Έφη Χ. Πέτκου

Ο ρόλος πεζογράφων της γενιάς του ’30 ανάμεσα στην παράδοση και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό*

Αντώνης Ε. Χαριστός[1]Ο Α. Χαριστός είναι φιλόλογος και απόφοιτος του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών «Δημιουργικής Γραφής» του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Είναι ιδρυτικό μέλος της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης από τον Μάιο του 2018 και έχει εκδώσει τα πεζογραφήματα Τέσσερις ανάσες ελευθερίας (2016), Μέρες νηστείας (2018) και Οι μαστοί των Αθηνών (2021). Παράλληλα έχει εκδώσει τις μελέτες Μανιφέστο Ανθρωπιστικής Τέχνης (2018), Υπερρεαλισμός και αυτονόμηση των ιδεών. Για μία νέα κατασκευή της παράδοσης … Συνέχεια..., Η λογοτεχνία της ευθύνης. Ιστορία και ταυτότητα στη λογοτεχνική κίνηση του ʼ30. Ο ρόλος του Άγγελου Τερζάκη, εισ. Γ. Ορφανίδης, Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2021.

Ένα νέο μελέτημα έρχεται να συμβάλει στη σκιαγράφηση της ανανεωτικής κίνησης που πραγματοποιείται από εκπροσώπους της πληθωρικής λογοτεχνικής γενιάς του ’30, αξιολογώντας κυρίως τη συνεισφορά του Άγγελου Τερζάκη, αλλά εν μέρει και του Γιώργου Θεοτοκά. Ο συγγραφέας του, Αντώνης Χαριστός, δεν εστιάζει αποκλειστικά στον ουσιαστικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι δύο αυτοί πεζογράφοι στην αναδιαμόρφωση της νεοελληνικής πεζογραφίας, αλλά προηγουμένως επιχειρεί ένα είδος αναστοχαστικής ιστοριογραφίας της νεοελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής από τον 10ο αι. μέχρι την εμφάνιση της λογοτεχνικής γενιάς του ’30, δίνοντας έμφαση στους κοινωνικοπολιτικούς όρους των διαφορετικών ιστορικών περιόδων, σε δεδομένα της νεότερης πολιτισμικής ιστορίας και της ιστορίας των ιδεών, αλλά και στο έργο συγκεκριμένων ατόμων, με το οποίο επιτεύχθηκε στο λογοτεχνικό πεδίο η εξισορρόπηση ανάμεσα στην κληρονομιά του αρχαιοελληνικού και βυζαντινού παρελθόντος και των ξενόφερτων, κυρίως δυτικής προέλευσης επιδράσεων.

Τα δύο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου του με αντίστοιχους τίτλους: «Ιστορία και παράδοση. Ανάμεσα στην πρόσληψη και την ερμηνεία» και «Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός. Από την άρνηση στη θέση» συνιστούν μια απόπειρα περιδιάβασης σημαντικών εξελικτικών φάσεων της ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, κριτικής επισκόπησης τόσο των στοιχείων της παράδοσης όσο και των δυτικών επιρροών, καθώς και των υλικών όρων και ιδεολογικών παραγόντων που συνέβαλαν στη διαμόρφωση και εξέλιξη του λογοτεχνικού μορφώματος στον ευρύτερο ελληνικό χώρο.

Το χρονικό άνυσμα της ιστορικής αυτής επισκόπησης εκκινεί από την εμφάνιση και διάδοση του δημοτικού τραγουδιού από τον 10ο αι. Υπογραμμίζεται η χρήση της δημώδους γλώσσας από το έπος του Διγενή Ακρίτα (α΄ μισό 11ου αιώνα) και τη Φυλλάδα του μεγάλου Αλεξάνδρου κι έπειτα, επιχειρείται ξεχωριστή εστίαση στην πνευματική άνθιση μετά την Άλωση της Πόλης που εκδηλώνεται στα φραγκοκρατούμενα κυρίως μέρη του ελληνισμού και χαρακτηρίζεται από τις πολιτισμικές προσμίξεις, ενώ γίνεται αναφορά και στα δημώδη κείμενα της εκκλησιαστικής ρητορικής. Ως ιδιαίτερα σημαντικός αποτιμάται και ο ρόλος του κύκλου των Φαναριωτών υπό την επίδραση προοδευτικών ιδεών των εγκυκλοπαιδιστών του Διαφωτισμού, γλωσσικών και αισθητικών τάσεων που αναπτύσσονται κατά την περίοδο αυτή. Ο Αδ. Κοραής και ο Α. Κάλβος χαρακτηρίζονται δικαιολογημένα από τον κ. Χαριστό ως «καταλύτες των πνευματικών διεργασιών» που συντελούνται κατά τον 19ο αι., καθώς συνεισφέρουν ο καθένας με τον τρόπο του στη διοχέτευση των νέων ιδεών και στον εκσυγχρονισμό της ελληνικής παιδείας.

