Δύο είναι τα ερωτήματα που με τρομοκρατούν ως συγγραφέα: 1) Γιατί γράφετε; και 2) Τι θέλετε να πείτε με αυτό που γράφετε. Με κάνουν να αισθάνομαι ότι είμαι ένα αξιοπερίεργο ον που το κάνουν χάζι οι άλλοι. Ξέρεις, είσαι σκυμμένος, χωμένος στα χαρτιά σου μέσα και γράφεις, γράφεις μανιωδώς, και ξαφνικά σαν να περνάει ένα παιδάκι, από αυτά τα παλιά παιδιά, που γύριζαν στις γειτονιές με μία μπάλα παραμάσχαλα και την τσατάλα στην κωλότσεπη να σπάει τα τζάμια, και πολύ αθώα σε ρωτάει: «γιατί γράφεις;». Και στα τινάζει όλα στον αέρα, το κωλόπαιδο. Δεν πάει, ας πούμε, να ρωτήσει τον μανάβη γιατί πουλάει κολοκυθάκια ή τον χασάπη γιατί έχει σφαγμένα και γδαρμένα ζώα στο μαγαζί του, όχι. Αλλά ο συγγραφέας, που στο κάτω κάτω δεν πειράζει και κανέναν, πάνε όλοι από πάνω του και τον ρωτάνε γιατί και γιατί… Ή μήπως τους πειράζει τελικά;
«Μπα, καθόλου», απαντάει ο πιτσιρικάς, και αποχωρεί, βροντώντας την μπάλα του στις πλάκες στο πεζοδρόμιο. Τέλος πάντων, θα προσπαθήσω εγώ απόψε να πω δυο τρία πράγματα, έτσι σκόρπια κι ανακατωμένα, όχι τόσο για το γιατί και το τι θέλω να πω (στο κάτω κάτω, άμα ήξερα τι θέλω να πω, πολύ απλά θα το έλεγα προφορικά), αλλά περισσότερο για το πώς. Π ώ ς μου προέκυψε και συνεχίζει να μου προκύπτει αυτό το «αξιοπερίεργο» πράγμα.
Πρώτη φορά λοιπόν που είδα θέατροήταν στο Κιλκίς, όπου έζησα παιδί, στο γήπεδο του Κιλκισιακού. Είχε έρθει ένας θίασος, μάλλον κάποιο κλιμάκιο του Κ.Θ.Β.Ε. πρέπει να ήταν, για να παίξει αρχαία τραγωδία –ούτε αυτή θυμάμαι ποια ήτανε. Θυμάμαι μόνο που θαύμαζα τις ωραίες στολές των Αρχαίων, με τα κοντάρια, τα σπαθιά και τις ασπίδες τους. Και πόσο ανυπομονούσα να αρχίσουν τις ξιφομαχίες και τον πόλεμο μεταξύ τους. Αλλά αυτοί, αντί να πλακώνονται, μιλούσαν μόνο. Κι όταν δεν μιλούσαν ο ένας στον άλλον, μιλούσε ομαδικά ένα ακατανόητο μπουλούκι, που πήγαιναν κι ερχόντουσαν όλοι μαζί, κι ακόμα και κάτι φόνοι που γίνανε, εγώ δεν το πήρα χαμπάρι. Λίγες μέρες αργότερα, στο ίδιο γήπεδο, στην «Πολεμική Αρετή των Ελλήνων» με κάτι φαντάρους που παίζανε τους Αρχαίους, φχαριστήθηκα ξύλο και ξιφομαχίες.
Αντιλήφθηκα ότι θέλω να γράψω θέατρο όταν κατάλαβα ότι βαριέμαι να γράψω μυθιστόρημα. Όταν κατάλαβα ότι με δυο ατάκες ή και με μία σιωπή ακόμα, μπορείς να πεις ολόκληρες παραγράφους. Κι όσο για την έμπνευση… Είναι αυτό το μεγάλο, άσπρο πράγμα που έρχεται καταπάνω μας κάθε πρωί και ο κόπος που καταβάλλουμε στη διάρκεια της υπόλοιπης μέρας για να κάνουμε ότι δεν αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή του. Κατά σύμπτωση, αυτό ακριβώς είναι και το όνομά του: Ύ π α ρ ξ η .
