Διονύσης Στεργιούλας

Ο Ρωμανός ο Μελωδός σε νεοελληνική απόδοση

Θεόφιλος Πουταχίδης, Επί πέτρας ασείστου, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2024 και Εδώδιμο ειλητάριο, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2022.

Τα κοντάκια του Ρωμανού του Μελωδού αποτελούν λογοτεχνικά κείμενα πολύ μεγάλης ποιητικής αξίας. Για να φτάσει σήμερα αυτό να θεωρείται αυταπόδεικτο, έχουν περάσει δεκαπέντε αιώνες και ο λόγος του έχει επηρεάσει στο μεταξύ, συνειδητά ή εν αγνοία τους, πλήθος δημιουργών. Ο θαυμασμός και η αναγνωστική προσκόλληση σε έργα αυτού του φιλολογικού, θεολογικού και αισθητικού ύψους οδηγούν σε εσωτερικές διεργασίες που συνήθως έχουν απτά αποτελέσματα στη ζωή μας και στη γραφή μας. Ο Ρωμανός εξαντλεί κάθε φορά το θέμα του ποιητικά, δραματολογικά και θεολογικά. Η τεχνική του υπερεπάρκεια ωστόσο και το ταλέντο ή κάποιες έμφυτες κλίσεις δεν θα ήταν αρκετά, εάν από τα κείμενά του έλειπε το απροσδιόριστο στοιχείο που χαρακτηρίζει όλα τα σημαντικά σύνολα έργων και γίνεται αντιληπτό μόνο διά του αποτελέσματος. Εκφράσεις του όπως «παιδίον νέον ο προ αιώνων Θεός» προκαλούν τον διαχρονικό θαυμασμό όσων αγαπούν την ποίηση. Η αστείρευτη έμπνευσή του δεν αφορά τόσο τη θεματολογία του, που προέρχεται κατά κανόνα από προϋπάρχουσες αφηγήσεις των ιερών κειμένων, όσο την προσέγγιση αυτών των θεμάτων από διαφορετικές οπτικές γωνίες και με ποικίλους εκφραστικούς τρόπους, με την αξιοποίηση κάθε δυνατότητας για διάλογο μεταξύ των προσώπων που πρωταγωνιστούν. Ακόμη αξιοποιεί πλήθος στοιχείων και εκφράσεων της καθημερινής ζωής, αφού προτιμά, όπως προκύπτει από συγκεκριμένες αναφορές του, τη γλώσσα των «αλιέων» από τη γλώσσα των φιλοσόφων. Και ας βρίσκεται πολύ συχνά εγγύτερα στο πνεύμα των φιλοσόφων. Δεν αισθανόταν λόγιος που απευθύνεται σε λογίους, αλλά άνθρωπος του λαού που απευθύνεται σε όλους. Έκρινε ότι για να μιλήσει στην ψυχή τους έπρεπε πρώτα να μιλήσει στη γλώσσα τους. Όπως οι εικόνες ήταν, κατά τον Ιωάννη Δαμασκηνό, τα βιβλία των αγραμμάτων, έτσι και ο λόγος του Ρωμανού μπορούσε να μεταδώσει θεολογικές αλήθειες χωρίς τη χρήση δυσνόητων λέξεων και πολυσύνθετων συλλογισμών. Πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι, παρά τον απλό και κατανοητό του λόγο, είναι θεολογικά και δογματικά άτρωτος.

