Τι είναι θέατρο; Η απάντηση που μου έρχεται αυθόρμητα στο νου είναι ότι το θέατρο είναι ένας ζωντανός καθρέφτης. Δεν δείχνει τη ζωή απλά. Δείχνει τη ζωή μας συν την ψυχή του, ή μάλλον τη ζωή μας μέσα από την ψυχή του. Το θέατρο έχει τη δύναμη που έχουμε εμείς που το γεννάμε και το χαιρόμαστε, συν κάτι ακόμη: Την αίσθηση της παντοδυναμίας, της άφθαστης ελευθερίας. Όποιο κομμάτι ζωής ανέβει στη σκηνή, καθρεφτιστεί, μετατρέπεται σε ένα αχανές φωτεινό πεδίο τεράστιας ενέργειας. Ο θεατής, μαγεμένος, βλέπει τον εαυτό του ολόιδιο, και αλλιώτικο, και πολλούς εαυτούς μαζί, όλα είναι πιθανά, τη μια στιγμή ω! δυστυχεί, την άλλη ω! θριαμβεύει…
Το θέατρο δεν είναι –κατ’ αρχήν– τέχνη. Τέχνη γίνεται μετά. Είναι μια ζωτική, φυσική λειτουργία, όπως η αναπνοή: Είναι η αναπνοή της συνείδησης. Θέατρο υπάρχει στα σκέρτσα του μικρού παιδιού, που βάζει τα δυνατά του όταν το κοιτούν οι μεγάλοι. Θέατρο υπάρχει το καλοκαίρι στις «περατζάδες» στα νησιά, όπου οι μισοί πιάνουν τα πόστα καθιστοί, και οι υπόλοιποι περνάνε δήθεν αδιάφοροι, με πόζα, από μπροστά τους. Θέατρο υπάρχει στον τύπο με το cabrio, που μπροστά στις καφετέριες της πλατείας, ανοίγει την κουκούλα του αυτοκινήτου: Όντως «αποκαλύπτεται», λέει τον μονόλογο της ζωής του, λέει ποιος είναι στους θαμώνες που βλέπουν. Η συνείδηση ζητά την αμφίδρομη σχέση βλέποντα-βλεπόμενου, αυτή την αναπτύσσει. Θέατρο υπάρχει όταν δυο μάτια είναι κολλημένα πάνω σου, έστω τα δικά σου: Όταν μόνος σου, μπρος στον καθρέφτη, χορεύεις ή τραγουδάς, βλέπεις και βλέπεσαι, είσαι ο ηθοποιός και το κοινό του εαυτού σου. Η συνείδησή σου επιβεβαιώνει το ανθρώπινό της… Και όταν η ζωτική αυτή ανάγκη ντυθεί τον μανδύα της συνειδητής προσπάθειας, της ομαδικής δουλειάς, της διάθεσης επικοινωνίας με το κοινό, του επαγγελματισμού, τότε μιλάμε για το Θέατρο που ξέρουμε.
Σήμερα στην Ελλάδα το θέατρο «βράζει». Υπάρχει κέφι, τρέλα, όρεξη ατέλειωτη να σηκωθεί καθένας και να καταθέσει την άποψή του, να δείξει τη δουλειά του, ανεξαρτήτως μέσων. Το πάθος ξεπερνά την ύλη, και αυτό είναι υπέροχο! Εύχομαι οι 1200 παραστάσεις ετησίως να γίνουν μυριάδες, όλοι να παίζουν για όλους, θέατρο μέχρι φρενίτιδας, μέχρι τελικής πτώσης. Ας μην ανησυχούμε ότι δεν είναι όλες οι παραστάσεις τέλειες ή υψηλών προδιαγραφών. Το πάθος κρατά την ατμόσφαιρα ζεστή, σπίθες και λάμψη, θερμαίνεται το λίκνο της τέχνης, κάποτε ω! θα ξεπηδήσει η μεγάλη φλόγα…
Προσώρας η δημιουργική αυτή ορμή είναι κάπως ανοργάνωτη. Δεν είμαι σίγουρη αν πρέπει να τιθασευθεί, εν μέρει έστω, ή να αφεθεί ελεύθερη στο δημιουργικό της χάος. Διότι το θέατρο είναι και επάγγελμα, υπακούει στους νόμους της αγοράς, απασχολεί ειδικότητες. Εμπιστεύομαι όμως τη σοφία του, τη δυναμική του, τις ζυμώσεις που επιτελούνται στους κόλπους του: Ό,τι του χρειάζεται, το θέατρο θα το υποδείξει, θα μας το ζητήσει. Θα αφομοιώσει και θα αποβάλλει, θα αναδείξει και θα καταποντίσει. Κυλά γρήγορα η εποχή μας, όμως ο καθρέφτης του θεάτρου είναι ανθεκτικός και βαθύς.