Η δική μου «διαδικασία συγγραφής» περιλαμβάνει καφέ και τσιγάρα τ’ απόγευμα, κρασί ή ρακή το βράδυ με τσίτα ροκιές στα ακουστικά. Καμιά φορά ο έλεγχος χάνεται και το άλλο πρωί βρίσκω κάποιες ακατανόητες ατάκες στα γραπτά μου. Μερικές τις κρατάω. Γράφω σ` ένα μικρό μπαλκονάκι στο πίσω μέρος του σπιτιού που το έχω κλείσει με τέντες. Τον χειμώνα κάνει κρύο, αλλά αυτό με κάνει να αισθάνομαι ότι γράφω όπως ο Ντοστογιέφσκι. Ο πρώτος άνθρωπος που διαβάζει τα έργα μου είναι η Κατερίνα, η γυναίκα μου, η οποία μου τα δακτυλογραφεί κιόλας.
Για να βρει το πρώτο μου έργο τον δρόμο του για τη σκηνή, βοήθησαν, πιστεύω, κάποιοι διαγωνισμοί και βραβεία. Κάθε φορά που βλέπω ένα έργο μου στη σκηνή, έχω την αγωνία του σχοινοβάτη. Φοβάμαι μην πέσει από τη σκηνή-σχοινί.
Τα έργα μου που αγαπώ περισσότερο είναι αυτά που δεν έχουν παιχτεί. Τα νοιάζομαι και ανησυχώ, τι θα κάνουν στη ζωή τους αυτά τα παιδιά; Αλλά και κάθε έργο είναι σαν μία κούκλα της μπάμπουσκας. Τη σηκώνεις και βρίσκεις το επόμενο. Μέχρι να φτάσεις στην πιο μικρή, στο παιδάκι.
Όσο για τους ήρωες των έργων μου, πολλά πολλά δεν έχουμε. Υπάρχει βέβαια ένας μυστήριος τύπος που συχνά μ’ ακολουθεί μουρμουρίζοντας «να ζει κανείς ή να μη ζει;», πολύ αναποφάσιστος μου φαίνεται. Επανειλημμένως του εξήγησα ότι δεν είναι ήρωας από δικό μου έργο και να μ’ αφήσει ήσυχο. Αυτός δε λέει τίποτα, μόνο με κοιτάζει. Αναποφάσιστος. Και θα παρακαλούσα –αν το πνεύμα του ακούει– τον Σαίξπηρ να ερχόταν να μάζευε αυτόν τον αδέσποτο ήρωά του, που ενοχλεί, στοιχειώνοντας ένα σωρό συγγραφείς, μαζί κι εμένα, αιώνες τώρα.
Με ρωτούν συχνά αν μπορεί να διδαχθεί η θεατρική γραφή. Η απάντηση είναι ότι τίποτα δεν διδάσκεται και όλα μαθαίνονται. Αντίστοιχα συχνά, με ρωτούν και για την «κουζίνα» μου, ως συγγραφέας, π.χ. πώς σκιαγραφώ τους ήρωες, αν γράφω σκεπτόμενος ότι τον τάδε ρόλο θα μπορούσε ή θα ʼπρεπε να τον παίξει ο τάδε ηθοποιός… Ναι, ενίοτε, ασυνείδητα ή συνειδητά, ο ηθοποιός γίνεται στο μυαλό του συγγραφέα το μοντέλο όπου πάνω του χτίζεται ο ρόλος. Ύστερα πάλι, πάμε πολλές φορές σ’ έναν ηθοποιό και, είτε στ’ αλήθεια είτε για φιλοφρόνηση, του λέμε «εγώ αυτόν το ρόλο πάνω σου τον έγραψα». Ακόμη, τα τελευταία χρόνια πολλά έργα γράφονται πάνω στις πρόβες και τους αυτοσχεδιασμούς ηθοποιών. Ακούγεται –και πρέπει να είναι– ενδιαφέρον.
