Οδός Γαληνού, νούμερο 5.
Οδός Γαληνού, νούμερο 7.
Οδός Γαληνού, νούμερο 11.
Οδός Αθηνάς, νούμερο 10.
Οδός Τσάμη Καρατάσου, νούμερο 25.
Μετράω σπίτια, χαμόσπιτα, Αθηναϊκά σπίτια, νεοκλασικά λίγα, του μεσοπολέμου, σπίτια που δεν υπάρχουν πια. Μετράω, όσο μπορώ, τα σπίτια που σηματοδοτούν τα περάσματα, τους Δημάρχους, τις αναταραχές, τις πορείες, τα χρόνια. Δύσκολο να υπερβώ την υπερβολή της νοσταλγίας. Από αυτή την πόλη, λίγη μένει. Οδός Ηρώων, νούμερο 30. Παρατήρηση πρώτη. Το σπίτι που πέρναγα κάθε βράδυ δεν είναι πια εδώ. Ασήμαντο ίσως, αλλά με μια κλίμακα ανθρώπων που δεν χρειαζόντουσαν πολλά. Μικρότερα παράθυρα, στενότερες πόρτες, χαμηλότερος φωτισμός, όχι όμως απαραίτητα λιγότερη ζωή. Μια αυλή. Πιθανολογώ μια φροντίδα στη λεπτομέρεια, μάστορες, ξυλουργοί, γνώση, σμιλεμένη με εργατοώρες από χέρι σε χέρι, βερνίκι, κεραμίδι – υλικότητα. Σπίτια που αντανακλούν μια οικονομία, παραγωγή και ένα οικοσύστημα περίπλοκων σχέσεων, συλλογικής εργασίας. Η παράδοση, μπορεί να μην έχει επώνυμα ονόματα αλλά το πέρασμα πολλών χεριών. Ένα είδος φροντίδας. Γκρεμίζεται και το απέναντι, χαμηλό μονώροφο, πιο εντυπωσιακό βέβαια με διακόσμηση, γιρλάντες που κύκλωναν τα παράθυρα. Aστικό, ίσως. Τρία χρόνια από την κατεδάφιση πέρασαν και ακόμα άκτιστο μένει, μια τρύπα στην πόλη, με λαμαρίνες που εμποδίζουν την είσοδο, το βλέμμα. Γαληνού, νούμερο 5. Έμαθα πως θα το ρίξουν και αυτό, το τρίτο στην σειρά στον ίδιο μικρό δρόμο στην ίδια γειτονιά, λες και κάποιος μισεί την αγαπημένη μου διαδρομή, τη δικιά μου βόλτα. Αθηναϊκό χαμόσπιτο με αυλή. Μικρή κλίμακα. Απέναντι μια φουντωτή μπουκαμβίλια. Τρέχω να το απαθανατίσω, μήπως και μπορέσουμε να εμποδίσουμε το κακό. Δεν προλαβαίνω, και βρίσκω μπροστά μου και πάλι το κενό. Εκείνο το βράδυ βρεθήκαμε κατά τύχη με μια άλλη βραδινή περαστική. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως δακρύσαμε και οι δυο, χωρίς να γνωριζόμαστε, χωρίς ντροπή, ο χαμός ήταν νωπός. Μπροστά μας, το άδειασμα. Πως να εξηγήσω σε κάποιον πως νιώθω σαν να έχασα κάτι δικό μου, πολύ δικό μου; Ένα μικρό, ασήμαντο Αθηναϊκό σπίτι.
Το κενό είναι αυτό που μένει
Αφού όλα όσα μπορούν να αφαιρεθούν
Έχουν αφαιρεθεί[1].
Ο Νικόλας, γείτονας που μένει απέναντι, με ρωτάει αφοπλιστικά, πώς γίνεται και είμαι τόσο σίγουρη πως δεν θα χτιστεί στη θέση του κάτι καλύτερο; Ένας χρόνος όμως πέρασε και παραμένει το κενό, με απίστευτη ευκολία (και χωρίς πολλή φαντασία), μετατράπηκε σε πάρκινγκ, με μια μεγάλη ανακοίνωση για την έγερση ενός κτιρίου σε αντιπαροχή. Σκέφτομαι, τι θα συμβεί εάν κατεδαφιστούν όλα αυτά τα σπίτια; Θα υπάρχει κενό μνήμης από το οποίο μπορεί κάτι ολοκαίνουργιο να γεννηθεί, ή απλώς θα μείνουμε και εμείς κενοί, χωρίς μνήμη, (χωρίς μνήμες), σε μια πόλη που δεν σημαίνει κάτι, σε μια πόλη που θα σημαίνει το απόλυτο τίποτα. Η πόλη σαν να γλιστράει από τα χέρια μας σε αργή κίνηση, σαν λέξεις/ήχους ρηχούς, ομπλαντί ομπλαντά.