Οι σύγχρονοί του θα πρέπει να αντιμετώπισαν όχι μόνο με θαυμασμό (ή και ορισμένοι με άρνηση) το φαινόμενο Ρωμανός, αλλά και με απορία. Η πραγμάτευση των θεμάτων του γίνεται με μεγάλη ελευθερία και συχνά με γλώσσα που εκπλήσσει, αφού ακούμε πρόσωπα καθαγιασμένα από την ιερή παράδοση και από τα εκκλησιαστικά κείμενα να μιλούν με αφοπλιστική αμεσότητα, η οποία πιθανότατα χαρακτήριζε και τον ίδιο τον Ρωμανό, που φαίνεται ότι ήταν άνθρωπος με μεγάλο εύρος ενδιαφερόντων, φιλομαθής, με διαρκή περιέργεια για κάθε τομέα της καθημερινής ζωής. Οι συνομιλίες που παραθέτει αποτελούν, στις περισσότερες περιπτώσεις, έτοιμο προς δραματοποίηση υλικό. Και οι ερμηνευτικές δυνατότητες είναι περισσότερες από όσες αρχικά διακρίνονται. Στους διαλόγους του καλύπτεται μεγάλο φάσμα των ανθρώπινων σχέσεων, αλλά και βαθύτερων δομών που τις διέπουν, αφού η θρησκευτική ποίηση του Ρωμανού (και της πλειονότητας των βυζαντινών ποιητών) επιτελούσε στην εποχή της παράλληλα και τον ρόλο της κοσμικής ποίησης, όπως συνέβαινε παλαιότερα σε έναν βαθμό με τα έπη του Ομήρου και με τα έργα των τραγικών ποιητών. Ένα παράδειγμα διπλής ή εκτός πλαισίου ανάγνωσης: Στο κοντάκιο «Των αγίων τριών παίδων» διαβάζουμε εκφράσεις που χαρακτηρίζονται από έντονα αντιεξουσιαστικό περιεχόμενο. Οι τρεις νέοι που συγκρούονται με τον βασιλιά και με το περιβάλλον του, επειδή δεν θέλουν να προσκυνήσουν το χρυσό είδωλο που συμβολίζει την εξουσία του, θυμίζουν, τηρουμένων των αναλογιών, τους επανασταστημένους νέους όλων των εποχών. Οι άνθρωποι του βασιλιά τούς λένε, μεταξύ άλλων, ότι είναι καλά παιδιά και ότι πρέπει να σκεφτούν τα νιάτα τους και να μην αδικήσουν τον εαυτό τους, επειδή η ζωή δεν πουλιέται για να την αγοράσουν ξανά. Εκείνοι όμως δεν λαμβάνουν καν υπόψη αυτού του είδους τις συμβουλές. (Φυσικά, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ο Ρωμανός, όταν έγραφε αυτούς τους στίχους, έφερε στον νου του κάποιον από τους βασιλείς της εποχής του.) Τρία μικρά αποσπάσματα του ιδιαίτερου αυτού κοντακίου:

«Μα τι να πούμε, άλλωστε, με άνθρωπο παράφρονα
που ασύνετα σηκώνει φωνή μεγάλη λέγοντας:
“Το είδωλό μου όλοι εμπρός, πάτε και προσκυνήστε”;
Μα απ’ όλα το χειρότερο είναι οι απειλές του, καθώς, λέει, θα τιμωρηθεί
όποιος δεν πειθαρχήσει και τ’ άψυχο αντικείμενο δεν πάει να προσκυνήσει.»
(σ. 198)

«Πάτε να μας διαλύσετε, πάτε να καταλύσετε το έθνος και το γένος μας κι αυτόν τον βασιλιά μας.
Μη φτάσετε μέχρις εκεί, παιδιά μου, σας το λέμε· τα βέλη που ’ν’ στο τόξο σας να μην τα εκτοξεύσετε, ακόμα προλαβαίνετε – κάντε το έστω τώρα.
Τα νιάτα σας, τουλάχιστον, πρέπει να λυπηθείτε, τη χάρη αυτήν να κάνετε πρέπει στον εαυτό σας.
Δεν σου χαρίζεται η ζωή ξανά αφού πεθάνεις·
στα μαγαζιά δεν την πουλάν, για να την αγοράσεις.»