Μιλώντας για το θέατρο στη χώρα μας, θα ήθελα –λόγω και της ιδιότητάς μου–, να αναφερθώ σε μια ομάδα δημιουργών, τους συγγραφείς. Είναι μια αμήχανη παρέα οι Έλληνες συγγραφείς, μέσα και έξω από το θέατρο. Είναι μέσα στο θέατρο γιατί γράφουν για αυτό (έχουμε αξιόλογους και παραγωγικούς ανθρώπους), και είναι έξω από το θέατρο γιατί δεν έχουν τόσες ευκαιρίες. Τα κλασικά έργα παίζονται κατά κόρον –συμβαίνει να παίζεται ο ίδιος κλασικός συγγραφέας σε δυο και τρεις σκηνές τη σαιζόν! και μάλιστα το ίδιο έργο του! και μάλιστα ταυτόχρονα! Επίσης παίζονται οι ξένοι βραβευμένοι σύγχρονοι συγγραφείς. Αν προσθέσουμε στα παραπάνω τις διασκευές, μεταφορές, συρραφές, κείμενα devised και λοιπές «συλλήψεις», αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο χώρος για τον Έλληνα θεατρικό συγγραφέα λιγοστεύει πολύ. Βεβαίως υπάρχουν εξαιρέσεις, άνθρωποι που ακούραστα προσπαθούν για το ελληνικό έργο και διαβάζοντας τις γραμμές αυτές, ίσως σκεφθούν: «Ω! μα εμείς προσπαθούμε πολύ, δουλεύουμε με πάθος για την ελληνική δραματουργία…». Τους τιμώ και τους τιμούμε, είναι πολύτιμη η προσφορά τους, εδώ όμως αναφέρομαι στη γενικότερη τάση.
Γράφω θέατρο αρκετά χρόνια, έχω δώσει έξι θεατρικά κείμενα. Γράφω όπως νιώθω, με το ένστικτο. Προχωρώ και βλέπω πού θα με βγάλει. Η δουλειά μου, θα έλεγα, είναι ένα σχόλιο πάνω σε αυτό που απασχολεί τη συλλογική συνείδηση, πάνω στο συλλογικό πρόβλημα. Είναι θέατρο καταστάσεων, όχι χαρακτήρων. Δεν φτιάχνω έργα, αλλά «θεατρικά σχόλια». Δεν φτιάχνω πλοκή, αλλά «τοπία ζωής», που αναδεικνύουν το εύρος του θέματος. Δεν φτιάχνω χαρακτήρες, αλλά «φιγούρες», που ανάλαφρες και αέρινες φωτίζουν το τοπίο ζωής, το συλλογικό πρόβλημα, και μετά χάνονται. Δεν σκάβω σε βάθος. Κάθε φορά η πέννα μου σκάβει στη διπλανή φιγούρα, δίνει και στη διπλανή ψυχή βήμα να πει κι αυτή κάτι, και στην παραδιπλανή, και στην παραδιπλανή… Είναι βάθος του πλάτους, το βάθος μου. Μακάρι να μπορούσα να γράψω για όλους τους ανθρώπους…
Στο θέατρο με καλωσόρισε η δασκάλα μου, η Άσπα Τομπούλη, που στάθηκε δίπλα μου όλα τα χρόνια. Διέκρινε τη λαχτάρα μου, παρακολούθησε την πορεία μου (έκανα πολλά σεμινάρια τότε στην Ελλάδα και στην Ευρώπη), και όταν ένιωσε ότι ήταν η ώρα, ότι ήμουν έτοιμη να δώσω, μου ζήτησε να της φέρω σε έξι μήνες το πρώτο μου κείμενο. Έτσι έγραψα την Άγνωστη Χώρα. Καθόμασταν σε ένα καφέ, θυμάμαι, περίμενα τρέμοντας τη γνώμη της. Της άρεσε, και το μόνο που συγκινημένη μπόρεσα να αρθρώσω, ήταν ένα μικρούλι «ω!». Από τότε πήρα τον δρόμο μου… Επίσης, θέλω να ευχαριστήσω θερμά την Σίσσυ Παπαθανασίου που για τρίτη φορά επιλέγει κείμενό μου για το Φεστιβάλ Αναλόγιο.
Τι θα είχα να πω στα νέα παιδιά που θέλουν να γράψουν; Να το κάνουν, ω! να το κάνουν. Με ορμή, με μεράκι. Να πετάξουν σπίθες και φλόγες. Να μην πτοηθούν. Θα τους χαιρετήσω με αγάπη, όπως και όλους εσάς, παραφράζοντας τη Virginia Woolf και αναφωνώντας το πιο ιερό «ω!»:
Καταπάνω σου θα τρέξω
με πάθος,
χωρίς να υποχωρώ,
Ω, Θέατρο!

