπειρία χωνεύονται και στη συνέχεια εκλύονται μετασχηματισμένα σε λογοτεχνικό κείμενο. Στο Μη γράφετε Αρθούρος, η γοητεία του αισθητού πάλλεται μέσω μιας γλώσσας που με τη σειρά της ανθίζει γενναιόδωρα για τον αναγνώστη, θυμίζοντας πόσο ευρύχωρη και πολύτροπη είναι η ελληνική όταν δεν την περιορίζει κανείς στην κανονιστική κοινή· όταν την προσεγγίζει ως ένα σύνολο που πηγάζει δυναμικά από πολλές πηγές της –μια από τις οποίες και η διάλεκτος. Η γενναιοδωρία της εγγράφεται στο σώμα του έργου ως μια βαθιά, εγγενής δύναμη που επιτρέπει στον λόγο να ψιθυρίζει τρυφερά, να αναστενάζει μαλακά, να περιφρονεί παγερά ή παθιασμένα, να τραγουδά και να τραγουδά με χάρη, να εκρήγνυται εκκωφαντικά όταν κορυφώνεται η συναισθηματική ένταση ή να νοσταλγεί βαθιά μέσα από κάθε επιλεγμένη λέξη και τον ήχο αυτής. Είναι ένα βιβλίο που το απολαμβάνει κανείς ακόμα περισσότερο διαβάζοντάς το φωναχτά. Η πένα γλιστράει συνεχώς προς την ποίηση· κάποιες περίοδοι είναι πεζοποιήματα –και εξαιρούνται εδώ τα αποσπάσματα από τον ίδιο τον Ρεμπώ. Η αφήγηση, χωρίς να γίνεται λιγότερο ρεαλιστική, διακρίνεται από μεταφορικές κλιμακώσεις, πρόσωπα και τοπία διαποτίζονται από μυστικισμό οδηγώντας τον αναγνώστη να μετέχει ενεργά στη δημιουργία του νοήματος. Στην αίσθηση αυτή συνεισφέρει πρωτίστως η επιλογή της λέξης αλλά πολύ και της στίξης –για την ακρίβεια, η απουσία συχνής στίξης που μετατρέπει τη στερεότυπη ανάγνωση σε ρυθμική εκφορά του λόγου.
Και μια και η αναφορά στο ποιητικό έργο του Ρεμπώ, για το οποίο η συγγραφέας κάνει λόγο στη σημείωσή της, ας επισημανθεί ακόμα κάτι για τη λογοτεχνική της φυσιογνωμία. Στο τέλος του βιβλίου η Νάσια Διονυσίου περιλαμβάνει το σύνολο των έργων –είτε είναι λόγια είτε δημώδη ή θρησκευτικά– που ενσωμάτωσε, καθώς και την ιστορική βιβλιογραφία στην οποία τεκμηρίωσε την εικόνα της τότε Κύπρου. Φαίνεται ότι κι εδώ εδραιώνεται πια μια πρακτική την οποία και άλλοι ομότεχνοί της στην Ελλάδα και την Ευρώπη ακολουθούν δυναμικά. Όχι μόνο προηγείται της γραφής ενδελεχής έρευνα ώστε ό,τι προκύψει να είναι κυρίως αληθολογικό και όχι απλώς αληθοφανές –κάτι που είναι σύνηθες–, αλλά παρατίθεται στο τέλος βιβλιογραφία σαν να παραδίδεται ένα έργο όχι λογοτεχνικό αλλά ιστορικό-επιστημονικό. Η ισορροπία, εντούτοις, δεν χάνεται ποτέ. Το τεκμήριο –ακόμα και το εγκιβωτισμένο ξένο λογοτεχνικό σώμα που δίνει μια εντυπωσιακή διακειμενική διάσταση στο έργο– όχι μόνο δεν παγιδεύει τη λογοτέχνιδα, αλλά εκτινάσσει τις δυνατότητές της. Τροφοδοτεί τη γραφή της με εξαίρετη πρώτη ύλη, η οποία, όμως, χάρη στη γλώσσα, στη δική της γλώσσα, την απίστευτα λυρική σ’ αυτό το βιβλίο, μετατρέπεται σε αισθητική ενέργεια που συνεπαίρνει –δίνοντας και σ’ εκείνο το ίδιο νέα επίκαιρη δυναμική, αφού του εξασφαλίζει λειτουργικότητα και στο παρόν.

