Αλέξης Σ. Ζήρας

Ο Σταύρος Ζαφειρίου και η οντολογική πολλαπλότητα της ποίησής του

Με την πρόσφατη συλλογή ή, καλύτερα, τη σύνθεση ποιημάτων του Σταύρου Ζαφειρίου, Επειδή έτσι γίνεται (Νεφέλη, 2026), μπαίνει και πάλι σε κίνηση η προσεκτικά βασισμένη στη νοηματική αλληλουχία και όχι στο συνήθως αυθόρμητο, δρομολόγηση ενός λόγου (δεν λέω ποιητικού ή άλλου είδους), ο οποίος απαρτίζεται σταθερά τα τελευταία χρόνια από μια αλυσίδα ενοτήτων γενετικά διαφορετικών. Θέλω να πω, ενοτήτων που συνδέονται βέβαια μεταξύ τους, καθώς αποτελούν εκφράσεις του ίδιου οντολογικού στίγματος, αλλά διαφορετικής πυκνότητας η κάθε μία. Εννοείται ότι η μία προετοιμάζει και εισάγει στην επόμενη αλυσιδωτά ή αποτελεί εγκιβωτιζόμενο μέρος της, αλλά ταυτόχρονα έχει από την ίδια τη σύστασή της έναν άλλο προορισμό για τον διάλογο που ανοίγει με τον αναγνώστη. Πρόκειται για ενότητες που συντίθενται από στοχαστικές σκέψεις, από παρατηρήσεις για το νόημα της ζωής και της δημιουργίας, από αξιωματικές θέσεις για το νόημα της ηθικής και της χρηστότητας, συγκριτικές συμπαραθέσεις χαρακτήρων της παλαιότερης λογοτεχνίας όπου ο κάθε χαρακτήρας μνημονεύεται για ένα ανεπανάληπτο γνώρισμά του. Αλλά και ενσφηνωμένες μικρές και μεγάλες αφηγήσεις, ριζωμένες σε προσωπικά ενθυμήματα, σε εικόνες από τα δύσκολα νεανικά χρόνια στη γενέθλια πόλη του ʼ50 και του ʼ60. Σκέψεις και περιγραφές που κωδικοποιούνται μέσα στο ποίημα μέσω μιας άλλης διατύπωσης, μιας άλλης «γλώσσας», καθώς άλλες από αυτές είναι πυκνοϋφασμένες, ελαφρώς σκοτεινές, ελλειπτικές, ενώ άλλες είναι πιο λαγαρές, άμεσα «εξομολογητικές», συγκροτώντας εδώ και χρόνια (αν και όχι στις ίδιες αναλογίες) το εν ευρεία εννοία ποιητικό πεδίο του Ζαφειρίου. Δηλαδή, διαπλάθουν τη μεταλλασσόμενη διαρκώς ποιητική του, η οποία είναι πολυθεματική και διόλου μονότροπη ως προς τα ενδιαφέροντά της, αλλά επίμονα φορμαλιστική και σταθερά συνεπής στον μηχανισμό της, αφού με τη σύμμειξη ή τη διαδοχή αποσπασμάτων πυκνά αποφαινόμενου και απέριττα απολογούμενου λυρικού λόγου, ο ποιητής μάς επισκέπτεται ως λεπτουργός τεχνίτης.

Σε προηγούμενα βιβλία του, όπως τα Σώματος λόγος (2004), Χωρικά (2007) και το Ενοχικόν (2010), ήταν κάπως άνισα διογκωμένος ο πολιτικός και ο βιοθεωρητικός στοχασμός, καθώς το άγχος για τη βαρύτητα των βιωμένων και τη μετουσίωσή τους στην ποιητική αφήγηση, πολλές φορές πιέζει, κατευθύνοντας προς την αφαίρεση. Ενώ από το Αυτοάνοσο (2014) και έπειτα, κατά πώς διαβάζω τις συνθέσεις του Ζαφειρίου, εδραιώνεται όλο και περισσότερο μέσα μου η σκέψη ότι αυτό που διεκδίκησε και έκανε εντονότερη την παρουσία του σ’ αυτές, στη διάρκεια των τελευταίων δέκα και πλέον ετών, βρίσκεται στη σύμφυση των ποιητικών γλωσσών. Αναγωγική διερώτηση, πυκνά διατυπωμένη και αφηγηματική λιτότητα, σχεδόν κυριολεκτική. Το ότι εστιάστηκε ο επινοών λόγος όχι μόνο στην κλίμακα διανοημάτων που σχετίζονται με την ηθική της σύγχρονης ιστορίας και της πολιτικής, μα και στην ανάδειξη (εν είδει ξέφωτων του ατομικού μέσα στο πεδίο του συλλογικού) σπαραγμάτων της οικογενειακής μυθολογίας. Αυτή η συναίρεση μπορεί σε ορισμένους να μοιάζει αναμενόμενη ή εξυπακουόμενη, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι.

