Να μην ξεκινάμε με τα παλιά καλά πράγματα, αλλά με τα καινούργια κακά.
Το Brechtian Maxim κατά Μπένγιαμιν
Η αφήγηση ως μορφή a priori
Ο Φ. Τζέιμσον στην κριτική του παρέμβαση αμέσως μετά τη δημοσίευση της Μεταμοντέρνας κατάστασης του Λιοτάρ[1] επερωτά ακριβώς αυτό που υπήρξε κεντρική έννοια στον δεύτερο, δηλ. την αφήγηση. Ως γνωστόν, μια από τις θέσεις που προέβαλλε ο Λιοτάρ και έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς στη φιλολογία του μεταμοντερνισμού στη συνέχεια –χωρίς στην πραγματικότητα να διαθέτουν κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία[2]– είναι πως ο μαρξισμός, υπό την επιρροή του Χέγκελ, μετατράπηκε σε μια μεγάλη αφήγηση χειραφέτησης της ανθρωπότητας, που όπως όλες οι μεγάλες αφηγήσεις μόνο τη χειραφέτηση δεν εξυπηρετεί, αλλά υποκρύπτει και αποκρύπτει αξιώσεις κυριαρχίας και εξουσιασμού[3].
Ρωτάει, λοιπόν, ο Τζέιμσον: τι είναι μια αφήγηση; πρόκειται για μια λογοτεχνική μορφή μεταξύ άλλων; Και απαντάει αρνητικά· η αφήγηση πριν απ’ ο,τιδήποτε άλλο είναι μια επιστημολογική κατηγορία. Όπως οι καντιανές μορφές της αισθητικότητας, έτσι και η αφήγηση δεν αποτελεί στοιχείο της εμπειρίας μας, αλλά μια επιπλέον –πρόσθετα στον χώρο και τον χρόνο– κενή διάσταση, μέσω της οποίας γνωρίζουμε τον κόσμο. Δεν έρχεται από τον εμπειρικό κόσμο, αλλά επικάθεται στην πρώτη ύλη, που μας παρέχει η πραγματικότητα, προκειμένου τα φαινόμενα να μπουν σε τάξη, να γίνουν γνώσιμα. Αυτό δεν σημαίνει πως ο Τζέιμσον ισχυρίζεται ότι φτιάχνουμε ιστορίες σχετικά με τον κόσμο προκειμένου να τον καταλάβουμε, αλλά –πολύ ριζοσπαστικότερα– ότι ο μόνος τρόπος που έχουμε για να προσεγγίσουμε τον κόσμο είναι μέσω ιστοριών: ο κόσμος έρχεται σε μας με τη μορφή ιστοριών / αφηγήσεων. Όπως –για τον Καντ– δεν επινοούμε τον χώρο και τον χρόνο, έτσι και με την αφήγηση δεν έχουμε παρά μόνο αυτή προκειμένου να γνωρίσουμε τον κόσμο. Είναι μια τρίτη, αναγκαία για όντα σαν κι εμάς, μορφή της αισθητικότητας. Για τον Τζέιμσον είναι αδύνατο να συλλάβουμε τον κόσμο εκτός αφήγησης· ο,τιδήποτε επιχειρήσουμε να χρησιμοποιήσουμε ως υποκατάστατο στη θέση της αφήγησης γρήγορα αποδεικνύεται μια νέα μορφή αφήγησης. Μια κατάσταση που «υπερβαίνει» τις αφηγήσεις –μεταμοντέρνα κατά τον Λιοτάρ– θα ήταν συνεπώς μια κατάσταση αφασίας, με την κυριολεκτική σημασία της τελευταίας λέξης.
Οι φυσικοί διηγούνται ιστορίες αναφορικά με υποατομικά σωματίδια, πυρήνες και άτομα, γαλαξίες ή παράλληλα σύμπαντα, οι βιολόγοι αφηγούνται την εξέλιξη των ειδών, λένε ιστορίες με κύτταρα, μιτοχόνδρια και οργανίδια. Οτιδήποτε –δομή, μορφή ή κατηγορία– εμφανίζεται να βρίσκεται εκτός των ορίων μιας ιστορίας, μπορεί να το κάνει όντας εντός των ορίων μιας άλλης ιστορίας.
Η αφήγηση, φυσικά, πάντοτε επιδέχεται / επιζητά ερμηνεία κι έτσι πρέπει να έχουμε στον νου μας συνεχώς τη διάκριση μεταξύ εμφανούς νοήματος και λανθάνοντος περιεχομένου. Ακόμη περισσότερο, όπως σημειώνει ο Madan Sarup[4]
πρέπει να θυμόμαστε πως κάθε αφήγηση ταυτοχρόνως παρουσιάζει και αναπαριστά τον κόσμο, δηλαδή ταυτοχρόνως δημιουργεί ή διαμορφώνει μια πραγματικότητα και ισχυρίζεται πως είναι ανεξάρτητη απ’ αυτήν την πραγματικότητα. Μ’ άλλα λόγια, η αφήγηση εμφανίζεται να φανερώνει ή να φωτίζει τον κόσμο και συγχρόνως να τον αποκρύπτει ή να τον διαταράσσει[5]
Το γεγονός, ωστόσο, πως η αφήγηση επιζητάει ερμηνεία δεν μας δίνει τη δυνατότητα να την υπερβούμε· ας ξαναπούμε πως, για τον Τζέιμσον, συνιστά a priori μορφή για τη σύλληψη του κόσμου. Η αντίληψη του Τζέιμσον φαίνεται να είναι προέκταση της γνωσιολογίας του Καντ. Υπάρχει, όμως, μια καίρια διαφορά· ενώ ο Καντ αντιλαμβάνεται τον φορέα των μορφών της αισθητικότητας (χώρος, χρόνος)[6] ως ατομικό «υπερβατολογικό» υποκείμενο, για τον Τζέιμσον η αφήγηση, η χωρίς περιεχόμενο αυτή μορφή, διαμέσου της οποίας ο κόσμος έρχεται σε μας, είναι ο ειδικός μηχανισμός μιας συλλογικής συνείδησης. Η ιδέα μιας ατομικής συνείδησης εμφανίζεται απορριπτέα όσο και η πρόσκληση για υπέρβαση των αφηγήσεων.
