Το ζήτημα που θα μας απασχολήσει είναι αν υπάρχουν σύγχρονες μορφές φασισμού, οι οποίες αφενός να παρουσιάζουν συγγένεια με τον ιστορικό φασισμό του Μεσοπολέμου, ώστε να αξίζουν να συμπεριληφθούν μαζί του υπό το ίδιο όνομα, όντας αφετέρου αρκούντως διακριτές, ώστε να μην ταυτίζονται μαζί του ή να αποτελούν μια απλή επανάληψή του, με αποτέλεσμα εντέλει να είναι αναγκαία μία ονομασία που να δηλώνει αυτή τη διαφοροποίηση. Κατά συνέπεια θα εξετάσουμε ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στον κλασικό φασισμό και σε σύγχρονα φαινόμενα.
Μέρος Α΄: Οι θεμελιώδεις αμφισημίες του κλασικού φασισμού
Και ο κλασικός φασισμός πάντως δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα από τις άλλες δύο ιδεολογίες που σχηματίζουν το μεγάλο τρίγωνο του 20ού αιώνα, ήτοι τον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό/κομμουνισμό. Στη διερεύνησή μας θα έχουμε ως αφετηρία τις εξής παραδοχές για τον κλασικό φασισμό, προτού να εισέλθουμε σε μια διερεύνηση για τα σύγχρονα φαινόμενα:
α) Ο φασισμός ως σύμπτωμα καπιταλιστικής κρίσης
Ο φασισμός αναδύθηκε ιστορικώς σε στιγμές κρίσης του καπιταλισμού. Του φασισμού είχε προηγηθεί ιστορικά ο χωρίς οριοθετήσεις αποικιοκρατικός καπιταλισμός του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, ο οποίος είχε οδηγήσει σε μία πρώτη παγκοσμιοποίηση της εποχής, και ο οποίος κατέληξε λόγω του ανταγωνισμού ανάμεσα στις παλαιές αποικιοκρατικές δυνάμεις και τις φερέλπιδες ηπειρωτικές στη σύρραξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ο φασισμός, αν και ξεκίνησε τη δεκαετία του 1920, που υπήρξε μια περίοδος ξέφρενης μεταπολεμικής ανάπτυξης, έλαβε την κυρίως μορφή του κατά τη δεκαετία του 1930 μετά την οικονομική κρίση του 1929, η οποία κατέδειξε ότι ήταν πλέον αδύνατος ένας κλασικός καπιταλισμός χωρίς οριοθετήσεις, όπως αυτός του 19ου αιώνα που είχε περιγράψει ο Μαρξ. Αν ακολουθήσουμε το σχήμα του Ντέιβιντ Χάρβεϊ για τις ενδογενείς αντιφάσεις που αναγκάζεται να υπερκεράζει ο καπιταλισμός μέσω συνεχών καινοτομιών, δεν θα ήταν ίσως άτοπο να χαρακτηρίσουμε τον φασισμό ως μία πολιτική «καινοτομία» που οδήγησε σε «λύση» μια συγκεκριμένη ιστορική αντίφαση που είχε προκύψει το 1929[1]. Βεβαίως, εντός δημοκρατικού πλαισίου, διεξόδους δημοκρατικές στην ίδια κρίση προσπάθησε να δώσει το New Deal του Φραγκλίνου Ρούζβελτ, ωστόσο η κρίση του 1929 «λύθηκε» εντέλει με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την επικράτηση μιας πολεμικής μορφής καπιταλισμού.