Ο ποιητής ως σκεπτόμενη οντότητα αισθάνεται την ανάγκη να αντλήσει από τραύματα προσωπικά και ενθυμήσεις νεανικές που τον στιγμάτισαν δια βίου όταν νιώθει «έτοιμος» να τα ενσωματώσει στο ταυτοτικό του άπαν. Όταν τα τραύματά του δεν είναι πια στιγμιαίες ηθογραφικές αναγωγές αλλά οργανικά δομικά στοιχεία στο σύνθεμα ενός πανταχού υπάρχοντος, πανανθρώπινου ή οικουμενικού δράματος και οράματος.

Δεν μπορώ να βρω άλλον τρόπο, για ν’ αντέξω το έσχατο
από αυτό το γαλάζιο φεγγάρι με την άκτιστη άλω
από αυτό το γαλάζιο πουλί που δεν ξέρει τραγούδια και τραγούδια λαλεί

Δεν μπορώ να πιστέψω άλλη αλήθεια για το έσχατο
από αυτό το κορίτσι που σκάβει στα ερείπια, για να θάψει τη σκοτωμένη του κούκλα,

από αυτό το αγόρι που κρατά τα ερείπια ζεστά με την καμένη του ανάσα.
Δεν μπορώ να σκεφθώ άλλη αλήθεια απ’ το τέλος του γέλιου τους.[1]

Ετούτη η σύγκλιση των διαφορετικών υφών και των διαφορετικών ενοτήτων που είναι όμως μέρη του ίδιου συνθέματος, είναι αλήθεια ότι απασχόλησε τον Ζαφειρίου από παλαιότερα∙ όμως όσο ωριμάζει αυτό το πάντρεμα τόσο και ενισχύει το στοιχείο της διαλογικότητας∙ δένει τις φωνές παρά τις αποκλίσεις τους. Και ταυτόχρονα –που το νομίζω για ουσιαστικότερο και βασικότερο– γειώνει ή υποστασιοποιεί (με την υλική, σαρτρική έννοια) τη δυοειδή ή πολυειδή και πολυφωνική  γλώσσα, την οποία πλέον έχει η μοντέρνα ή η μεταμοντέρνα ποίηση. Στα ποιήματα Επειδή έτσι γίνεται, όπως και σε άλλα μετά τη συλλογή Δύσκολο, ο συναιρετικός λόγος του Ζαφειρίου «φέρεται» από αυτή την πολλαπλότητα του εντατικού στοχασμού και του συναισθηματικού λυρισμού∙ κινείται ελισσόμενος, άλλοτε ερωτοτροπώντας με εναλλασσόμενο εκθαμβωτικό και σκοτεινό πανόραμα της Ιστορίας, ενώ άλλοτε προστρέχει, προσπαθώντας να πλουτίσει αυτό το σύνθεμα, στα «ελάσσονα» και πιο σπαρακτικά κοιτάσματα της μνήμης. Στα κοιτάσματα όπου θάλλει αισθητός ο οικογενειακός μύθος, όπως αναφέραμε προηγουμένως.

Αυτό που θυμάμαι είναι οι ξάστερες νύχτες με παγωνιά
και τα ρούχα που ξύλιαζαν κρεμασμένα στο σύρμα, 
η μυρωδιά τους και ο ήχος τους, όταν τα ʼπιανες και έκαναν κρακ! [2]

Το Επειδή έτσι γίνεται, βιβλίο αποφαινόμενο για το νόημα ακόμα και αυτών που δείχνουν άνευ νοήματος, παρασυρμένα από τον θρίαμβο της καθημερινής παράνοιας, είναι οργανωμένο, αλλά όχι με ιδιαίτερη αυστηρότητα σε τέσσερεις επιμέρους ενότητες, οι οποίες συντάχθηκαν ως αναβαθμοί ή στάδια μιας ευρύτερης ποιητικής σύνθεσης.