Φοβάμαι όμως ότι η διαδικασία της γραφής είναι τόσο αυστηρά μοναχική υπόθεση, που αποκλείει ακόμα και αυτές τις μικρές κοινωνικότητες την ώρα του γραψίματος. Ο συγγραφέας, βεβαίως, οφείλει να αρδεύεται «εκ του κόσμου τούτου», αλλά την ώρα που μετατρέπει τούτο το νερό σε κρασί είναι καλύτερα να είναι μόνος του, χωρίς τη φυσική ή τη νοητή παρουσία των εν δυνάμει ενσαρκωτών των ρόλων του. Γιατί αυτό τον περιορίζει. Τα μάτια και το βλέμμα, η κίνηση, το χαμόγελο, η χροιά της φωνής, οι χειρονομίες του ηθοποιού, όλα αυτά έρχονται από έξω, όχι όμως ως πληροφορίες και υλικό από την πραγματικότητα προς επεξεργασία, αλλά πιο πολύ ως μια δοτή πραγματικότητα προς ξεπατικωτούρα. Προέρχονται όλα αυτά από ένα πρόσωπο ήδη υπαρκτό και παγιωμένο, τουλάχιστον ως προς την εντύπωσή μας γι’ αυτό. Πώς λοιπόν ν’ αποχτήσει αυθυπαρξία κι αυθεντικότητα το δικό μας μισοανύπαρκτο ακόμα πρόσωπο; πώς να αυτονομηθεί και να ανατρέψει τις σημειώσεις μας, να υπονομεύσει το μισοέτοιμο έργο μας κι εμάς τους ίδιους που το γράφουμε; Γιατί έτσι νομίζω ότι γράφονται τα αληθινά έργα. Όχι τόσο όταν ο συγγραφέας τρέχει πίσω από τους ήρωές του σαν υστερική μαμά με τα κεφτεδάκια στο τάπερ, επειδή έτσι προβλέπει το πρόγραμμα, όσο μάλλον όταν οι ήρωες βάζουν στο σημάδι τον συγγραφέα με τα κεφτεδάκια του. Με άλλα λόγια ο συγγραφέας δεν είναι ράφτης να φτιάχνει κοστούμια να ταιριάζουν σε συγκεκριμένα μοντέλα-ηθοποιούς. Ο θεατρικός συγγραφέας είναι περισσότερο σαν ένας αρωματοποιός. Που φτιάχνει ουσίες, αρώματα. Φτιάχνει ψυχισμούς. Κι όπως το ίδιο άρωμα αν το βάλεις στο δέρμα δέκα διαφορετικών ανθρώπων μυρίζει διαφορετικά, έτσι έρχεται μετά και ο ηθοποιός να διαθέσει το δικό του δέρμα –τη σάρκα του δηλαδή– για να γίνει η χημική αντίδραση.
Θα κλείσω με μια μικρή ιστορία που ίσως λέει κάτι για την –συχνά ή μάλλον πάντα αμφίδρομη– σχέση θεάτρου και ζωής. Το 2012 παιζόταν ένα έργο μου στον Ελληνικό Κόσμο, στον δεύτερο όροφο. Μια Κυριακή απόγευμα πήγα να δω την παράσταση. Στο ασανσέρ κράτησα την πόρτα για να προλάβει να μπει κι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Αυτοί ερχόντουσαν με χαρακτηριστική βραδύτητα, όχι τόσο λόγω της ηλικίας τους, αλλά επειδή τσακωνόντουσαν. Ο κύριος έδειχνε ζοχαδιασμένος, μάλλον επειδή η κυρία τού χάλασε το κυριακάτικο χουζούρι και τον έτρεχε στα θέατρα. Στη σύντομη διαδρομή μας στο ασανσέρ η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι. Όταν φτάσαμε, ο κύριος έδωσε μία στην πόρτα και βγήκε πρώτος, αφήνοντας τη γυναίκα του να πηγαίνει από πίσω του.
Έτυχε να ξαναβρεθούμε, οι τρεις μας πάλι, στο ασανσέρ μετά την παράσταση. Ίδια μουρτζούφλικη κατάσταση και μούτρα κατεβασμένα. Με την, ας την πούμε, οικειότητα της προηγούμενης κοινής διαδρομής μας και μάλλον για να κάνω πλάκα με την τσαντίλα του κυρίου, τους ρώτησα αν τους άρεσε το έργο, ρισκάροντας κάνα διαολόστελμα βραδιάτικα ή και κάτι ακόμα χειρότερο, αν ο κύριος καταλάβαινε πως είμαι ο συγγραφέας του έργου. Περίεργα όμως, το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα πλατύ χαμόγελο: «Πάρα πολύ μας άρεσε», είπε καθώς φτάναμε στο ισόγειο. Άνοιξε την πόρτα να περάσει πρώτα η κυρία και φύγανε πηγαίνοντας δίπλα ο ένας στον άλλον. Πιαστήκανε και αγκαζέ καθώς απομακρύνονταν.