β) Μεταξύ προνεωτερικής παράδοσης και νεωτερικής πρωτοπορίας
Ως προς τη σχέση του με το πρόγραμμα της νεωτερικότητας και του εκσυγχρονισμού, ο φασισμός έχει μία χρήσιμη για αυτόν αμφισημία. Αφενός παραπέμπει στην προνεωτερική αρχαιότητα· η ίδια η ονομασία «φασισμός» ανακαλεί τους «πελέκεις» του ρωμαϊκού και μεσογειακού παρελθόντος. Κατά πολλούς ο φασισμός γενεαλογείται από στοιχεία του ρομαντισμού του 19ου αιώνα, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μια απόκριση στον Διαφωτισμό και έφερε μια νοσταλγία τόσο για το αρχαίο όσο και για το μεσαιωνικό παρελθόν, πλην με μια έμφαση στο παγανιστικό στοιχείο. Αφετέρου, όμως, ο φασισμός προβάλλεται ως ένα πρόγραμμα νεωτερικού εκσυγχρονισμού για ορισμένες χώρες, όπως λ.χ. η Ιταλία και η Γερμανία. Επαγγέλλεται έναν επαναστατικό «νέο άνθρωπο», ο οποίος θα λύσει τις εσωτερικές αντιφάσεις του τότε θεωρούμενου ως παρηκμασμένου ανθρώπου των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Χρησιμοποιεί για την προπαγάνδα του την καλλιτεχνική μοντερνιστική πρωτοπορία, όπως λ.χ. τον φουτουρισμό.
γ) Καθρέφτης του κομμουνισμού ή «μαντρόσκυλο» του φιλελευθερισμού;
Το μέγιστο ερμηνευτικό δίλημμα ως προς τον φασισμό είναι αυτό ανάμεσα αφενός στην κλασική φιλελεύθερη και στην κλασική σοσιαλιστική ερμηνεία του. Οι φιλελεύθεροι κατά κανόνα τείνουν να θεωρούν τον φασισμό ως έναν από τους δύο μεγάλους ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα, ο οποίος, όπως και ο κομμουνισμός, τράφηκε από το μίσος προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία, εκμεταλλεύτηκε την ευαλωτότητά της, ενώ εν πολλοίς αντέγραψε ορισμένες από τις πρακτικές του σοβιετικού μπολσεβικισμού, που ελαφρώς προηγήθηκε, κατά ένα «τα δύο άκρα συναντώνται». Από την άλλη, η κλασική σοσιαλιστική ερμηνεία είναι ότι ο φασισμός αποτελεί ένα σύμπτωμα της αποτυχίας μιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Με αυτό εννοείται ότι σε μία περίοδο όπου ο καπιταλισμός έχει φτάσει κατά Μαρξ σε μια έκρηξη μη θεραπεύσιμων αντιφάσεων και επίκειται μία σοσιαλιστική επανάσταση, ο φασισμός χρησιμοποιείται από τους κεφαλαιοκράτες τρόπον τινά για να «εξουδετερώσει» μια γνήσια επαναστατική απειλή, ως ένα οιονεί «μαντρόσκυλο» του συστήματος. Με αυτήν την έννοια, φασισμό έχουμε όπου απέτυχε μια αυθεντική κομμουνιστική επανάσταση, όπως λ.χ. στη Γερμανία μετά τις δολοφονίες της Ρόζα Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ. Ο φασισμός κατά αυτήν την ερμηνευτική είναι ένας «καπιταλισμός σε κρίση», δηλαδή είναι ένα εργαλείο που επιστρατεύει το καπιταλιστικό σύστημα για να ξεπεράσει μία περίοδο κατά την οποία έχουν εκραγεί οι αντιφάσεις του, ενώ στη συνέχεια επανερχόμαστε στον φιλελευθερισμό, μόλις οι αντιφάσεις έχουν επιλυθεί, κατά κανόνα με συνδυασμό κρατικισμού και πολέμου.