Άλλωστε, η σύνθεση, ως συναιρετική πρόταση έσπρωξε από σχετικά νωρίς τον Ζαφειρίου σε μια ποίηση που έδειξε να παίρνει περισσότερα από το Άξιον Εστί του Ελύτη ή από την Αμοργό του Γκάτσου, από τον Τσέλαν ή από τον Λειβαδίτη. Εξάλλου, στην ποίηση μπορείς να αποφαίνεσαι και να αγωνιάς για τη διαρκώς ασύλληπτη αλήθεια, με πολλούς τρόπους. Για να φανεί πόσο σημαντική υπήρξε εδώ, για τον Ζαφειρίου, η σύνθεση του Νίκου Γκάτσου, αρκεί να σημειώσουμε ότι εκτός από τις τέσσερεις φράσεις που συνοδεύουν τις τέσσερεις μεγάλες ενότητες του βιβλίου, και προέρχονται από το υλικό της κάθε μιας, η κάθε ενότητα αρχίζει με την αναγραφή ενός στίχου της Αμοργού. Επίσης, να τονίσουμε και πάλι την οργανική σύνδεση όλων των ενοτήτων, έτσι ώστε να δημιουργείται μια ενιαία αφήγηση που παίρνει τον αναγνώστη από το χέρι και τον οδηγεί (συχνά από δύσβατα μονοπάτια) σε βαθύτερη αναμέτρηση με το κείμενο∙ με μια αλληλουχία ερωτημάτων, όπως της έννοιας του τέλους της ιστορίας, του τέλους της αθωότητας, του θανάτου των ιδεολογιών, που έθρεψε η ευπιστία. Αλλά και του βιολογικού τέλους της ανθρώπινης υπόστασης, όπως βέβαια και του τέλους της ίδιας της ποιητικής έκφρασης –του ειπωμένου και του εξακολουθητικά ανείπωτού της.

Ασφαλώς, η ποιητική πορεία του Ζαφειρίου μάς είχε ήδη δείξει από προηγούμενες συλλογές του την κατεύθυνση των πυκνών διερωτήσεων, των οντολογικών αποριών που αυλακώνουν «κατά ριπάς» τις διαπιστώσεις του.  Έχει συνδυάσει φιλοσοφικές αναζητήσεις, διακειμενικά δεδομένα, διαλογικά μέρη που σκοπεύουν στην αύξηση της δραματικής έντασης, τεκμήρια ιστορικά από μάχες, καταστροφές, αλλά και περιστατικά από τον βίο της πόλης και το διάγραμμα του ιστού της, συμπλέκοντας έτσι θαρραλέα τις κλίμακες του δημόσιου και του ιδιωτικού, του μείζονος και του ελάσσονος∙  δημιουργώντας ένα σύνθετο, πολυπρισματικό ποιητικό σύμπαν. Και σ’ αυτό το «μέγα» σύμπαν πρέπει να σημειώσουμε ότι μετουσίωσε ως ψηφίδες, μερικές σποραδικές αλλά ουσιώδεις στιγμές της γενεαλογίας του, πιθανόν ως παραδείγματα του πόσο συνεκτικά μπορεί να είναι τα μέγιστα και τα ελάχιστα, και πόσο μπορούν αυτά τα δεύτερα, τα προσωπικά, τα κατ’ ιδίαν –όπως ο ελληνικός εμφύλιος, η στρατοπεδική ερημιά, οι διαψεύσεις, οι αυταπάτες των «εκκλησιαστικών»/ πολιτικών κηρυγμάτων– να σταθούν ως απαντήσεις εμπράγματες. 

Επανέρχονται, λοιπόν, εδώ οι βασικοί άξονες της ποιητικής του Ζαφειρίου: ο αδιάκοπος διάλογος με το παρελθόν, η πολιτική και η υπαρξιακή αγωνία, αλλά και η συνεχής προσπάθεια σύνδεσης του ατομικού/προσωπικού τραύματος με τη συλλογική εμπειρία. Εικόνες από τα παιδικά χρόνια που συναντιούνται με την ιστορία της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Θεσσαλονίκης∙ με τις γειτονιές και τα αναγνωρίσιμα στέκια της∙ ενώ οι ενθυμήσεις από την παιδική ηλικία, από τον πατέρα και τη μητέρα, συνάπτονται με τη συλλογική εμπειρία της εξορίας, της φυλακής και των διώξεων. Οπότε, ετούτη η πρώτη νεανική ηλικία αντιστοιχεί ως εποχή στην άγνοια, στην αθωότητα, στην αυθορμησία, η οποία όμως γρήγορα συγκρούεται με τις διαψεύσεις και τις απώλειες της ενηλικίωσης.

Σε αγρύπνιες αφώτιστες, περιμένοντας τον πατέρα να έρθει – από πού;
Απ’  το ʼ47, απ’ το ʼ48, απ’ το ʼ49 πολύς ο δρόμος∙ 
ο πατέρας όμως ήταν εκεί με τη γκρίζα τραγιάσκα στα εξόριστα χέρια του,
άνοιγε η πόρτα και ήταν εκεί, μα εμείς περιμέναμε όλο να έρθει.

Κοίτα μην πάθεις τα ίδια κι εσύ, μου ʼλεγε η μάνα μου χρόνια μετά.
Δεν έπαθα τα ίδια.