(σ. 202)

Αφού τότε έτσι μίλησαν οι προύχοντες στους νέους,
νόμιζαν πως για τα καλά πέτυχαν τον σκοπό τους.
Όμως, οι νέοι δυνατοί, αφού τέτοιο μαρτύριο συνείδησης περάσαν, είχανε άλλες βουλές·
αντίθετα απ’ τις συμβουλές, πιο σταθεροί, πιο στέριοι, έτσι αποκριθήκανε μεγαλοφώνως τότε:
«Μα τι στ’ αλήθεια», ρώτησαν, «είναι αυτά που λέτε; Θαρρείτε με τα λόγια σας
ή με τις απειλές σας, εμείς πως θα λυγίσουμε;»

(σ. 203)

Αν και το πρωτότυπο δεν αντικαθίσταται, η απόδοση στην τρέχουσα μορφή της γλώσσας μας αποτελεί συχνά αναγκαία προϋπόθεση για την προσέγγιση και την κατανόηση ενός παλαιότερου έργου από το ευρύ κοινό, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα δύσκολα ή δυσερμήνευτα σημεία για τα οποία απαιτείται ειδική έρευνα, που εδώ γίνεται από τον μεταφραστή για λογαριασμό των αναγνωστών. Η προσωπική μου άποψη, εν μέρει υποκειμενική (αφού δεν έχει εφευρεθεί ακόμη το μεταφρασιόμετρο), είναι ότι στους τόμους Εδώδιμο ειλητάριο και Επί πέτρας ασείστου αποδίδονται σε ικανοποιητικό βαθμό η γλώσσα και οι ιδέες του Ρωμανού, αλλά και η συνολική αίσθηση που αποπνέει το ύφος του. Ο Θ.Π. επιπλέον προσαρμόζει την απόδοση στο «κοινό περί ρυθμού και μουσικότητας αίσθημα», με τη χρήση στοιχείων και φράσεων που σε ορισμένες περιπτώσεις θυμίζουν ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια: Η φράση «Μικρόν ουν, ω μήτερ, ανάσχου…» (σ. 140) αποδίδεται: «λιγάκι μόνο υπομονή κάνε, λοιπόν, μητέρα…». Ο στίχος «και ουδέν αφήκεν εντός του τάφου» (σ. 156) αποδίδεται – ίσως με δόση μεταφραστικού ρίσκου: «τα πήρε όλα κι έφυγε και τίποτα δεν άφησε πίσω του μες στο μνήμα». Στην απόδοση του στίχου «έχεις σαφώς της εγέρσεώς μου τα ενέχυρα» (σ. 176) χρησιμοποιείται ένας σύγχρονος ιδιωματισμός: «Έχεις τρανή απόδειξη της Αναστάσεώς μου· κρατάς λοιπόν γερό χαρτί για κάθε αντιλογία». Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στα επόμενα δύο παραδείγματα: Ο στίχος «μη φείση έως αν απολάβης και τον έσχατον κοδράντην παρ’ εκείνου» (σ. 177) αποδίδεται: «Κυνήγα τον αλύπητα, μέχρι να του τα πάρεις μέχρι δεκάρας τσακιστής». Και ο στίχος «Ούτω λέγοντες τότε υφήψαν τον βασιλέα» (σ. 194) αποδίδεται: «Μ’ αυτά τα λόγια κάνανε τον βασιλιά μπαρούτι».

Τα πολλά αυτά στοιχεία προφορικότητας φέρνουν πιο κοντά στην εποχή μας το αρχικό κείμενο, αν και ταυτόχρονα απομακρύνουν από τις παρηχήσεις, τις συνηχήσεις και από συντακτικά σχήματα του πρωτοτύπου. Ωστόσο, η προσπάθεια να διατηρηθούν η αρμονία και η εσωτερική ισορροπία των στίχων και του ηχητικού αποτελέσματος είναι εμφανής σε όλη την έκταση της απόδοσης. Έτσι βέβαια η δουλειά του μεταφραστή γίνεται δυο φορές δύσκολη, αφού πρέπει να ληφθεί υπόψη ένα σύνολο παραμέτρων, συχνά αντικρουόμενων μεταξύ τους.