Τον τελευταίο σταθμό της ιστορικής αυτής περιδιάβασης συνιστά «το ορόσημο του 1880», ορόσημο μιας νέας λογοτεχνικής γενιάς, αυτής του 1880, που εμφανίζεται αμέσως μετά τη ρομαντική σχολή των Αθηνών. Η εδραίωση του ρομαντικού πνεύματος κατά το διάστημα 1830-1880 συνδέεται με την ανάγκη υπέρβασης των ιδεολογικών αντιθέσεων, εθνικού αυτοπροσδιορισμού και επιβεβαίωσης της ιστορικής συνέχειας των Ελλήνων. Ωστόσο, την παρακμή του ρομαντισμού ακολουθεί η εμφάνιση του δυτικοευρωπαϊκού παρνασσισμού και ρεαλισμού, η αξιοποίηση της δημοτικής γλώσσας στη λογοτεχνία και η στροφή στο καθημερινό και οικείο, η επισταμένη μελέτη της λαϊκής παράδοσης με κύριο πρωτεργάτη τον Ν. Γ. Πολίτη και η καλλιέργεια της ηθογραφίας, παράλληλα με την απομάκρυνση από το ιστορικό μυθιστόρημα, όπως και η πρόκριση του διηγήματος.

Οι κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις που διαδραματίζονται στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ού αι. συνδέονται από τον συγγραφέα της συγκεκριμένης μελέτης με την ανάδυση της μεσαίας αστικής τάξης και τον φιλελεύθερο βενιζελικό μετασχηματισμό για ένα κράτος δικαίου και για τον εξορθολογισμό της ελληνικής οικονομίας και συνιστούν παράγοντες διαμορφωτικούς της λογοτεχνικής παραγωγής της μεσοπολεμικής περιόδου. Παράλληλα, γίνεται απόπειρα παρακολούθησης των νέων τάσεων που εκδηλώνονται στο πλαίσιο νεοεμφανιζόμενων αισθητικών ρευμάτων στο ευρωπαϊκό στερέωμα, με απώτερο στόχο τη σκιαγράφηση του συγκερασμού «της λαϊκής παράδοσης με τα σύγχρονα ρεύματα της ευρωπαϊκής διανόησης»[2]Α. Χαριστός, ό.π.,σ. 155.. Ανταποκρινόμενοι στο αίτημα της «ελληνικότητας», οι εκπρόσωποι της γενιάς του ’30 τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία επιδιώκουν τη δημιουργική σύνθεση των δύο αυτών αντίρροπων τάσεων στο λογοτεχνικό έργο τους. Στη νεοελληνική πεζογραφία της δεκαετίας του ’30, όπου το αίτημα της ελληνικότητας προβάλλεται σθεναρά, διαπιστώνεται η αγκύλωση σε ξεπερασμένα αφηγηματικά πρότυπα και τρόπους έκφρασης, με αποτέλεσμα η διαφαινόμενη ρήξη με το παρελθόν και πιο συγκεκριμένα με την ηθογραφία να είναι αναμενόμενη[3]Η ρήξη αυτή θα επιχειρηθεί καταρχήν με τα μοντερνιστικά προτάγματα των Μακεδονικών ημερών, την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου και ποικίλους εκφραστικούς πειραματισμούς, αλλά και με την ψυχογραφική αφήγηση ή ακόμη με τον δοκιμιακό λόγο πεζογράφων της γενιάς αυτής, ενώ θα επισημοποιηθεί με τη δημοσίευση του μανιφέστου της γενιάς του 1930, Ελεύθερο πνεύμα (1929) του Γ. Θεοτοκά, όπου καταδικάζεται η ηθογραφία ως φωτογραφική προσέγγιση. Πρόκειται για μια πολεμική που δεν είναι μονοσήμαντη, … Συνέχεια....