Στην προσέγγισή μας δεν θα ταυτιστούμε απολύτως με κάποια από τις δύο αυτές κυρίαρχες ιδεολογικές ερμηνείες του φασισμού, οι οποίες ανταποκρίνονται αμφότερες σε ένα μέρος της ιστορικής πραγματικότητας του Μεσοπολέμου. Θεωρούμε ότι όντως ο φασισμός αναδύεται σε στιγμές κρίσης του καπιταλισμού, σαν αυτές που ο Μαρξ και μετά ο Καστοριάδης έχουν περιγράψει με το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Κατά συνέπεια, ο νεωτερικός και σύγχρονος φασισμός δεν μπορούν να ερμηνευθούν επαρκώς, αν δεν λάβουμε υπ’ όψη το στοιχείο των καπιταλιστικών κρίσεων και εσωτερικών αντιφάσεων, απλώς και μόνο ως ένα «μίσος προς τη δημοκρατία» κ.ο.κ. Από την άλλη, μια απολύτως συστηματική ερμηνεία του φασισμού ως «καπιταλισμού σε κρίση», όπως αυτή που κάνουν πολλοί αριστεροί ερμηνευτές, δεν απαντά σε σημαντικά ιστορικά ερωτήματα, όπως λ.χ. γιατί ο φασισμός επικράτησε σε συγκεκριμένες χώρες και όχι σε άλλες. Αλλά επίσης δεν μπορεί να ερμηνεύσει και το βασικό ιστορικό γεγονός ότι εντέλει, παρά τις αρχικές συμφωνίες αφενός του Μονάχου του 1938 (που θεωρείται από πολλούς σοσιαλιστές ως μια συμμαχία καπιταλισμού και φασισμού εναντίον του κομμουνισμού) και αφετέρου του συμφώνου Ρίμπεντροπ- Μολότοφ του 1939 (που θεωρείται, αντιστρόφως, από πολλούς φιλελεύθερους ως μια συμμαχία των «δύο ολοκληρωτισμών» εναντίον των δημοκρατιών), τελικά οι φιλελεύθερες δημοκρατίες έφτασαν να συμμαχήσουν ιστορικά με τον κομμουνισμό εναντίον του φασισμού και αυτό υπήρξε εν πολλοίς και η πιο επιδραστική φάση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Κατά συνέπεια, θα ακολουθήσουμε μία πιο μετριοπαθή ερμηνευτική του φασισμού, η οποία θα προσπαθήσει να αποδώσει δικαιοσύνη στην ιστορική αλήθεια που υπάρχει και στις δύο βασικές ιδεολογικές ερμηνευτικές: Θεωρούμε ότι όντως ο νεωτερικός φασισμός, που είναι άλλης τάξεως φαινόμενο από οποιονδήποτε προνεωτερικό αυταρχισμό, αναδύεται και δυναμώνεται σε συνθήκες κρίσης του καπιταλισμού και δη σε στιγμές κρίσης του ανεξέλεγκτου και μη οριοθετημένου καπιταλισμού, όπως ήταν ο κλασικός αποικιοκρατικός καπιταλισμός του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Με αυτήν την έννοια, αν το δει κανείς με όρους ιστορικιστικής τελεολογίας, όντως κατά μία έννοια υποκαθιστά μια σοσιαλιστική επανάσταση. Και βεβαίως αποτελεί εγγενώς έναν εμμονικό αντικομμουνισμό. Από την άλλη, είναι εξίσου σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι στην κοινωνική και οικονομική του οργάνωση ο φασισμός έχει στοιχεία, όπως ο κορπορατισμός και μια ειδική μορφή ανανεωμένου κρατισμού, τα οποία τον απομακρύνουν από τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. (Άλλο χαρακτηριστικό του είναι η στροφή προς μια πολεμική οικονομία, αλλά αυτό δεν αποτελεί ειδοποιό διαφορά, αφού ο ιμπεριαλισμός υπήρξε το χαρακτηριστικό κατεξοχήν των φιλελεύθερων δημοκρατιών). Αν και ο φασισμός παραμένει γενικά εντός της καπιταλιστικής οργάνωσης θα ήταν υπεραπλουστευτικό να τον ονομάσει κανείς απλώς «καπιταλισμό σε κρίση» (άλλωστε για πολλούς ριζοσπαστικούς αριστερούς στοχαστές ακόμη κι ο υπαρκτός σοσιαλισμός θεωρείται ως «κρατικός καπιταλισμός» κ.ο.