Είναι αυτή ακριβώς η συλλογική συνείδηση –η μόνη δυνατή– που αξιοποιώντας τις αφηγήσεις μικρές και μεγάλες επιχειρεί να αντιμετωπίσει την ιστορία με τις αντιθέσεις της. Ο Τζέιμσον θα συνδέσει μ’ αυτήν το πολιτικό ασυνείδητο[7], έννοια που έχει την πηγή της στις στρουκτουραλιστικές συγγένειες (affinities) της σκέψης του[8]. To ενδιαφέρον του μαρξισμού[9] βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός πως συνιστά μιαν αφήγηση της πτώσης της συλλογικής ζωής και συνείδησης σ’ έναν κόσμο, όπου η ατομική ταυτότητα γίνεται πρωταρχική κατηγορία και μιαν αποκάλυψη του γεγονότος πως ο χειρισμός της εμπειρίας της ατομικής συνείδησης ως της έσχατης οντολογικής πραγματικότητας σημαίνει «μιαν απαράδεκτη συρρίκνωση της ιστορικής διάστασης του κόσμου»[10].
Κατόπιν όλων αυτών είναι φανερό πως ο Τζέιμσον, σε ευθεία σύγκρουση με τους μεταδομιστές και τους μεταμοντέρνους, θεωρεί πως δεν είναι δυνατή καμιά γνώση άξια του ονόματός της εκτός αφήγησης και μάλιστα εκτός μεγάλης αφήγησης. Οι μεγάλες αφηγήσεις, αλλά και οι μεγάλοι κώδικες (master codes), είναι τα μέσα που διαθέτουμε ως συλλογική συνείδηση προκειμένου να μετατρέπουμε τον κόσμο σε φαινόμενο. Π.χ. η χρησιμότητα της μαρξικής έννοιας του τρόπου παραγωγής κατά βάση βρίσκεται στο γεγονός πως η αφήγηση της ιστορίας ως διαδοχής τρόπων παραγωγής έχει μεγάλη ευριστική αξία και βοηθάει πολύ την κοινωνική ανάλυση. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι ότι όντως (;) έτσι «κύλησε η ιστορία», αλλά ότι μας δίνεται η δυνατότητα να την αντιληφθούμε ως ολότητα με αλληλοσυνδεόμενα στοιχεία. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να «κάνουμε τον κόσμο εμπειρία» και από δω πηγάζει το παράδοξο οι μεταμοντέρνοι κοινωνιολόγοι είτε να τελούν σε πλήρη σύγχυση είτε να παρουσιάζουν αφηγήσεις μεγαλύτερες κατά πολύ απ’ αυτές που οι μαρξιστές προτείνουν[11].
Η «επιταγή για ολοποίηση»
Ο μαρξισμός είναι αναγκαία θεωρητική αναφορά στο μέτρο που αποτελεί την καλύτερη αφήγηση από τις διαθέσιμες, αλλά και γιατί πάνω απ’ όλα διακρίνεται από μια «επιταγή για ολοποίηση» (imperative to totalize), από την προσπάθεια για εννοιολόγηση των διαφόρων τμημάτων της κοινωνικής ζωής ως πλευρών ενός συνεκτικού και ολοκληρωμένου συνόλου σχέσεων. Η ολότητα, λοιπόν, είναι καλή όσο και η αφήγηση και εδώ έχουμε τη δεύτερη ριζική επίθεση στον μεταμοντερνισμό, που άλλο δεν κάνει από το να εγκωμιάζει τον θρυμματισμό.
Δεν μπορούμε να νοήσουμε τον κόσμο παρά μόνο «ολιστικά»[12] και το ζήτημα που τίθεται είναι οι προϋποθέσεις μιας τέτοιας επιλογής. Αν αυτές οριστούν κατάλληλα, είναι δυνατή η χρήση ακόμη και του ίδιου του μεταδομισμού[13] ως συμβατού με τον μαρξισμό για αναλύσεις της παρούσας κατάστασης. Για ποια ολότητα, λοιπόν, μιλάμε; Προφανώς όχι για κάποια που μπορεί, με οποιονδήποτε τρόπο, να συλληφθεί άμεσα εμπειρικά· αν συνέβαινε κάτι τέτοιο οι μεταμοντέρνοι εχθροί της ολότητας, αυτοί που έχουν κηρύξει τον «πόλεμο κατά της ολότητας» θα είχαν δίκιο. Δεν πρόκειται, όμως, για κάτι τέτοιο. Η ολότητα, εδώ, συλλαμβάνεται ως απούσα αιτία[14] ή ως τελικός ορίζοντας· δεν δικαιολογείται, συνεπώς, καμιά ανησυχία μήπως συλληφθεί η αφηρημένη «αναπαράσταση» του πράγματος ως πραγματικότητα και γίνει αντικείμενο «πίστεως» η ουσιαστική ύπαρξη αφηρημένων οντοτήτων, όπως αυτών της κοινωνίας ή της τάξης[15]. Η ιστορική αφαίρεση –έννοιες σαν αυτή του τρόπου παραγωγής ή του καπιταλισμού, όπως εξάλλου και εκείνη του μεταμοντέρνου– δεν είναι κάτι το δεδομένο στην άμεση εμπειρία. Με τα λόγια του Τζέιμσον, αυτό που χρειάζεται είναι
διαρκής επανάσταση στην πνευματική ζωή και την κουλτούρα [που] σημαίνει… ανάγκη μιας συνεχούς επανεφεύρεσης τρόπων προφύλαξης απέναντι στη λεγόμενη εννοιολογική πραγμοποίηση[16]
Αυτό προφανώς δεν είναι λόγος για την απόρριψη της ολότητας αλλά, όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση για τη χρήση της, χρήση απολύτως επιβεβλημένη για να αποκτήσουμε μια συνεπή και συνεκτική προσέγγιση της πραγματικότητας –φυσικής και κοινωνικο-ιστορικής.
Προχωρώντας αυτήν την τοποθέτηση ο Τζέιμσον θα εγκαλέσει τους «πολέμιους της ολότητας» για σύγχυση. Στην πραγματικότητα, οι μεταμοντέρνοι θεωρητικοί μετατρέπουν την αμηχανία τους σε θεωρία, όταν, μπροστά σε μια κοινωνική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από τη λογική της διαφοράς / διαφοροποίησης / θρυμματισμού[17], αρνούνται όχι μόνο τη δυνατότητα, αλλά και την ανάγκη για «ολοποιητική» θεωρητική παρέμβαση· η άποψη πως υπάρχει κάτι αντιφατικό στην ιδέα μιας ενοποιημένης θεωρίας της διαφοράς / διαφοροποίησης στην κοινωνία βασίζεται σε μια σύγχυση μεταξύ επιπέδων αφαίρεσης. Γιατί
ένα σύστημα που καταστατικά παράγει διαφορές δεν παύει να είναι ένα σύστημα και καθόλου δεν ισχύει η άποψη πως ένα τέτοιο σύστημα θα έπρεπε να είναι «σαν» το αντικείμενο που επιχειρεί να θεωρητικοποιήσει, με τον ίδιο τρόπο που η έννοια του σκύλου δεν γαβγίζει και η έννοια της ζάχαρης δεν έχει γλυκιά γεύση[18].