Ο κριτικός αντίλογος προς την ηθογραφική διηγηματογραφία συνδέεται με τη μετάθεση του κέντρου βάρους από την ύπαιθρο στην πόλη. Μέσα στη δεκαετία του ’30, το διήγημα παύει να κυριαρχεί ως πεζογραφικό είδος και τη θέση του παίρνει το μυθιστόρημα, εκδηλώνεται ένας εμφανής κοσμοπολιτισμός και προάγονται παράλληλα οι ψυχογραφικοί πειραματισμοί, οι κοινωνικοπολιτικοί προβληματισμοί και οι νεωτερικές εκφραστικές αναζητήσεις. Εξακολουθεί, ωστόσο, να καλλιεργείται μια ελληνική εκδοχή του ρεαλισμού-νατουραλισμού, στην οποία επιβάλλεται ο αμέριστος σεβασμός για τις έννοιες λαός, παράδοση, ελληνικότητα, ενώ χρησιμοποιούνται ως κύρια μέσα η παρατήρηση, η μνήμη και τα αυτοβιογραφικά αποθέματα και ρίχνεται φως στη μικροαστική δομή της ελληνικής κοινωνίας.

Το 3ο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Λογοτεχνία και ευθύνη. Ο ρόλος του Άγγελου Τερζάκη» είναι αφιερωμένο στην ανάλυση του ρόλου του Άγγελου Τερζάκη. Η πεζογραφία του, κατά τον συγγραφέα του βιβλίου, «παρακάμπτει τα ιδιόμορφα χαρακτηριστικά του μοντερνισμού προκειμένου να διαμορφώσει τους όρους συντεταγμένης διαπαιδαγώγησης και κατεύθυνσης της κοινωνίας»[4]Α. Χαριστός, ό.π.,σ. 162-163., αποφεύγοντας, ωστόσο, τις αρχαιολατρικές ακρότητες. Ο Τερζάκης υπογραμμίζει την αναγκαιότητα του μυθιστορήματος, θεωρώντας πως η πολύπλευρη δομή του και η ποικιλία εκφραστικών και υφολογικών στοιχείων ανταποκρίνονται στις φιλοδοξίες της γενιάς του. Επιπλέον, υιοθετώντας τη στάση ενός υπεύθυνου πνευματικού ανθρώπου, επιχειρεί να προβάλει τις εθνικές μας αξίες φανερώνοντας το αδιέξοδο του ανερχόμενου ελληνικού αστισμού και παράλληλα να αναδείξει την αξία του ιστορικού μυθιστορήματος, αναζωπυρώνοντας το ενδιαφέρον για την εθνική μας παράδοση και δίνοντας έμφαση στη γλώσσα και στη θρησκεία.

Όπως και άλλοι πεζογράφοι της ίδιας γενιάς, αποφεύγει τον στείρο ιστορικισμό, αλλά υιοθετεί στη γραφή του παραδοσιακά σχήματα που θεωρεί σημαντικά για την προώθηση της αναγκαίας αναδημιουργικής λογοτεχνικής δράσης, τονίζοντας την ανάγκη κριτικής αναθεώρησης του παρελθόντος και αναπροσαρμογής του στα σύγχρονα δεδομένα, παράλληλα με την αποδέσμευση της παράδοσης από μύθους και προκαταλήψεις. Συνεπώς, όπως ορθά διαπιστώνει ο Χαριστός, ανταποκρίνεται στο αίτημα της ελληνικότητας, επιδιώκοντας «τη συνέχεια του ελληνισμού μέσα από την παράδοση η οποία επέτρεπε στο έθνος να είναι δημιουργικό»[5]Α. Χαριστός, ό.π.,σ. 171..