Σε άλλα σημεία, όταν οι λέξεις της νεοελληνικής δεν αρκούν από μόνες τους για να αποδώσουν όλες τις αποχρώσεις ή τις παράλληλες πληροφορίες μιας διατύπωσης του πρωτοτύπου, προστίθενται στη μετάφραση στοιχεία ερμηνείας, ώστε να μη χάνεται ο ειρμός του κειμένου και της σκέψης του Ρωμανού:

–«και ουχ ωράτο ξηρά ουκέτι,
αλλά υπήρχε καθώς το πρώην»
(σ. 228)

–απόδοση: «και όπου γυρνούσες για να δεις, στεριά πια δεν υπήρχε·
για να ακριβολογήσουμε η στεριά υπήρχε ακόμα, μόνο που δεν φαινότανε ότι
ήταν βυθισμένη».

Ο τύπος στίχου που ο μεταφραστής προτιμά είναι ο δεκαπεντασύλλαβος. Αυτό δεν σημαίνει ότι η απόδοση αποτελείται μόνο από δεκαπεντασύλλαβους, αφού πολύ συχνά είναι κρυμμένοι μέσα σε μεγαλύτερους στίχους ή τους βρίσκουμε μοιρασμένους στο τέλος ενός στίχου και στην αρχή του επόμενου. Η απόδοση των κοντακίων σε ρυθμούς και σε μέτρα οικεία στους σημερινούς αναγνώστες τούς φέρνει αυτομάτως εγγύτερα στη σκέψη, στην ποιητική και στη στόχευση του ίδιου του Ρωμανού. (Με τη διαρκή προϋπόθεση βεβαίως και του ολοκληρωμένου μεταφραστικού αποτελέσματος, το οποίο δεν είναι αυτονόητα δεδομένο ότι θα μπορούσε να προκύψει μόνο με τη φιλολογική επάρκεια και τη γνώση του τεχνικού μέρους των στίχων, της σημασίας των λέξεων, της γραμματικής και των συντακτικών φαινομένων. Ο μεταφραστής φυσικά πρέπει να γνωρίζει όλα τα προηγούμενα και ακόμη να έχει αντίληψη και ευρεία γνώση του ιστορικού και θεολογικού πλαισίου του 6ου μ.Χ. αιώνα, αλλά και να διαθέτει ως άνθρωπος την κοινή λογική. Δηλαδή κάτι που μπορεί να προέλθει κυρίως από τον συγχρωτισμό με ανθρώπους και δευτερευόντως από τον συγχρωτισμό με βιβλία.) Αλλά και στο έργο του Ρωμανού συναντάμε πολλούς δεκαπεντασύλλαβους – πρόκειται για συνειδητή χρήση τους –, οι οποίοι μπορούν να διαβαστούν όπως οι δεκαπεντασύλλαβοι των δημοτικών τραγουδιών. Μερικά παραδείγματα μαζί με την απόδοση:

εις γενεάν και γενεάν λαλείται η ισχύς σου· (σ. 10)
–Τόσες γενιές επί γενιών...
]καμία δεν σταμάτησε να υμνεί τη δύναμή σου

–και γαρ γινώσκω την υμών σπουδήν την περί ταύτα· (σ. 13)
–Γιατί καλά γνωρίζω
]το πόσο αποφασιστικοί είστε σε κάτι τέτοια.

–και την αυθάδειαν αυτών φορών ως θωρακείον (σ. 18)
–Η αυθάδειά τους θώρακας που τη φοράω και πάω

–επήρεν άνω την φωνήν ο Θάνατος και είπε· (σ. 18)
–Κι ο θάνατος από μακριά τού φώναξε και του είπε:

–Υιός ο πρώτος παντελώς ταύτα ηγνόει, διότι
ετύγχανεν εκείνος εις αγρόν πεπορευμένος· (σ. 120)
–Ο άλλος ο μεγάλος γιος δεν έμαθε καθόλου
]για όλα αυτά που γίνονταν,
γιατί ήταν έξω ολημερίς, δούλευε στα χωράφια.