κ.). Πρόκειται για ένα μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που ανταποκρίνεται σε αντιφάσεις του καπιταλισμού με τρόπους διαφορετικούς από αυτούς των δημοκρατιών και εντέλει δεν είναι ιστορικώς ασήμαντο ότι επεκράτησε σε ορισμένες μόνο χώρες, κυρίως ηπειρωτικές, σε ένα καθεστώς όπου επικρατούσε η ιστορική ταπείνωση, ο ρεβανσισμός ή ένας ανολοκλήρωτος ιμπεριαλισμός.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, θα τείναμε μάλλον να αποδώσουμε στον φασισμό έναν «κεντρομόλο» χαρακτήρα. Δηλαδή θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι φασισμός συμβαίνει όταν έχουν εκραγεί οι αντιφάσεις του καπιταλισμού, αλλά αποτελεί μια επιλογή να αντιστεί κανείς σε μια από τα κάτω ριζική επανάσταση και αντ’ αυτής να εμμείνει σε δυνάμεις του παρελθόντος, οι οποίες, όμως, επικαιροποιούνται δυναμικά: λ.χ. σε μια έμφαση στη φυλή, στο έθνος, στην οικογένεια, στον κρατικό προστατευτισμό και σε μορφές κεφαλαιοκρατίας που είναι περισσότερο συνδεδεμένες με εθνοκρατικές ελίτ. Με αυτήν την έννοια ως προς τον σοσιαλισμό/κομμουνισμό, ο φασισμός αποτελεί έναν εχθρικό αντίζηλο. Και οι δύο προσπαθούν να στηριχθούν στην κρίση του καπιταλισμού, αλλά ο φασισμός μέσω μιας συντηρητικής στροφής στις δυνάμεις του παρελθόντος, ενώ ο σοσιαλισμός/ κομμουνισμός μέσω μιας προσπάθειας ανοικοδόμησης νέας κοινωνίας. Ως προς τον φιλελευθερισμό, ο φασισμός αποτελεί έναν παράδοξο συντηρητικό επαναστατισμό. Εννοούμε ότι από τη μια ο φασισμός στηρίζεται σε οιονεί «προνεωτερικές» μορφές, όπως σε έναν φυλετικό εθνικισμό και στους δεσμούς της οικίας και της βιολογίας, ενώ ο φιλελευθερισμός βασίζεται αντιστοίχως στον πολιτειακό εθνικισμό (όπως σε αυτόν της Γαλλικής Επανάστασης και κατά μία έννοια της Αμερικανικής) και σε πολιτικούς δεσμούς ευρύτερους από την οικογένεια και τη φυλή. Από την άλλη, ο φασισμός δεν αποτελεί μια απλή συντηρητική στροφή στο παρελθόν. Προκειμένου να λύσει τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, ο φασισμός χρειάζεται να κάνει ένα γενναίο άλμα προς τα εμπρός με επαναστατικές επικαιροποιήσεις των προνεωτερικών μορφών. Ενώ ο συντηρητισμός είναι συνήθως συνδεδεμένος με τη μετριοπάθεια, την παραδεδομένη «σοφία» και το μέτρο, ο φασιστικός «συντηρητισμός» αποτελεί μία μεγαλομανή επανεφεύρεση των παραδόσεων, όπου λ.χ. το έθνος μετατρέπεται σε κανόνα ενός νέου επαναστατικού υπερανθρώπου, η οικογένεια τίθεται σε μία μονότροπη υπηρεσία της ιμπεριαλιστικής μηχανής, οι παραδοσιακές μεσαιωνικές διαμεσολαβήσεις οδηγούν σε μία εντέλει νεωτερική κορπορατιστική οργάνωση.
δ) Μια φαινομενολογία του «φασίστα»
Με βάση τα παραπάνω έχει σημασία να δούμε ποιος είναι ο ψυχολογικός ανθρωπότυπος του «φασίστα». Ο φασίστας είναι αυτός που επικαλείται τις προνεωτερικές αξίες (φυλή, οικογένεια, αίμα, τιμή) με έναν υπερνεωτερικό επαναστατικό τρόπο: Ενώ στις παραδοσιακές κοινωνίες οι αξίες αυτές είναι, σε γενικές γραμμές, αφορμές για μέτρο, σύνεση και κοσμική σωφροσύνη, για τον φασίστα αποτελούν αφορμή για μια υπεράνθρωπη μεγαλομανή επέκταση. Ο φασισμός αποτελεί το αποκορύφωμα της «φαντασιακής κοινότητας», αυτού του χαρακτηρισμού του Μπένεντικτ Άντερσον για τον εθνικισμό[2]. Ο φασίστας είναι αυτός που αντλεί την ταυτότητά του από τα περισσότερο βιολογικά στοιχεία, όπως η βιολογική συγγένεια, η σωματική ρώμη κ.ο.κ., αλλά τα εκτοξεύει σε ένα από τα πιο ακραία φαντασιωτικά επίπεδα της νεωτερικότητας, τα χρησιμοποιεί ως μέσα για μια αυθυπέρβαση της βιολογίας στην κατεύθυνση του υπερανθρωπισμού.
