Δημήτρης Χριστόπουλος

Ο Τιτανικός της εκπαίδευσης

Υπάρχουν εικόνες που δεν μένουν ακίνητες στη μνήμη. Επιστρέφουν, αλλάζουν φωτισμό, ζητούν κάθε φορά καινούργια ανάγνωση, σαν να περιμένουν από εμάς να καταλάβουμε κάτι που στην αρχή μάς διέφυγε. Για μένα, μια τέτοια εικόνα είναι ο Τιτανικός. Το μεγάλο υπερωκεάνιο που ξεκίνησε το ταξίδι του φορτωμένο βεβαιότητα, τεχνική υπεροχή, πολυτέλεια και κοινωνική ιεραρχία, για να βυθιστεί λίγες ημέρες αργότερα στα παγωμένα νερά του Ατλαντικού, παραμένει μια από τις πιο επίμονες αλληγορίες του νεότερου κόσμου. Μιλά για την τύφλωση που γεννά η υπερβολική αυτοπεποίθηση, για την επικίνδυνη γοητεία της προόδου όταν χάνει την ταπεινότητά της, για την ανθρώπινη ανάγκη να ονομάζει «ασφαλές» ό,τι ακόμη δεν έχει δοκιμαστεί αρκετά.

Συχνά σκέφτομαι μια λεπτομέρεια εκείνου του ταξιδιού. Λίγες ώρες πριν από τη σύγκρουση, οι επιβάτες δειπνούσαν σε διαφορετικές αίθουσες, με διαφορετικά σκεύη, διαφορετικά μενού, διαφορετικούς κώδικες συμπεριφοράς. Η πρώτη θέση είχε τα δικά της εδέσματα, τα δικά της ποτήρια, τις δικές της τελετουργίες. Η δεύτερη θέση απολάμβανε μια αξιοπρεπή εκδοχή της άνεσης. Η τρίτη θέση είχε το στενότερο τραπέζι, τον λιγότερο αέρα, τη μικρότερη υπόσχεση. Οι κοινωνικές αποστάσεις είχαν επιβιβαστεί μαζί με τους ανθρώπους, τα εισιτήρια, τις αποσκευές, τις προσδοκίες τους. Κι όλα αυτά τα χωρισμένα τραπέζια, οι σάλες, οι καμπίνες, τα κλιμακοστάσια, οι διάδρομοι και οι κλειδωμένες πόρτες βρίσκονταν πάνω στο ίδιο κύτος, στην ίδια μηχανή, στην ίδια πορεία, κάτω από τον ίδιο νυχτερινό ουρανό.

Σε αυτή την εικόνα αναγνωρίζω ολοένα καθαρότερα κάτι από το σχολείο όπως το ζω καθημερινά, ίσως επειδή, ύστερα από 38 χρόνια μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας, η εκπαίδευση πήρε για μένα τη μορφή συγκεκριμένων ανθρώπων. Παιδιών που μπαίνουν το πρωί στην τάξη με την τσάντα στον ώμο και μια ολόκληρη, αθέατη βιογραφία μέσα τους· βλεμμάτων που ανάβουν όταν μια έννοια βρίσκει επιτέλους τον δρόμο της· βλεμμάτων που χαμηλώνουν πριν αρχίσει το μάθημα, επειδή έχουν ήδη συνηθίσει να στέκονται στο περιθώριο της σχολικής επιτυχίας· τετραδίων προσεγμένων, με υπογραμμίσεις και σημειώσεις, και τετραδίων τσαλακωμένων στις άκρες, με κενά που καμιά φορά κρύβουν περισσότερη ζωή απ’ όση αντέχει να δει ο βαθμός.