Η δεύτερη προϋπόθεση για μια αποτελεσματική θεωρητικά χρήση της έννοιας της ολότητας είναι η σύλληψη της τελευταίας ως κάτι το ουσιωδώς διαφορετικό απ’ αυτό που προτείνει ο Λούκατς[19], όταν εννοιολογεί τις διαμεσολαβήσεις μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών πρακτικών με βάση τις «ομολογίες» που εμφανίζουν. Για τον Τζέιμσον, αυτό που απαιτείται δεν είναι μια «εκφραστική» (expressive) ενοποίηση –μέσω αναλογιών και ομολογιών– μεταξύ διακριτών επιπέδων της κοινωνικής ζωής, ούτε η διερεύνηση των ομοιοτήτων μεταξύ των ποικίλων επιπέδων / βαθμίδων του κοινωνικού, αλλά ο εντοπισμός –στην καλύτερη περίπτωση– των τομών μεταξύ τους, όπου αυτά τα πολύ διαφορετικά πεδία φθάνουν σύμφωνα με τους προσίδιους εσωτερικούς νόμους τους[20]. Ακολουθώντας τον Αλτουσέρ, προτείνει μια δομική σύλληψη της κοινωνικής ολότητας, η οποία
επιμένει στην αλληλόσχεση όλων των στοιχείων σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό, ενώ θεωρεί πως το μόνο που τα συνδέει είναι η δομική τους διαφορά και η απόσταση του ενός από το άλλο, παρά η οποιαδήποτε έσχατη ταυτότητά τους… Η διαφορά, επομένως, εδώ κατανοείται ως μια σχεσιακή έννοια, παρά ως μια κατά βάση αδρανής εγγραφή μιας ασυσχέτιστης ποικιλίας[21].
Έτσι
η παρούσα μεταδομιστική ενθουσιώδης γιορτή της ασυνέχειας και της ετερογένειας είναι… μόνο μια αρχική στιγμή στην αλτουσερική εξήγηση (exegesis), που, κατόπιν, απαιτεί τα μέρη, τ’ ασύμμετρα επίπεδα… να συσχετιστούν εκ νέου –με τη μέθοδο, όμως, της δομικής διαφοράς και της επικαθορισμένης αντίφασης[22].
Ο μαρξισμός αλτουσερικής κλίσης, τον οποίο ρητά αποδέχεται ο Τζέιμσον, επιμένει, λοιπόν, σε μια σύνθετη σύλληψη της ολότητας. Σε αντίθεση με τη χεγκελιανή «εκφραστική» ολότητα, δηλαδή μια ολότητα, όπου όλα τα μέρη είναι «ολικά μέρη» (total parts), το καθένα εκφράζοντας τα άλλα και την ολότητα που τα εμπεριέχει όλα, γιατί το καθένα περιέχει στην άμεση μορφή έκφρασής του την ουσία της ίδιας της ολότητας[23], ο Αλτουσέρ θα προτείνει μια έννοια της ολότητας που αναγνωρίζει τη διαφορική χρονικότητα των διαφόρων επιπέδων του κοινωνικού σχηματισμού
όπου το καθένα διαθέτει έναν ιδιαίτερο (peculiar) χρόνο, σχετικά αυτόνομο και, έτσι, σχετικά ανεξάρτητο, ακόμη και στις εξαρτήσεις του, από τους χρόνους των άλλων επιπέδων έτσι ώστε η ολότητα πρέπει να ιδωθεί ως η συνύφανση των διαφορετικών χρόνων, […], δηλαδή ως ο τύπος της μετατόπισης και της στρέψης των διαφορετικών χρονικοτήτων, που παράγονται από τα διαφορετικά επίπεδα της δομής, ο σύνθετος συνδυασμός των οποίων θεσμίζει τον ιδιαίτερο χρόνο ανάπτυξης αυτής της διαδικασίας[24].
Με δεδομένη μια τέτοια σύλληψη της ολότητας, η χρήση της επιβάλλεται. Άλλωστε, ακόμη και οι ίδιοι οι μεταδομιστές / μεταμοντέρνοι ολοποιούν οποτεδήποτε επιχειρούν να προσεγγίσουν την πραγματικότητα. Τι άλλο κάνει π.χ. ο Φουκώ από το να ολοποιεί, όταν αναπτύσσει την πραγμάτευσή του της «πειθαρχικής κοινωνίας», που θεσμίζεται από τον μηχανισμό της εξουσίας-γνώσης; Ή πόσο λίγο ολοποιητική είναι η ανάλυση, από τον Μποντριγιάρ, της «καταναλωτικής κοινωνίας» ή της «Αμερικής» του;
Η κριτική που άσκησε ο Τζέιμσον στους μεταμοντέρνους, αποδεχόμενος ταυτοχρόνως τον μεταμοντέρνο χαρακτήρα της εποχής μας, υπήρξε πραγματικά ριζική και αποτελεσματική. Επαναφέροντας την αναγκαιότητα της αφήγησης και της ολότητας –εννοιών, που είναι οι κατεξοχήν απορριπτέες από τους μεταμοντέρνους– διαμορφώνει ένα πλαίσιο αντιπαράθεσης μαζί τους εξαιρετικά προνομιακό για τον μαρξισμό και ισχυροποιεί το δυναμικό της αντιπαράθεσης όταν κατορθώνει να διερευνήσει[25] τον λόγο ακριβώς που έννοιες, σαν αυτές, άλλοτε στην ιστορία εμφανίζονται ως αναγκαίες και αναπόφευκτες και άλλοτε ως νοσηρές και ασύλληπτες. Η ιστορικοποίηση του μεταμοντερνισμού που επιτυγχάνει επιδιώκει αυτήν την ισχυροποίηση και φαίνεται πως τα καταφέρνει καλά.
Η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού
Η πολύ μεγάλη ικανότητα του Τζέιμσον ως θεωρητικού είναι η ευκολία με την οποία μπορεί να μετατρέπει γενικότητες σε συγκεκριμένα[26]. Στην ανάλυση του μεταμοντέρνου πολιτισμού που πραγματοποιεί, η ανάδυση του τελευταίου συνδέεται με αλλαγές στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Με τα λόγια του,
το να αποδώσεις κάποια ιστορική πρωτοτυπία στον μεταμοντέρνο πολιτισμό σημαίνει επίσης να επιβεβαιώσεις κάποια ριζική δομική διαφορά μεταξύ αυτού που κάποτε ονομάζαμε καταναλωτική κοινωνία και πρότερες στιγμές του καπιταλισμού, από τις οποίες αναδύθηκε[27].