Στο μελέτημα του Α. Χαριστού διερευνάται η εξωστρέφεια της πεζογραφίας του Τερζάκη, δεδομένου ότι στο έργο του επιχειρείται η αναπαράσταση σύγχρονων κοινωνικών αντιφάσεων και αντιθέσεων, αλλά και η αποτύπωση της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης του ατόμου στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, της καθοριστικής για τις επιλογές και την ίδια τη ζωή του συμπλοκής παρόντος και παρελθόντος. Η έμφαση σε μια ετεροκαθοριζόμενη ατομικότητα υπαγορεύει μια νέα εστίαση στη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο κατά τη διάρκεια του αγώνα της ζωής, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αποκάλυψη στα μυθιστορήματά του της απαξίωσης του ανθρώπου που επιφέρει η νεότερη επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος.

Υπογραμμίζεται εύλογα ότι ο Τερζάκης νοηματοδοτεί εκ νέου την έννοια του ανθρώπου στην πεζογραφία του, αναπαριστώντας το υπαρξιακό αδιέξοδο λόγω της χρεωκοπίας της αστικής οικογένειας και το «δράμα μιας ακίνητης ζωής» και επιδιώκει την ψυχογράφηση των ηρώων του στο πλαίσιο μιας αφήγησης που επικεντρώνεται στις υποκειμενικές εντυπώσεις που δημιουργούν τα ιστορικά γεγονότα, οι εξωτερικές μεταβολές και ρήξεις, αλλά και στη συνειδησιακή κρίση που σχετίζεται με τη επακόλουθη μεταβολή της κοσμοθεωρίας του ατόμου και τον αναπροσδιορισμό της σχέσης ύλης-πνεύματος. Παράλληλα, υιοθετεί τη ρεαλιστική τεχνοτροπία νέου τύπου, με την οποία αποτυπώνεται η κοινωνική πραγματικότητα όχι φωτογραφικά, αλλά μέσα από την ερμηνεία πράξεων των ηρώων και καταστάσεων[6]Επιχειρείται, συνεπώς, τόσο στους Δεσμώτες (1932) όσο και στη Μενεξεδένια πολιτεία (1937), αλλά και στα υπόλοιπα μυθιστορήματά τουμια ψυχαναλυτική προσέγγιση των συμβάντων, που συνεπάγεται την υπονόμευση της συνοχής του ρεαλισμού, ενώ ο θεσμός της οικογένειας, που συνδέεται με απορρυθμιστικούς κοινωνικούς παράγοντες, αξιοποιείται ως βασικό πεδίο της ψυχαναλυτικής ερμηνείας..

Τόσο ο Τερζάκης όσο και Θεοτοκάς, η συνεισφορά του οποίου στη συγκρότηση της ιδιαίτερης ταυτότητας της λογοτεχνικής γενιάς του ’30 συνεξετάζεται με αυτήν του Τερζάκη στο 4ο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο «Ο Γιώργος Θεοτοκάς και η λογοτεχνία της ταυτότητας», ανήκουν στην ομάδα πεζογράφων του αστικού ρεαλισμού, οι οποίοι διαφοροποιούνται από τους πεζογράφους της Αιολικής Σχολής και από τους μοντερνιστές πεζογράφους που συσπειρώνονται γύρω από τη Σχολή της Θεσσαλονίκης. Στο αστικό μυθιστόρημα της γενιάς τους αποτυπώνεται η θεαματική μεταβολή των όρων της ζωής ύστερα από την τραυματική εμπειρία του πολέμου και του ξεριζωμού από τα πάτρια εδάφη. Η δίψα της αλλαγής και η αναγκαιότητα κριτικής αναθεώρησης του παρελθόντος εκφράζονται, άλλωστε, και στο δοκίμιο του Γ. Θεοτοκά Ελεύθερο πνεύμα (1929), όπου διακηρύσσεται η πίστη στη φιλελεύθερη ατομική πρωτοβουλία και διατυπώνεται σε μια περίοδο κρίσης το όραμα μιας νέας μεγάλης Ιδέας του ελληνισμού, βασισμένης στον διάλογο με την ευρωπαϊκή διανόηση και στον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό. Γι’ αυτό και δικαιολογημένα ο ελληνοκεντρισμός των λογοτεχνών της γενιάς αυτής εκλαμβάνεται από τον συγγραφέα του βιβλίου ως βίωμα ιστορικής συνέχειας και ταυτόχρονα πολιτιστικής ανανέωσης.