Κάθε τάξη είναι ένα μικρό πλοίο με πολλά καταστρώματα. Υπάρχουν μαθητές που έρχονται στο σχολείο έχοντας ήδη πίσω τους μια ολόκληρη μηχανή υποστήριξης: βιβλία στο σπίτι, γονείς που γνωρίζουν τη γλώσσα του σχολείου, φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, ταξίδια, μουσεία, υπολογιστές, ησυχία για διάβασμα, ένα δωμάτιο, ένα γραφείο, κάποιον που μπορεί να τους εξηγήσει τι σημαίνει οργάνωση, προοπτική, επιλογή. Υπάρχουν μαθητές που κινούνται σε μια πιο γήινη κανονικότητα, με κόπο, με μέτρο, με αρκετή στήριξη ώστε να συνεχίζουν. Υπάρχουν και μαθητές που ξεκινούν κάθε μέρα κουβαλώντας δυσκολίες που δεν αναγράφονται σε κανένα απουσιολόγιο: οικονομική στενότητα, οικογενειακή αγωνία, γλωσσικά εμπόδια, μαθησιακές εκκρεμότητες, γεωγραφικές αποστάσεις, σπίτια όπου η εκπαίδευση παραμένει επιθυμία χωρίς εργαλεία.

Το ίδιο μάθημα δεν φτάνει ποτέ με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Το έχω δει αμέτρητες φορές. Μια ερώτηση που για κάποιον μαθητή είναι αφορμή για σκέψη, για κάποιον άλλο γίνεται αναμέτρηση με λέξεις που άργησαν να τον συναντήσουν. Μια άσκηση παραγωγής λόγου μπορεί να ανοίξει για ένα παιδί έναν δρόμο έκφρασης και για ένα άλλο να αποκαλύψει μια μακρά ιστορία σιωπών. Έχω γνωρίσει μαθητές που επιχειρηματολογούσαν με άνεση πριν διδαχθούν την επιχειρηματολογία, επειδή μεγάλωσαν μέσα σε σπίτια όπου η συζήτηση ήταν καθημερινή άσκηση σκέψης. Έχω γνωρίσει μαθητές με σπάνια διαύγεια, οι οποίοι δεν ήξεραν πώς να μετατρέψουν την ευφυΐα τους σε σχολική επίδοση, επειδή κανείς δεν τους είχε δείξει τον μηχανισμό. Εκεί, μέσα στην τάξη, η ισότητα παύει να είναι σύνθημα και γίνεται δύσκολη, απαιτητική, καθημερινή ευθύνη.

Στο εκπαιδευτικό μας πλοίο τα μενού δεν μοιάζουν πάντα μεταξύ τους. Η γνώση προσφέρεται με κοινά βιβλία, κοινά ωρολόγια προγράμματα, κοινές οδηγίες, κοινές εξετάσεις. Η πραγματική της διαδρομή περνά μέσα από άνισα σπίτια, άνισες προσβάσεις, άνισες εμπειρίες, άνισες λέξεις. Άλλοι μαθητές μαθαίνουν να ερευνούν, να δοκιμάζουν ιδέες, να αμφισβητούν, να συνθέτουν, να αισθάνονται ότι η σκέψη τους έχει θέση στον κόσμο. Άλλοι εκπαιδεύονται κυρίως να θυμούνται, να αναπαράγουν, να φοβούνται το λάθος, να μετρούν την αξία τους σε μονάδες και δεκαδικά. Το σχολείο, που γεννήθηκε ως υπόσχεση κοινωνικής κινητικότητας, συχνά δυσκολεύεται να σηκώσει το βάρος αυτής της υπόσχεσης. Κάποτε μάλιστα, χωρίς να το ομολογεί, μετατρέπει την κοινωνική ανισότητα σε ατομική ενοχή και επιστρέφει στο παιδί τη φτώχεια των ευκαιριών του ως προσωπική ανεπάρκεια.

Το πιο ανησυχητικό σημείο αυτής της εικόνας βρίσκεται πέρα από τις διαφορές των καταστρωμάτων. Βρίσκεται στον ορίζοντα, στην κατεύθυνση του πλοίου. Στην παράξενη προσήλωση όλων μας στα τραπέζια, στα σκεύη, στις θέσεις, στις μικρές ρυθμίσεις της καθημερινής λειτουργίας, την ώρα που μπροστά μας υψώνεται ήδη το παγόβουνο του 21ου αιώνα.

Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει με ταχύτητα τον τρόπο με τον οποίο γράφουμε, εργαζόμαστε, μαθαίνουμε, επικοινωνούμε, αναζητούμε πληροφορίες, παράγουμε εικόνες, κατασκευάζουμε επιχειρήματα. Η πληροφορία πολλαπλασιάζεται τόσο γρήγορα, ώστε η παλιά σχολική βεβαιότητα πως μορφωμένος είναι όποιος συγκρατεί περισσότερα χάνει κάθε μέρα έδαφος. Η δημόσια σφαίρα γεμίζει θόρυβο, επιτάχυνση, εύκολες βεβαιότητες, επιθετικές απλουστεύσεις. Η παραπληροφόρηση δεν χρειάζεται πια σκοτεινά υπόγεια· κυκλοφορεί στα χέρια μας, ανάβει στην οθόνη, μιμείται τη γλώσσα της εγκυρότητας, δανείζεται το κύρος της εικόνας, κρύβει την πηγή της πίσω από την ταχύτητα της διάδοσης. Η περιβαλλοντική κρίση ζητά πολίτες με επιστημονική σκέψη και ηθική φαντασία. Η δημοκρατία ζητά ανθρώπους ικανούς να ακούν, να ελέγχουν, να διαφωνούν, να συνυπάρχουν. Η εργασία ζητά προσαρμοστικότητα, συνεργασία, ευρηματικότητα, γλωσσική και τεχνολογική επάρκεια, ψυχική αντοχή.

Η δημόσια συζήτηση για την εκπαίδευση δείχνει συχνά εγκλωβισμένη σε έναν στενό διάδρομο του πλοίου. Επανέρχεται στην ύλη, στον αριθμό των μαθημάτων, στις εξεταστικές λεπτομέρειες, στις διοικητικές μετακινήσεις, στις αλλαγές που βαφτίζονται μεταρρυθμίσεις επειδή αλλάζουν τη διάταξη των ίδιων αντικειμένων. Έχω συμμετάσχει σε πολλές συζητήσεις, επίσημες και ανεπίσημες, όπου το μεγάλο ερώτημα έμενε διαρκώς έξω από την αίθουσα, σαν ανεπιθύμητος επισκέπτης: τι άνθρωπο ετοιμάζει το σχολείο για τον κόσμο που έρχεται; Τι είδους σκέψη καλλιεργεί; Τι σχέση με τη γνώση, με την αλήθεια, με τον άλλον, με την ευθύνη; Πόσο κριτικό γραμματισμό αντέχει μέσα στην τάξη; Πόση εμπιστοσύνη προσφέρει στον εκπαιδευτικό; Πόσο χώρο αφήνει στο παιδί να γίνει κάτι περισσότερο από υποψήφιος εξεταζόμενος;

Γράφω από τη θέση ανθρώπου –λίγο πριν από την αφυπηρέτηση– που αγαπά το σχολείο και το γνωρίζει από μέσα, με τις αντοχές του, τις αδικίες του, τις λάμψεις του, τις κουρασμένες του ρουτίνες. Δεν έχω καμία διάθεση εύκολης καταγγελίας. Έχω δει εκπαιδευτικούς να μετατρέπουν φτωχές αίθουσες σε εργαστήρια σκέψης, να φτιάχνουν υλικό από το μηδέν, να στηρίζουν μαθητές πολύ πέρα από το τυπικό τους καθήκον, να αντέχουν την αδιαφορία, τη γραφειοκρατία, την έλλειψη μέσων, την καχυποψία. Έχω ζήσει στιγμές όπου μια τάξη ξαφνικά άλλαζε θερμοκρασία, επειδή ένα ποίημα, μια παράγραφος, μια ερώτηση, μια σιωπή, άνοιγε χώρο για αληθινή συνάντηση. Εκείνες τις στιγμές νιώθει κανείς πως η παιδεία εξακολουθεί να υπάρχει, πεισματικά, σχεδόν υπόγεια, σαν φως που περνά από χαραμάδα.