Για τους μεταμοντέρνους θεωρητικούς ζούμε πλέον σ’ έναν τύπο κοινωνίας που δεν υπακούει στους νόμους του καπιταλισμού. Αντιθέτως, για τον Τζέιμσον, που στο σημείο αυτό ακολουθεί τον Έρνεστ Μαντέλ[28], η σύγχρονη κοινωνία αποτελεί την καθαρότερη μορφή καπιταλισμού που υπήρξε ποτέ, εφόσον ο τελευταίος επεκτάθηκε σε περιοχές που μέχρι πρόσφατα ήταν εκτός εμπορευματικού κυκλώματος μην αφήνοντας σπιθαμή ανέγγιχτη. Ο ύστερος καπιταλισμός[29], ο καπιταλισμός του πολυεθνικού κεφαλαίου και των μέσων επικοινωνίας αποκτάει ως πολιτιστική δεσπόζουσα το μεταμοντέρνο[30] που αποικίζει την καθημερινότητα όλων μας διαμορφώνοντας μια νέα δομή αισθήματος (structure of feeling) ιστορικά πρωτόγνωρη. Βρισκόμαστε μπροστά «σ’ έναν μετασχηματισμό του κόσμου της καθημερινής μας ζωής, μετασχηματισμό καθοριστικό, αλλά μη συγκρίσιμο με τις παλιότερες διαταραχές του εκσυγχρονισμού και της εκβιομηχάνισης, μετασχηματισμό λιγότερο ορατό ή δραματικό, αλλά πιο μόνιμο, καθότι πιο ολοκληρωτικό και πληρέστερο»[31]. Η καθαρότερη μορφή καπιταλισμού που έχει εμφανιστεί μέχρι σήμερα με την πελώρια επέκταση της σφαίρας του κεφαλαίου σε περιοχές μη-εμπορευματοποιημένες μέχρι πρότινος μας προκαλεί να μιλήσουμε για μια νέα και ιστορικά πρωτότυπη ώσμωση και αποικιοποίηση της Φύσης και του Ασυνείδητου, που χαρακτηριστικότερα εμφανίζεται με την καταστροφή της προκαπιταλιστικής γεωργίας στο σύνολο του πλανήτη και την ανάπτυξη των ΜΜΕ και της διαφημιστικής βιομηχανίας.
Ήδη από το 1971, στη σημαντική μελέτη του για το σουρεαλισμό[32], ο Τζέιμσον ξεκίνησε ν’ αναπτύσσει αυτή την ιδέα. Όπως σημείωνε,
οι ανίερες φαντασιώσεις των σουρεαλιστών, η ανακάλυψη των ασύνειδων ψυχικών επενδύσεων, που σχεδόν μαγικά εμφανίζονται στα καθημερινά αντικείμενα, αντανακλούν μια όχι ακόμη πλήρως βιομηχανοποιημένη και συστηματοποιημένη οικονομία… όπου η ανθρώπινη προέλευση αυτών των προϊόντων –η σχέση τους με την εργασία που τα παρήγαγε– δεν είχε ακόμη πλήρως αποκρυβεί. Στην παραγωγή τους ακόμη εμφανίζονται ίχνη μιας χειροτεχνικής (artisanal) οργάνωσης, ενώ η διανομή τους συνεχίζει να πραγματοποιείται κυρίως από ένα δίκτυο μικρών εμπόρων[33].
Σήμερα, αντίθετα,
…τα προϊόντα είναι… εντελώς χωρίς βάθος. Το πλαστικό τους περιεχόμενο είναι ολοκληρωτικά αδύναμο να χρησιμεύσει ως αγωγός ψυχικής ενέργειας… Ολόκληρη η λιβιδική επένδυση σε τέτοια αντικείμενα αποκλείεται εξαρχής και μπορούμε ν’ αναρωτηθούμε αν είναι αλήθεια πως το αντικειμενικό σύμπαν είναι από δω και μπρος αδύναμο να κρατήσει οποιοδήποτε σύμβολο ικανό να ερεθίσει την ανθρώπινη ευαισθησία, αν δεν είμαστε μπροστά σ’ έναν πολιτιστικό μετασχηματισμό των σημείων, μια ιστορική τομή απρόσμενα απόλυτη[34].
Στον μοντερνισμό υπάρχουν ακόμη υπολείμματα της φύσης και του είναι· ο μεταμοντερνισμός εμφανίζεται όταν πλέον έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εκσυγχρονισμού και η φύση έχει ήδη κάνει πανιά[35]. Ο κόσμος είναι πληρέστερα ανθρώπινος από κάθε προηγούμενο και η κουλτούρα έχει γίνει δεύτερη φύση. Είναι σ’ αυτές τις συνθήκες που ο μεταμοντερνισμός γίνεται πολιτισμική δεσπόζουσα φέρνοντας μαζί του ένα νέο είδος ρηχότητας, έλλειψης βάθους, έναν νέο τύπο επιφανειακότητας στις μορφές της ζωής της εποχής μας. Επιπλέον, έχουμε μιαν άρνηση να συνδεθούμε με το παρόν μας στοχαζόμενοι ιστορικά, μια εξαφάνιση της ιστορικής αίσθησης, μια κατάσταση ιστορικής κωφώσεως. Η σύγχρονη κοινωνία χάνει έτσι τη δυνατότητα να συνδέεται με το παρελθόν της και υποκειμενοποιεί τα άτομα ώστε να ζουν σ’ ένα διαρκές παρόν· δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως η πιο δημοφιλής αφήγηση των ημερών μας είναι η αφήγηση του τέλους όλων των αφηγήσεων και έτσι αφήγηση του τέλους γενικώς[36]. Η αδυναμία αυτή χειρισμού του χρόνου είναι περισσότερο από εμφανής πλέον. Ενώ για τον μοντερνισμό το ενδιαφέρον εστιάζονταν στον χρόνο και τη μνήμημ φαίνεται πως η σημερινή καθημερινή ζωή, όπως και οι καλλιτεχνικές της εκφράσεις, κυριαρχούνται από την κατηγορία του χώρου σε βάρος εκείνης του χρόνου. Ο D. Harvey[37] περιγράφει τη σύγχρονη κατάσταση ως χαρακτηριζόμενη από τη χωροποίηση του χρόνου και ο Τζέιμσον θα προσθέσει πως ακόμη και αυτό που έμεινε, δηλ. ο χώρος χωρίς τον χρόνο, είναι τόσο δύσκολο να χαρτογραφηθεί από το υποκείμενο, που το οδηγεί με απόλυτη ακρίβεια σε μια γιορτή παραίτησης από κάθε προσπάθεια να κατανοήσει τον κόσμο[38].