Ο Α. Χαριστός αποκαλύπτει την κριτική θεώρηση της σύγχρονης ιστορικής πραγματικότητας και την ενεργοποίηση της μνήμης ως κύριες συνιστώσες ενός εγχειρήματος αναδημιουργίας που συντελείται στα μυθιστορήματα του Τερζάκη και του Θεοτοκά, παράλληλα με την ανάδειξη της ισχυρής ατομικότητας ως παράγοντα του λογοτεχνικού και κοινωνικού μετασχηματισμού[7]Για το θέμα αυτό βλ. και Bart Soethaert, Η στροφή προς το παρελθόν. Ορίζοντες του ιστορικού μυθιστορήματος (1935-1950) στην Ελλάδα, Romiosini / CeMoG, Freie Universität, Berlin 2019, όπου γίνεται λόγος για την ανανέωση της ποιητικής του ιστορικού μυθιστορήματος από πεζογράφους της γενιάς του ’30, όπως είναι ο Τερζάκης, ο Πρεβελάκης και ο Πετσάλης-Διομήδης, οι οποίοι παρουσιάζονται να συνομιλούν με νεωτερικά ρεύματα της μεσοπολεμικής περιόδου, αμφισβητώντας τη θετικιστική λογική του ιστορισμού στην Ευρώπη και … Συνέχεια.... Δίνει, επίσης, έμφαση στην προσπάθεια του Θεοτοκά να υπερβεί τη ρεαλιστική αφηγηματική αναπαράσταση μέσω μιας γραφής ελλειπτικής που καταγράφει τις αλληλεπιδράσεις στατικών ηρώων με το περιβάλλον κοινωνικό σύστημα και τις εσωτερικές αναζητήσεις τους. Τέλος, εύστοχα διακρίνει ότι ο Θεοτοκάς, όπως και ο Τερζάκης, «ασκεί κριτική στο θεσμικό πλαίσιο της σύγχρονης Δημοκρατίας» με επίκεντρο την οικογένεια, που «βιώνει τα πρώτα ρήγματα» και εστιάζει στον επαναπροσδιορισμό των ατομικών επιλογών.

Το συγκεκριμένο μελέτημα συνιστά μια απόπειρα εκ νέου εξέτασης του ιστορικοκοινωνικού πλαισίου σημαντικών σταθμών της νεοελληνικής λογοτεχνίας, υποδεικνύοντας τρόπους για μια χαρτογράφηση της τελευταίας, εστιασμένη στην εξισορρόπησή της ανάμεσα στην παράδοση και στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Η επανανάγνωση του αναμορφωτικού ρόλου της γενιάς του ’30 υπό το πρίσμα μιας ερμηνευτικής επισκόπησης των ιστορικών όρων διαμόρφωσης του λογοτεχνικού φαινομένου κατά τη δεκαετία του ’30 και νωρίτερα και η ανάδειξη του υπεύθυνου ρόλου του Τερζάκη στον καθορισμό της ιδιαίτερης ταυτότητας της συγκεκριμένης γενιάς αποτελεί ένα εγχείρημα αναμφισβήτητα ουσιαστικό, εγχείρημα που πλαισιώνεται από καίριες παρατηρήσεις για τη συνεισφορά του Γ. Θεοτοκά και την προοπτική εξέτασης της συμβολής των πρωτεργατών της Αιολικής Σχολής σε μια μελλοντική αυτοτελή μελέτη.

*Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή ομιλίας κατά τη διαδικτυακή παρουσίαση του βιβλίου (17.4.2021).

Υποσημειώσεις[+]

«...είμαι η επίθεση της ελευθερίας στις σκληρές καρδιές
και το ποίημα που δύσκολα ακούγεται.…»
Τζακ Χίρσμαν
(Φρέαρ τεύχος 4 - Φθινόπωρο 2021)
Κύλιση στην κορυφή