Επειδή έτσι γίνεται και μες στον καθένα υπάρχει και μια άλλη ζωή.[3]

Σε μια ποίηση ερωτηματική, όπως αυτή, είναι εύλογο ότι ο αφηγητής της εμφανίζεται συχνά να απευθύνεται σε έναν υποτιθέμενο άλλον, έστω και αν ο άλλος είναι ο ίδιος ο εαυτός που ερωτά και διαπιστώνει: Τη θέση του Άλλου ωστόσο μπορεί να πάρουν μια σειρά προσωποποιήσεων, δάνειων ίσως της θεατρικής πρακτικής. Και εδώ μπορούμε να βρούμε στα ποιήματα του Ζαφειρίου, επινοημένες περσόνες που έχουν περισσότερο ένα συμβολικό παρά ένα καθ΄ ολοκληρίαν πραγματικό νόημα∙ πρόκειται για σχήματα εννοιών όπως φερ’ ειπείν ο λόγος της Ιστορίας, ο λόγος της Τέχνης και της Επιστήμης, ο λόγος της Φαντασίας, της Βίας και της Ποίησης. Από όλες αυτές τις προσωποποιήσεις, η Ποίηση παρουσιάζεται από τον Ζαφειρίου ως η κατ’ εξοχήν προσπάθεια κατανόησης της ανθρώπινης συνθήκης, παρά την αίσθηση ματαιότητας που προκαλούν τα επιγενόμενά της.

Κάθε εποχή κι η στάχτη της. Κάθε εποχή
κι όπου σκορπάει τη στάχτη της ο αέρας.

Δεν είναι μόνον ο Απρίλης ο μήνας ο σκληρός. 
Δεν είναι μόνο η Άνοιξη που διαμελίζεται το σώμα των θεών.
Ό,τι καίγεται κάτω απ’ τον ήλιο, καίγεται και κάτω απ’ το σύννεφο.
Ό,τι μετριέται στο άπειρο, μετριέται και στη στιγμή.[4]

Στην τελευταία ενότητα του βιβλίου κορυφώνεται η αγωνία του ποιητή, που αυτή τη φορά φτάνει στο ενδότερο, πυρηνικό σημείο της: το μέλλον της ίδιας της ανθρώπινης έκφρασης. Ο δημιουργός μοιάζει να αναρωτιέται αν έχει φτάσει το τέλος όχι μόνο μιας ατομικής πορείας ή μιας ποιητικής έκφρασης αλλά της ίδιας της δυνατότητας του ανθρώπου να δώσει ένα νόημα στον κόσμο. Ωστόσο ούτε στο πεδίο αυτό παραιτείται από την ελπίδα πως, παρ’ όλες τις δυσκολίες, αχνοφαίνεται εδώ κι εκεί  μια αμυδρή προοπτική. Με έναν τέτοιον τρόπο το Επειδή έτσι γίνεται αναβιώνει αισθητικά και εμπειρικά όλα τα ερωτήματα και τις αγωνίες που έχουν απασχολήσει τον ποιητή, καθώς βαδίζοντας στην ωριμότητα αποδέχεται τη φθορά, τη μοιραία κίνηση της μνήμης να αναδύεται πάλι και πάλι από την ίδια εμπειρική κοίτη, όπως και την απουσία των βεβαιοτήτων και, εξ αυτού, των σταθερών απαντήσεων.

Αφού ούτως ή άλλως η ποίηση (όπως και ο κάθε τρόπος διερώτησης), είναι ατελέσφορη στις οριακές απαντήσεις, μη μπορώντας να εξηγήσει τον έρωτα, τον πόνο, το αναίτιο, την άφατη χαρά ή τον θάνατο, ενδεχομένως το μόνο που της μένει είναι να κάνει την ύπαρξη περισσότερο «ανθρώπινη». Μπορεί ίσως να εξακολουθήσει να είναι πρόσκαιρα ιαματική, να μάς πει ότι όλα όσα ζήσαμε, αισθανθήκαμε, μάθαμε, δεν άνθισαν ματαίως, και ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει κάποτε περισσότερο φιλόξενος για το πιο καταδικασμένο και συγχρόνως το πιο άγριο πλάσμα του.

[Ιουλ. 2026]    


[1] «και η λύπη πρέπει να κοιτάξει τη λύπη, για να νοήσει τη λύπη», Επειδή έτσι γίνεται, σ. 32.

[2] «κι όποιος μπει μες στο δάσος δεν φοβάται το λύκο του», Επειδή έτσι γίνεται, σ. 37. Αφιερωμένο στη μνήμη του ποιητή Γιώργη Παυλόπουλου.

[3] «κι όποιος μπει μες στο δάσος δεν φοβάται τον λύκο του», ό.π. 2, σ. 37.

[4] «και στον βλαστό όπου βγαίνει το ρόδο, βγαίνει και το αγκάθι του», Επειδή έτσι γίνεται, σ.21.

Κύλιση στην κορυφή