Στις συνθήκες αυτές η τέχνη δεν είναι πια αυτό που ήταν· ενώ κάποτε η ομορφιά μπορούσε να θεωρηθεί μια ανατρεπτική διαμαρτυρία εναντίον της αγοράς και των χρησιμοθηρικών λειτουργιών της, σήμερα η γενικευμένη εμπορευματοποίηση της εικόνας την απορροφά στην εγκαθιδρυμένη τάξη. Όπως σημειώνει ο Τζέιμσον,
η εικόνα είναι το εμπόρευμα σήμερα και γι’ αυτό είναι μάταιο να περιμένουμε μια άρνηση της λογικής της εμπορευματικής παραγωγής απ’ αυτήν· είναι γι’ αυτό, τελικά, που όλη η ομορφιά σήμερα είναι εκπορνευμένη[39].
Μέσα στο κενό ιστορικής αίσθησης, με την αδυναμία χειρισμού του χρόνου που τη χαρακτηρίζει, η μεταμοντέρνα τέχνη δεν έχει παρά να κανιβαλίζει όλα τα στυλ του παρελθόντος «ατάκτως εριμμένα» αντιστοιχώντας, αναπαράγοντας και ενδυναμώνοντας τη λογική του καταναλωτικού καπιταλισμού. Αξιοποιώντας τη χαρακτηριστική γι’ αυτήν πρακτική του συμπιλήματος (pastiche), θρυμματίζει όχι μόνον την ολότητα σε τμήματα αυτονομημένα μέχρι την πλήρη απομόνωση / διαχωρισμό, αλλά και το ίδιο το υποκείμενο σε «κομμάτια και αποσπάσματα». Η πρακτική του συμπιλήματος, της μίμησης των νεκρών στυλ, της αδυναμίας για καινοτομίες στο ύφος μπορεί να ιδωθεί, όπως σημειώνει ο Τζέιμσον, στο σύγχρονο «φιλμ νοσταλγίας»[40], που έχει παραχθεί σε μεγάλες ποσότητες τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό, όμως, που χαρακτηρίζει τον κατεξοχήν μεταμοντέρνο κινηματογράφο είναι μια ακραία κίνηση από την αφήγηση προς την εικόνα, το θέαμα ανεξαρτήτως ιστορίας: ταινίες όπως το Blade Runner ή η Diva εισάγουν το θεατή σε μια κατάσταση αμεσότητας, αλλά –κάνοντάς το–, το «πραγματικό» μέσα στο οποίο έρχεται ο θεατής αποδεικνύεται κατασκευασμένο / τεχνητό. Αυτός ο απόλυτος κινηματογράφος της εικόνας δίνει την πρωτοκαθεδρία στο θέαμα σε βάρος της αφήγησης και οδηγεί σε μια αστάθεια της υποκειμενικής αίσθησης, η οποία με τη σειρά της αφήνει χώρο στην κατασκευή ταυτοτήτων που αποκλίνουν από τον κανόνα, ανοίγει έδαφος στη «διαφορά», αλλά και στην αποδιάρθρωση. Οι μεταμοντέρνες ταινίες εμφανίζουν ταυτοχρόνως τα δύο χαρακτηριστικά των μεταμοντέρνων κειμένων που ο Τζέιμσον έχει εντοπίσει, δηλαδή, πρώτον, την εξαφάνιση των ορίων μεταξύ παρελθόντος και παρόντος και, δεύτερον, τον χειρισμό του χρόνου, ώστε το υποκείμενο – θεατής να παραμένει σ’ ένα ατελείωτο παρόν[41].
Μ’ όλη την κριτική στάση που κρατάει, ωστόσο, ο Τζέιμσον απέναντι στον μεταμοντερνισμό, μ’ όλο που απαξιώνει «τον ενθουσιασμό με τον οποίο οι μεταμοντέρνοι γιορτάζουν τον αισθητικό νέο κόσμο» δεν παύει να επισημαίνει πως «εάν ο μεταμοντερνισμός είναι ένα ιστορικό φαινόμενο, η προσπάθεια να τον εννοιολογήσουμε με όρους ηθικών ή ηθικιστικών κρίσεων πρέπει ν’ αναγνωρισθεί ως μεθοδολογικό σφάλμα». Τη μεταμοντέρνα τέχνη δεν επιτρέπεται απλώς να την αντιμετωπίσουμε ως μυστικοποιητική· αντιθέτως, είμαστε υποχρεωμένοι να την εκλάβουμε ως ένα σύνολο νέων μορφών του ρεαλισμού (ή τουλάχιστον τις μίμησης της πραγματικότητας). Η μεταμοντέρνα τέχνη μας λέει πολλά για την κοινωνική κατάσταση από την οποία αναδύεται και εντός της οποίας δημιουργείται, και έτσι πρέπει να την προσεγγίσουμε.
Αν «η Ιστορία είναι Αναγκαιότητα», όπως ρητά θα δηλώσει ο Τζέιμσον[42], καμιά ηθική σκοπιά δεν μπορεί να μας δώσει το κλειδί της εξήγησής της. Είναι αλήθεια πως οποιαδήποτε ισχυρή θεωρία της ιστορικής προόδου είναι υποχρεωμένη να διατυπώσει μια εξήγηση των φρικαλεοτήτων στη διάρκειά της και των τυχαιοτήτων που, χωρίς άλλο, αποτελούν τμήμα της. Από τον οπτιμισμό των Philosophes στην εικόνα του Μπένγιαμιν, όπως εμφανίζεται στην ένατη θέση του «για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας»[43], έχουν μεσολαβήσει 150 χρόνια που κάνουν «τα εγκλήματα, τις τρέλες και τις ατυχίες» του Γίββωνα μια πολύ χαλαρή περιγραφή αυτού που όντως συνέβη.
Ο μόνος τρόπος κατανόησης αυτού «που όντως συνέβη», για τον Τζέιμσον, είναι ο διαλεκτικός, το να σκεφτούμε την ιστορία ταυτόχρονα ως πρόοδο και ως καταστροφή.
Υστερόγραφο
Στο κείμενο αυτό, επιχείρησα να παρουσιάσω την ανάπτυξη της αντίληψης του Τζέιμσον για την πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού –του δομικού νεοφιλελευθερισμού ή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, για άλλους. Νομίζω ότι η αναφορά σε ύστερο καπιταλισμό έχει το πλεονέκτημα να αντιμετωπίζει την εποχή μας ως συνέχεια περισσότερο, παρά ως τομή.
Η μελετώμενη, από μέρους μου, εργογραφία του Τζέιμσον σταματάει, ουσιαστικά, με την εμφάνιση της Πολιτισμικής Λογικής του Ύστερου Καπιταλισμού, παρακολουθώντας τις δημοσιεύσεις του των 30 χρόνων, που προηγήθηκαν.
Σταμάτησα σε αυτό το χρονικό σημείο για δύο λόγους.