–Ρήματα έφη τω πατρί ο υιός αγανακτήσας·
«Τοσούτον χρόνον έχω τη βουλήσει σου δουλεύων» (σ. 123)
(Εδώ οι δύο δεκαπεντασύλλαβοι αποδίδονται με τρεις:)
–Με περισσή αγανάκτηση ο γιος προς τον πατέρα
]έτσι του απευθύνθηκε και τέτοια λόγια του ’πε:
«Πάει πια τόσος καιρός π’ ολημερίς δουλεύω»

–Περιετράπη ουν ημίν η παρρησία εις τόλμαν [...]; (σ. 150)
–Τόσο παρέκκλινε, λοιπόν, εδώ η παλληκαριά μας;
Με θράσος ήρθε κι έμοιασε;

–Νυν ουν μη νόμιζε, σεμνή, ότι χωλεύει ά λέγεις· (σ. 159)
–Και μη θαρρείς, κόρη σεμνή, πως όσα λες χωλαίνουν.

–Λαβούσαι θάρσος άμεμπτον εκ της φωνής του αγγέλου,
φρονίμως αι γυναίκες απεκρίθησαν προς τούτον· (σ. 164)
–Ίχνος φόβου δεν έμεινε, τις γέμισε με θάρρος
]τ’ Αγγέλου η ωραία φωνή·
και τότε τ’ αποκρίθηκαν, με σύνεση του λέγουν:

Ο επόμενος δεκαπεντασύλλαβος θυμίζει στίχους που γράφτηκαν αρκετούς αιώνες αργότερα, ακόμη και στα χρόνια του Κορνάρου, δείχνοντας ότι ο Ρωμανός δεν ήταν μόνο πρωτοπόρος γλωσσικά και μετρικά, αλλά είχε και βαθύτερη αντίληψη της αισθητικής του λαού:
–Υπό δε πόθου του θερμού και της εμπύρου αγάπης (σ. 155)
Και η απόδοση του στίχου με δύο δεκαπεντασύλλαβους:
–Απ’ έναν πόθο ζέοντα, απ’ έναν θείο φόβο
]και μια αγάπη δυνατή, μια πυρωμένη αγάπη

Πιθανώς πολλοί νεότεροι αναγνώστες θα γνωρίσουν την ποίηση του Ρωμανού μέσα από τα βιβλία του Θ.Π. Και θα έχουν την ευκαιρία να ρίχνουν διερευνητικές ματιές στο πρωτότυπο κείμενο (που παρατίθεται στις ίδιες σελίδες), ώστε να επιβεβαιώσουν σημεία της απόδοσης, αλλά και για την αξεπέραστη αίσθηση που προσφέρουν η γλώσσα και το ύφος – και όχι μόνο το περιεχόμενο – των έργων του Ρωμανού. Ως γνωστόν η ενασχόληση με ζητήματα γλωσσικής ιστορίας και προηγούμενων μορφών της γλώσσας είναι εθιστική. Και πρόκειται για έναν εθισμό πνευματικό, που δεν θεραπεύεται και συνήθως διαρκεί όσο η ζωή μας.

Κλείνοντας θα ήθελα να προσθέσω ότι το όνομα του Ρωμανού προκαλούσε για πολλούς αιώνες ιδιαίτερη οικειότητα στους Βυζαντινούς, αφού ο χαρακτηρισμός της αυτοκρατορίας ως «Βυζάντιο» προέρχεται από τον 16ο αιώνα, ενώ οι ίδιοι οι πολίτες της την αποκαλούσαν «Ρωμανία» και τους εαυτούς τους «Ρωμιούς» και «Ρωμανούς».

⸙⸙⸙

[Σημείωση: Όλες οι παραπομπές σε αριθμούς σελίδων αφορούν τον τόμο Επί πέτρας ασείστου.]

Κύλιση στην κορυφή