«Πριν από 2000 χρόνια ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων έβγαζε δίωρους λόγους στη Ρωμαϊκή γερουσία, χωρίς σημειώσεις, κατασκευάζοντας στο μυαλό του ένα παλάτι του οποίου τα δωμάτια και η διακόσμηση, όπως φανταζόταν τον εαυτό του να τα περνάει, τροφοδοτούσαν τις ιδέες που ήθελε να συζητήσει: οι ιδέες του παρήγαγαν αξία εντοπίζοντάς τη εντός του χώρου… Οι χώροι είχαν την δυνατότητα να φέρουν στο προσκήνιο συναισθήματα, αναμνήσεις, ανθρώπους και ιδέες στον νου, οι ποιότητές τους ήταν μέρος της διανόησης ενός πολιτισμού.[2]» γράφουν οι Lyndon και Μoore στην εισαγωγή του βιβλίου τους Chambers for a Memory Palace. Το ‘memory loci’ είναι μια στρατηγική ενθύμησης, που εργαλειοποιεί την οπτικοποιήση χωρικότητας για να επαναφέρει μνήμες. Τι συμβαίνει όμως στο «παλάτι μνήμης», στο μακρύ ταξίδι της ενθύμησης όταν εξαφανίζονται όλες οι χωρικές σημειώσεις, τα αρχιτεκτονικά συμβάντα; Ποιες ποιότητες της καθημερινότητάς μας, των σκέψεών μας, που σηματοδοτούνται από τη σημειολογία και τη στίξη μιας πόλης μηδενίζονται; Θα υπάρχει άραγε κάτι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε πλέον ως (δικός μας) πολιτισμός; Ή θα είμαστε μόνο αποδέκτες ενός γνωσιακού και τεχνολογικού κόσμου αντί για παραγωγοί μιας εντόπιας δικής μας πραγματικότητας, δικής μας αξίας; Η «παράδοση» ίσως να μοιάζει με βαρύ πεπόνι, ειδικά στη χώρα τούτη, αλλά τι νόημα θα έχει η πόλη μας και εμείς οι ίδιοι, χωρίς καμία αναφορά σε αυτήν;
Παρατήρηση δεύτερη: η παράδοση δημιουργεί παρανοήσεις. Πρόκειται για φολκλόρ γραφικότητες ή το αποτέλεσμα ενός τρόπου ζωής, μιας ατμόσφαιρας και μιας κλιματικής εποχής; Τα χαμηλά Αθηναϊκά σπίτια με τις μικρές τους αυλές, τι μας λένε για τους ανθρώπους που τα σχεδίασαν, τα μαστόρεψαν, που τα ζούσαν; Έχει σημασία να συνδεόμαστε όχι μόνο νοηματικά αλλά και απτά, μέσω μιας πέτρας, ενός τοίχου, ενός σκαλοπατιού με το παρελθόν; Κοιμάσαι καλύτερα με το παράθυρο ανοιχτό σε μια αυλή; Μιλάμε για εποχές φτωχές – πώς συγκρίνονται όμως με την τωρινή φτώχια των χαμηλοτάβανων κακοχτισμένων ανθρωπο-δοχείων; Σκέφτομαι και πάλι την πόλη, τα κτίσματα, τα δέντρα, τα παγκάκια, που λειτουργούν σαν ένα είδος στίξης, κόμματα, τελείες, ερωτηματικά, μοτίβα που επαναπροσδιορίζουν, που δημιουργούν με την επανάληψη συναισθήματα οικειότητας. Με ενδιαφέρει αυτή η σχέση με την πόλη. Δάκρυα για το σπίτι, το μικρό, που χάθηκε.
Με ενδιαφέρουν οι παραδοσιακές φόρμες με τα προβλήματά τους, και ας χρειάζονται αέναη επανεξέταση, γιατί έχουν καταφέρει να ριζώσουν μέσω της χρήσης, μέσα στον χρόνο. Λειτουργούσαν, ήταν λειτουργικά. Ο χορευτής Akram Khan μιλώντας για την παράσταση του φίλου του Simon McBurney, The Encounter (2015), του μετέφερε την εξής ιστορία για τον δημοσιογράφο και φωτογράφο που ταξίδεψαν στον Αμαζόνιο για να γνωρίσουν μια φυλή που δεν είχε ποτέ αντικρίσει κάποιον/α εκτός της κοινότητάς τους. Όταν τελικά τους συνάντησε, προσέφερε ένα ρολόι στον αρχηγό της κοινότητας, που τους ρώτησε, «μα γιατί ο χρόνος προχωράει με αυτόν τον τρόπο;» Για μας, απάντησαν, όλα τρέχουν προς τα μπρος, πηγαίνουμε προς το μέλλον, το παρελθόν είναι πίσω μας. Έχει περάσει. Ο επικεφαλής απάντησε, «στον δικό μας πολιτισμό, στη δικιά μας φυλή, το παρελθόν είναι μπροστά μας, γιατί έχει συμβεί, μπορείς να το δεις. Ενώ το μέλλον, είναι πίσω μας, γιατί ακριβώς δεν μπορείς να το δεις. Για να καταλάβω το μέλλον μου, συνεχώς βάζω το παρελθόν μπροστά μου.[3]»
Παρατήρηση τρίτη: η παράδοση τελικά δεν ανήκει στο παρελθόν, αλλά αντίθετα μας καλεί στο μέλλον.
Παρατήρηση τελευταία: ακούει κανείς;
[1] Γιάννα Μπούκοβα, Μαύρο Χαϊκού, Εκδόσεις Ίκαρος, 2024.
[2] Donald Lyndon and Charles W. Moore, Chambers for a memory palace, MIT Press, 1994.
[3] Judith Vrancken, «Akram Khan on the Pleasure of Drowning in Horizontal Time», Extra Extra Magazine.