Πρώτον, η ενασχόληση με το κατοπινό έργο του θα έδινε μια πολύ μεγάλη έκταση σε ένα κείμενο, που είναι ήδη πολύ μεγάλο.
Δεύτερον, η Πολιτισμική Λογική είναι η αναμφισβήτητη, νομίζω, κορύφωση του έργου του. Ενός έργου μαχητικά αντικαπιταλιστικού, το οποίο επαναφέρει τη μεγάλη ιστορική αφήγηση ως αφήγηση ενός ταξικού αγώνα, που δεν έχει ακόμη «ολοκληρωθεί».
Η διαλεκτική, όπως ήδη ειπώθηκε, είναι το εφόδιο για να αντιληφθούμε πως κανένα τέλος δεν είναι ποτέ οριστικό στην ιστορία, εκτός αν επέλθει η πλήρης καταστροφή. Πράγμα όχι απίθανο, αλλά ούτε και αναπόφευκτο. Η ιστορία, ως μεγάλη αφήγηση, είναι πάντα ανοιχτή.
Που σημαίνει πως η ελπίδα εγγράφεται στο ίδιο πλέγμα με την απελπισία. Απελπισία, η οποία όλο και περισσότερο φαίνεται να γίνεται η δομή αισθήματος, που κυριαρχεί.
Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος, που αντιλαμβάνεται σήμερα τα πράγματα ο Franco “Bifo” Berardi, ένας από τους σημαντικότερους αναλυτές των θεματικών, που απασχόλησαν και τον Τζέιμσον. Σε ένα από τα πιο πρόσφατα κείμενα του, με τίτλο «Παγκόσμιος Φυλετικός Πόλεμος»[44], σημειώνει:
Τα τελευταία δέκα χρόνια χρησιμοποιώ συχνά την έκφραση «παγκόσμιος φυλετικός πόλεμος» για να ορίσω τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, που ξεκίνησε ανεπαισθήτως από το 2022 […] Αλλά έκανα λάθος∙ δεν υπάρχει τίποτε το «εμφύλιο» σε αυτόν τον αποσπασματικό και πανταχού παρόντα πόλεμο […]
Το 2022 ξεκίνησε ο πόλεμος μεταξύ των λευκών.
[Κ]αι, καθώς η Ευρώπη αποσυντίθεται, η γενοκτονία που εξαπέλυσε το Ισραήλ εγκαινίασε έναν παγκόσμιο πόλεμο και τους τελευταίους μήνες αναδύθηκε η πραγματική φύση του πολέμου, που, πιθανότατα, θα καταστρέψει τον πολιτισμό.
Αυτός ο πόλεμος δεν έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά, αλλά είναι άγριος γιατί είναι κτηνώδης, με την έννοια του Liu Cixin[45], που στο Dark Forest βάζει τον Thomas Wade να λέει: «Αν χάσουμε την ανθρωπιά μας, χάνουμε κάτι, αν χάσουμε την κτηνωδία μας, τα χάνουμε όλα».
Τα σιωνιστικά θηρία κατάφεραν να παρασύρουν τον κόσμο σε έναν πόλεμο του οποίου η φύση είναι φυλετική.
Παγκόσμιος φυλετικός πόλεμος –αυτό είναι το τερατούργημα, στο οποίο έχει παρασύρει τον κόσμο ο ναζισμός, τον οποίο ανέστησε το Ισραήλ […]
Δεν πιστεύω ότι υπάρχει τρόπος να βγούμε από αυτόν τον πόλεμο, δεν πιστεύω ότι η ανθρώπινη φυλή θα βγει ζωντανή από αυτόν.
Τι πρέπει να περιμένουμε για το εγγύς μέλλον;
Ποια χαρακτηριστικά θα μπορούσε να έχει η απάντηση των μη λευκών σε όλη τη Γη;
Φοβάμαι ότι η απάντηση θα είναι μια επιστροφή του τρόμου σε πρωτοφανή κλίμακα. Και πιστεύω ότι οι δυτικές μητροπόλεις θα είναι το κύριο θέατρο αυτού του τρόμου.
Από την άλλη πλευρά, ο επερχόμενος τρόμος είναι εγγεγραμμένος στην ύπαρξη του μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας: δεν έχουμε πλέον ζωή να ζήσουμε, ο πόλεμος είναι δεδομένο ότι θα επισπεύσει την κλιματική κατάρρευση, θα φτωχοποιήσει την κοινωνία, που έχει ήδη φτωχοποιηθεί από τον νεοφιλελευθερισμό. Εκατομμύρια άνθρωποι σε κάθε πόλη του κόσμου θα αναρωτηθούν: γιατί να επιβιώσουμε μέσα στην ταπείνωση και την φτώχεια;
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η λιποταξία είναι η μόνη δυνατή οδός διαφυγής για τους ανθρώπους. Να μειώσουμε στο ελάχιστο τη σχέση με την εξαγριωμένη κοινωνία.
Να μειώσουμε στο ελάχιστο τη σχέση με την εξαγριωμένη κοινωνία, να μειώσουμε στο ελάχιστο την ανάγκη για οικονομική αλληλεπίδραση, να επιβιώσουμε στις κρυψώνες που μπορούν να προστατεύσουν την ύπαρξή μας από την φρίκη, στην οποία καταλήγει η ιστορία.
Φέρνει στο νου τον στίχο του Αναγνωστάκη, ο οποίος, σε μια μαύρη εποχή, έγραφε «πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες»[46]. Μ’ όλο που αυτός «δεν παραδέχτηκε την ήττα».
Ο Τζέιμσον, μέχρι την τελευταία του ώρα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2024, δεν παραδέχτηκε την ήττα. Τον «έσωσε» η «πίστη» στη διαλεκτική. Στην πεποίθηση, δηλαδή, πως όλα μέσα τους έχουν την κτηνωδία και την ανθρωπιά, την τάση, καλύτερα, προς την κτηνωδία και προς την ανθρωπιά. Η επιμονή του να «εμπιστεύεται», μέχρι τέλους, τον Μαρξ ενίσχυε διαρκώς αυτήν του την πεποίθηση.
Γι’ αυτό, άλλωστε, ένα από τα σημαντικότερα, από τα μετά την Πολιτισμική Λογική έργα του ήταν το μοναδικό, νομίζω, στο είδος του, Valences of the Dialectic[47]. Ψάχνοντας, κόντρα στον εκτεταμένο παροντισμό, τις Αρχαιολογίες του Μέλλοντος[48], πολεμώντας ενάντια στην Ακύρωση του Μέλλοντος. Πάντοτε αξιοποιώντας την ειρωνεία, ακόμακαι την παρωδία, όπως κάνει στο Μια αμερικανική ουτοπία[49], όπου θα προτείνει ως μοντέλο για μια εναλλακτική κοινωνία τον US Army!