Οι στιγμές αυτές φωτίζουν για λίγο ολόκληρο το πλοίο, μα η πορεία του χρειάζεται σταθερότερη μηχανή από το φιλότιμο, την προσωπική αντοχή και την ιδιοφυΐα των εξαιρέσεων. Ένα σύστημα που ζητά από τον εκπαιδευτικό να είναι συγχρόνως παιδαγωγός, ψυχολόγος, τεχνικός, κοινωνικός λειτουργός, γραμματέας, διαμεσολαβητής, εμψυχωτής, επιτηρητής και καινοτόμος, οφείλει να του δώσει χρόνο, μέσα, επιμόρφωση, εμπιστοσύνη, θεσμική σταθερότητα. Ο δάσκαλος στέκεται κάθε μέρα μπροστά σε ανθρώπους, μέσα σε μια τάξη που ξεπερνά κάθε διάγραμμα ροής· αναπνέει, αντιστέκεται, παρασύρεται, πληγώνεται, συγκινείται, βαριέται, ξυπνά. Εκεί χρειάζεται κρίση, γλωσσική ακρίβεια, ψυχραιμία, τρυφερότητα, όρια, φαντασία.

Η πρώτη μεγάλη ανάγκη είναι η ουσιαστική ισότητα των ευκαιριών. Η κοινή επιβίβαση δεν αρκεί ως δημοκρατική εγγύηση. Κάθε παιδί χρειάζεται πρόσβαση σε πραγματικές δυνατότητες μάθησης: σχολικές βιβλιοθήκες που ζουν, εργαστήρια που λειτουργούν, ψηφιακά εργαλεία που δεν αποτελούν περιστασιακό θέαμα, υποστήριξη για μαθησιακές δυσκολίες, γλωσσική ενίσχυση, ψυχοκοινωνική φροντίδα, πολιτιστικά ερεθίσματα, σχολεία απομακρυσμένων περιοχών που δεν αισθάνονται περιφέρεια της περιφέρειας. Η δημοκρατία μετριέται και εκεί, στο αν ένα παιδί μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο που επιτρέπουν οι δυνατότητές του, η επιμονή του, η περιέργειά του, η επιθυμία του για ζωή.

Η δεύτερη ανάγκη αφορά το ίδιο το περιεχόμενο της μάθησης. Η γνώση παραμένει αναντικατάστατη. Χωρίς στέρεη γνώση, η κριτική σκέψη κινδυνεύει να γίνει απλή χειρονομία αυτοπεποίθησης. Χωρίς γλώσσα, η ελευθερία της σκέψης μικραίνει. Χωρίς ιστορική συνείδηση, ο άνθρωπος γίνεται εύκολος αιχμάλωτος του παρόντος. Το σχολείο χρειάζεται να διδάσκει βαθύτερα, με συνδέσεις, με ερωτήματα, με πνευματική περιέργεια. Να βοηθά τον μαθητή να διαβάζει ένα κείμενο, μια εικόνα, έναν αλγόριθμο, μια είδηση, μια στατιστική, μια πολιτική δήλωση, αναζητώντας πηγή, πρόθεση, τεκμήριο, σιωπή, συνέπεια. Να του μαθαίνει τη δυσκολία της κατανόησης και τη χαρά της ανακάλυψης. Να του δείχνει ότι η σκέψη δεν είναι διαγωνισμός ταχύτητας, είναι τρόπος κατοίκησης του κόσμου.

Η τρίτη ανάγκη είναι η ανθρωπιστική αναγέννηση του σχολείου. Σε έναν κόσμο που γεμίζει οθόνες, αυτοματισμούς, αλγορίθμους, τεχνολογικές μεσολαβήσεις και μετρήσιμες δεξιότητες, η παιδεία καλείται να κρατήσει ζωντανό το ερώτημα του ανθρώπου. Η λογοτεχνία, η ιστορία, η φιλοσοφία, η τέχνη, η γλώσσα, η πολιτική παιδεία, η ηθική άσκηση της συνύπαρξης δεν αποτελούν διακοσμητικό περίβλημα της εκπαίδευσης. Εκεί μαθαίνει ο νέος άνθρωπος να αναγνωρίζει τον πόνο χωρίς θέαμα, τη διαφορά χωρίς φόβο, τη μνήμη χωρίς μουσειακή ακινησία, την ελευθερία χωρίς εγωκεντρική αυθαιρεσία. Εκεί μαθαίνει να δίνει όνομα σε αυτό που νιώθει και να ακούει το όνομα που δίνει ο άλλος στη δική του εμπειρία.