Πρώτα από όλα, όμως, ο στόχος είναι να (ξανα)βρούμε τις σωστές αφηγήσεις. Ως παράδειγμα, να βλέπουμε την ιστορία της Ρώμης όχι ως ιστορία της σύγκρουσης μεταξύ πατρικίων και πληβείων, αλλά ως ιστορία της σύγκρουσης μεταξύ κυρίων –στους οποίους ανήκαν και οι περισσότεροι πληβείοι– και σκλάβων. Ως ιστορία, δηλαδή, του Σπάρτακου και όχι των Γράκχων[50].
Να ξαναβρούμε τις σωστές μεγάλες αφηγήσεις, που πάει να πει να ξαναβρούμε τις σωστές λέξεις. Μεταξύ των οποίων, από τις βασικότερες, είναι οι αριστοτελικές peripeteia, anagnorisis και pathos[51].
Οι Valences of Dialectic κλείνουν με ένα μικρό ακροτελεύτιο κάλεσμα, ένα υποκεφάλαιο με τίτλο History as Emancipation. Αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε: να αφηγηθούμε και πάλι την Ιστορία ως Απελευθέρωση.
Ειδικά την τωρινή στιγμή,
[τ]ο καλύτερο θα ήταν να σκεφτούμε έναν εναλλακτικό κόσμο –καλύτερα ειπωμένο, τον εναλλακτικό κόσμο, τον δικό μας εναλλακτικό κόσμο– σαν έναν κόσμο γειτονικό, αλλά χωρίς σύνδεση ή πρόσβαση σε αυτόν. Τότε, από καιρού εις καιρόν, όπως ένα νοσούν μάτι, στο οποίο ενοχλητικές λάμψεις φωτός γίνονται αντιληπτές ή όπως εκείνες οι μπαρόκ ηλιακές εκλάμψεις, στις οποίες ακτίνες από έναν άλλο κόσμο ξαφνικά ξεσπούν μέσα στο δικό μας, αναθυμούμαστε ότι η Ουτοπία υπάρχει και πως άλλα συστήματα, άλλοι χώροι είναι ακόμα δυνατοί[52].
⸙⸙⸙
[Ο κ. Χρήστος Λάσκος είναι εκπαιδευτικός.]
[1] F. Jameson, The Political Unconscious: Narrative as a Socially Symbolic Act, Methuen, 1981.
[2] Από τον Burke μέχρι τον Πόππερ το θέμα αυτό, με διαφορετική ορολογία, έχει πολλές φορές επανέλθει, ενώ λίγο πριν από τον Λιοτάρ οι «νέοι φιλόσοφοι» θα συνδέσουν τον μαρξισμό –και όχι μόνο αυτόν– με τα γκουλάγκ.
[3] Με τα λόγια του Madan Sarup «master narratives – narratives of mastery».
[4] M. Sarup, An Introductory Guide to Poststructuralism and Postmodernism, The University of Georgia Press, 1993, σελ. 178-179.
[5] Η πιο χαρακτηριστική και «θετική» τέτοια περίπτωση είναι η κβαντομηχανική αφήγηση της Φυσικής με την αρχή της απροσδιοριστίας στο κέντρο της. Για περισσότερα βλ. W. Heisenberg, Φυσική και Φιλοσοφία, Αναγνωστίδης, χ.χ.
[6] Όπως και των κατηγοριών της νόησης (αιτιότητα, ποσότητα, ποιότητα…).
[7] F. Jameson, The Political Unconscious…, σημ. 32.
[8] J. Dowling, Jameson, Althusser, Marx, Methuen, 1984.
[9] Για τη σχέση του Τζέιμσον με τον μαρξισμό, όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται: F. Jameson, «Marxism and Postmodernism», New Left Review, 176, July-August 1989.
[10] Η τάση αυτή διαρκώς ενδυναμώνεται ενισχύοντας το σύστημα πέρα από κάθε προηγούμενο· η καλπάζουσα επέλαση του ατομικισμού τις τελευταίες δεκαετίες είναι η ισχυρότερη απόδειξη. F. Jameson, Μεταμοντέρνο ή H πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, μετάφραση: Γιώργος Βάρσος, Νεφέλη, 1999, Κεφ. 1 και Υστερόγραφο.
[11] Για το θέμα του «μεγέθους» των μεταμοντέρνων συλλήψεων της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας θα απαιτούνταν μια αυτόνομη εργασία.
[12] F. Jameson, «Καπιταλισμός, νεωτερικότητα και μεταμοντέρνο» (συνέντευξη), Ουτοπία, τχ. 12/1994, σελ. 158-159.
[13] Κάτι, άλλωστε, που ο ίδιος ο Τζέιμσον πολλές φορές κάνει.
[14] F. Jameson, «Periodising the Sixties» από το βιβλίο The Ideologies of Theory, New York, 1989.
[15] F. Jameson, Μεταμοντέρνο ή…, όπ.π., σελ. 240-243. Επίσης F. Jameson, The Cultural Turn, Verso, 1998, σελ. 36-42.
[16] F. Jameson, Μεταμοντέρνο ή…, όπ.π., σελ. 241.
[17] Και ο Τζέιμσον δεν διαφωνεί καθόλου πως αυτή η εικόνα είναι αντιπροσωπευτική της παρούσας κατάστασης και, μ’ αυτήν την έννοια, μπορούμε να μιλάμε για «μεταμοντέρνο». Βλ. παρακάτω σ’ αυτό το κεφάλαιο.
[18] F. Jameson, The Cultural Turn, όπ.π., σημ. 46, σελ. 37.
[19] Γκ. Λούκατς, Ιστορία και ταξική συνείδηση, Οδυσσέας, χ.χ.
[20] Μια πρακτική εφαρμογή από τον ίδιο γίνεται στο «Periodising the Sixties», όπ.π., σημ. 45.
[21] F. Jameson, The Political Unconscious, όπ.π., σημ. 32, σελ. 75.
[22] F. Jameson, The Political Unconscious, όπ.π., σημ. 32, σελ. 98.
[23] L. Althusser – Ed. Balibar, Reading Capital, New Left Books, 1970, σελ. 94.
[24] Όπ.π., σ. 104.
[25] F. Jameson, Μεταμοντέρνο ή…, όπ.π., σελ. 243.
[26] A. Callinicos, Against Postmodernism, St. Martin’s Press, 1989, σελ. 129.
[27] F. Jameson, The Politics of Theory, New German Critique, 33, 1984, σελ. 53.
[28] Ε. Μαντέλ, Ο ύστερος καπιταλισμός, Gutenberg, χ.χ.
[29] Για τα χαρακτηριστικά που του αποδίδει ο Τζέιμσον βλ. Το Μεταμοντέρνο ή…, σελ. 26. Ο Τζέιμσον αναφέρεται επίσης στις αντιρρήσεις άλλων για τη χρήση του όρου και τις αποδίδει στη σύγχυση που επιφέρουν τέτοιες χρήσεις γενικότερα στον αμύητο αναγνώστη· έχει σημασία μάλιστα ότι την τελευταία παρατήρηση την κάνει αναφορικά με την άποψη που διατυπώνει ο Ντεριντά όταν λέει πως «κάθε φορά που συναντώ τη φράση αυτή, ”ύστερος καπιταλισμός”, σε κείμενα που αφορούν τη φιλοσοφία ή τη λογοτεχνία, είμαι βέβαιος ότι μια καταδήλωση στερεοτύπων έχει πάρει τη θέση της αναλυτικής επιχειρηματολογίας» (N. Fabb κ.ά. (ed.), Linguistics of Writing, 1987, σελ. 245).
[30] Στην ανάλυσή του ο Τζέιμσον δεν ξεχνάει τη δέσμευσή του σε μια αντίληψη της ολότητας ως όλον με στοιχεία / βαθμίδες διαφορετικής χρονικότητας. Έτσι σημειώνει πως «πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ της βαθμιαίας επιβολής των διαφόρων προϋποθέσεων της νέας δομής και της ”στιγμής”, όπου όλα κρυσταλλώνονται και συνδυάζονται σε λειτουργικό σύστημα. Οι διάφορες συνιστώσες μιας νέας δομής αισθήματος προϋπάρχουν της στιγμής του συνδυασμού και της αποκρυστάλλωσής τους σε ηγεμονικό στυλ· αλλά η προϊστορία αυτή δεν συγχρονίζεται με την οικονομική… 1945: τεχνολογικές προϋποθέσεις… 60’s: πολιτιστικές προϋποθέσεις μέσα από τις τεράστιες κοινωνικές και ψυχολογικές μεταβολές της δεκαετίας… αποκρυστάλλωση μετά το 1973» βλ. F. Jameson, Το Μεταμοντέρνο ή…, σελ. 28.
[31] Όπ.π., σελ. 30.
[32] F. Jameson, Marxism and Form, Princeton University Press, 1971.
[33] Όπ.π., σελ. 103-104.
[34] Όπ.π., σελ. 105.
[35] F. Jameson, Το Μεταμοντέρνο ή…, σελ. 75.
[36] Βλ., μεταξύ άλλων, P. Anderson, A Zone of Engagement, Verso, 1992 (η ελληνική έκδοση είναι τμήμα της αγγλικής με τίτλο: Θεωρίες για το τέλος της ιστορίας, Στάχυ, 1994).
[37] D. Harvey, The Condition of Postmodernity, B. Blackwell, 1990.
[38] Με αφορμή τη συζήτηση από μέρους του τού μπαρόκ εσωτερικού του ξενοδοχείου «Bonaventure» στο Λος Άντζελες, ο Τζέιμσον σημειώνει πως «ο μεταμοντέρνος υπερχώρος… έχει πετύχει τελικά να υπερβεί την ικανότητα του ατομικού ανθρώπινου σώματος να αυτοτοποθετείται ώστε να οργανώσει το άμεσο περιβάλλον του αντιληπτικά και γνωστικά, να προσδιορίσει τη θέση του σ’ έναν χαρτογραφήσιμο εξωτερικό κόσμο». Βλ. F. Jameson, Το Μεταμοντέρνο ή…, σελ. 80-88.
[39] F. Jameson, The Cultural Turn, όπ.π., σημ. 46, σελ. 135.
[40] Εδώ εντάσσονται ταινίες, όπως τα: American Graffiti, Star Wars ή Chinatown.
[41] Κλασικό παράδειγμα το Blue Velvet του D. Lynch. Βλ. και Μ. Sapup, όπ.π., σελ. 176-177.
[42] History is Necessity…, Βλ. F. Jameson, The Ideology of Theory, όπ.π., σελ. 53.
[43] ΙΧ… Υπάρχει ένας πίνακας του Klee με το όνομα «Angelus Novus». Απεικονίζεται εκεί ένας άγγελος, που φαίνεται έτοιμος ν’ απομακρυνθεί από κάτι, όπου μένει προσηλωμένο το βλέμμα του. Διάπλατα τα μάτια του, ανοικτό το στόμα και τεντωμένες οι φτερούγες του. Έτσι πρέπει να είναι και ο άγγελος της ιστορίας. Στραμμένο το πρόσωπό του προς το παρελθόν. Όπως εμφανίζεται σ’ εμάς μια αλυσίδα γεγονότων, διακρίνει αυτός μια και μοναδική καταστροφή, που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων και τα εκσφενδονίζει μπροστά στα πόδια του, θέλει αυτός να σταθεί, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να στήσει τα χαλάσματα. Μια θύελλα σηκώνεται όμως από τη μεριά του Παραδείσου και αδράχνει τις φτερούγες του και είναι τόσο δυνατή, που δεν μπορεί πια ο άγγελος να τις κλείσει. Τον ωθεί αυτή η θύελλα ασταμάτητα προς το μέλλον, στο οποίο στρέφει την πλάτη, ενώ ο σωρός από τα ερείπια φθάνει μπροστά του ως τον ουρανό. Ό,τι αποκαλούμε εμείς πρόοδο είναι αυτή η θύελλα. Β. Μπένγιαμιν, Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, μετάφραση: Μηνάς Παράσχης, Ουτοπία, 1983.
[44] Μετάφραση από το francoberardi.substack.com: Καλλιόπη Ράπτη, alterthess, 23.6.2025
[45] Διάσημος Κινέζος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, με πιο γνωστό του έργο, το οποίο έγινε και εξαιρετικά δημοφιλής σειρά, το Πρόβλημα των τριών σωμάτων.
[46] «Κι ήθελε ακόμα πολύ φως να ξημερώσει».
[47] εκδόσεις Verso 2009, σελ. 640.
[48] F. Jameson, Οι Αρχαιολογίες του Μέλλοντος, Τόπος 2008.
[49] F. Jameson, Μια αμερικανική ουτοπία, Angelus Novus 2022.
[50] Valences…, σελ. 566 -567, όπου συντάσσεται και αξιοποιεί τη δουλειά Jeoffrey Ste Croix, The Class Struggle in the Ancient Greek World, (ελληνική έκδοση: Ράππα, 1981).
[51] Το σχετικό κεφάλαιο από τις Valences of the Dialectic, με τίτλο «The Valences o History: Part II», σελ. 546 -612, αναλύει με μοναδικό τρόπο αυτήν την προβληματική.
[52] όπ.π., σελ. 612.