Χρειάζεται, επίσης, να ξανασκεφτούμε τη σχέση του σχολείου με τις εξετάσεις. Η αξιολόγηση έχει τη θέση της. Η προσπάθεια, η οργάνωση, η άσκηση, η αναμέτρηση με απαιτήσεις, όλα αυτά ανήκουν στη μαθησιακή διαδικασία. Η λατρεία της εξέτασης μικραίνει τον εκπαιδευτικό ορίζοντα. Το έχω δει στα μάτια μαθητών που ρωτούν με αγωνία «τι πρέπει να γράψω;» πριν προλάβουν να ρωτήσουν «τι σημαίνει;». Το έχω ακούσει στις απαντήσεις που ζητούν συνταγή, στις εκθέσεις που φοβούνται την προσωπική φωνή, στις συζητήσεις που διακόπτονται από την πίεση της ύλης. Κάθε φορά νιώθω ότι κάτι πολύτιμο στριμώχνεται. Η παιδεία αρχίζει όταν ο μαθητής ενδιαφέρεται να καταλάβει. Όταν η γνώση παύει να είναι μόνο εισιτήριο και γίνεται τρόπος εσωτερικής μετακίνησης.

Ο Τιτανικός δεν αποτελεί για μένα μόνο εικόνα καταστροφής. Αποτελεί εικόνα προειδοποίησης. Το μεγάλο πλοίο είχε μηχανές, πολυτέλεια, σχέδιο, ιεραρχία, αίγλη, ανθρώπους βέβαιους για την πορεία του. Είχε και ένα παγόβουνο μπροστά του. Η εκπαίδευση βρίσκεται σήμερα σε παρόμοια στιγμή ιστορικής πυκνότητας. Τα παιδιά που κάθονται στα θρανία θα ζήσουν σε έναν κόσμο όπου η γνώση θα παράγεται και θα παραποιείται με πρωτόγνωρη ταχύτητα, όπου η εργασία θα μετασχηματίζεται, όπου η δημοκρατία θα χρειάζεται πολίτες με αντοχή στην απλούστευση, όπου η τεχνολογία θα γεννά δυνατότητες και πειρασμούς, όπου η μοναξιά μπορεί να αυξάνεται μέσα στην υπερσύνδεση, όπου η αλήθεια θα χρειάζεται υπερασπιστές με ήθος και μέθοδο.

Κάθε φορά που μπαίνω στην τάξη, βλέπω μπροστά μου το μέλλον σε μικρογραφία. Είναι η πιο απλή περιγραφή της δουλειάς μας. Στα θρανία κάθονται οι αυριανοί πολίτες, εργαζόμενοι, γονείς, επιστήμονες, τεχνίτες, δημιουργοί, άνθρωποι που θα κληθούν να πάρουν αποφάσεις σε συνθήκες μεγαλύτερης πολυπλοκότητας από εκείνες που γνωρίσαμε εμείς. Το σχολείο οφείλει να τους προσφέρει ύλη και πυξίδα, γνώσεις και προσανατολισμό, δεξιότητες και εσωτερικό μέτρο. Να τους μάθει να κοιτούν και το βιβλίο και τον ορίζοντα.

Αν δεν αλλάξουμε εγκαίρως πορεία, θα συνεχίσουμε να συζητούμε για τα μενού των καταστρωμάτων, για τις θέσεις στις αίθουσες, για τους καταλόγους, για τις μικρές τακτοποιήσεις της εκπαιδευτικής καθημερινότητας, την ώρα που το παγόβουνο θα πλησιάζει αθόρυβα μέσα στη νύχτα. Και τότε η πιο οδυνηρή διαπίστωση θα είναι πως το είδαμε. Το περιγράψαμε, το αναλύσαμε, το κάναμε θέμα συσκέψεων, ημερίδων, δηλώσεων και εκθέσεων. Μείναμε για λίγο γοητευμένοι από την ακρίβεια της περιγραφής μας. Και το τιμόνι έμεινε σχεδόν ακίνητο.

⸙⸙⸙

[Ο Δημήτρης Α. Χριστόπουλος είναι φιλόλογος στο Ράλλειο Λύκειο Θηλέων Πειραιά.]

Κύλιση στην κορυφή