Για τον λόγο αυτό, ο φασισμός αποτελεί έναν πειρασμό που βρίσκεται στον πυρήνα όχι μόνο του νεωτερικού προγράμματος, αλλά και του δυτικού παραδείγματος εν γένει: Αποτελεί κατά μια έννοια την κορύφωση του αιτήματος του Αυγουστίνου Ιππώνος για τη βούληση ως πυρήνα του υποκειμένου, έτσι όπως το ξαναείδαμε στον βολονταρισμό του ύστερου Μεσαίωνα (Δουνς Σκώτος, Γουλιέλμος του Όκαμ), στην πρόταξη της πίστεως από τον προτεσταντισμό, στη φιλοσοφία της θελήσεως για δύναμη, στον ρομαντισμό κ.ο.κ. Βεβαίως, μιλάμε περισσότερο για «πειρασμό» και όχι για μια τελεολογία της σκέψης, γιατί ένας παρόμοιος μονόπλευρος ιστορικισμός θα συσκότιζε την εξαιρετική ποικιλία και ανοικτότητα της ανέλιξης στη δυτική ιστορία των ιδεών. Είναι, όμως, χαρακτηριστικό ότι ο φασισμός προβαίνει σε μια κίνηση άντλησης από το παρελθόν, προκειμένου να τραφεί μία άκρατη φαντασίωση μεγαλείου, η οποία θα εργαλειοποιηθεί επιτελεστικά στον ορίζοντα μιας επείγουσας επέκτασης και κατάκτησης. (Παρεμπιπτόντως, μια θλιβερή σκέψη που μπορεί να κάνει κανείς είναι ότι ο φασισμός υπήρξε πνευματικώς η τραγική πλην επιδραστικότατη καρικατούρα της όλης πνευματικής χειρονομίας του Μεσοπολέμου, που ήταν μία στροφή προς το παρελθόν, προκειμένου να λύσουμε τα αδιέξοδα του δυτικού παραδείγματος με γόνιμο τρόπο· την πνευματική αυτή κίνηση τη βλέπουμε σε όλα τα τεράστια πολιτισμικά επιτεύγματα του μοντερνισμού των δεκαετιών του 1920-1940. Ο φασισμός αποτελεί ασφαλώς το κακέκτυπο των τιτάνιων εκείνων πνευματικών πρωτοποριών, πλην μια παρωδία που με τραγικό τρόπο επεκράτησε ιστορικά προτού να οδηγηθεί στον χαμό, παρασέρνοντας μαζί του τον πλανήτη και αφήνοντας μετά τον σπαραγμό ένα συγκριτικώς πνευματικό τέλμα κατά τις επόμενες δεκαετίες της μαζοδημοκρατίας).
ε) Ενάντια στις ελίτ ή ενάντια στους αδύναμους;
Το επόμενο ερώτημα που τίθεται ως προς τον ψυχολογικό ανθρωπότυπο του φασίστα είναι ποια είναι η σχέση του με τους ισχυρούς και τους αδύναμους. Και εδώ η απάντηση είναι μάλλον αμφίσημη όπως και ως προς το ζήτημα της χρονικότητας, καθώς ο ιδεοτυπικός φασίστας κάνει δύο ή τρία πράγματα ταυτόχρονα: Αφενός καταγγέλλει τις κοσμοπολίτικες ελίτ και διαθέτει έτσι μία εσάνς αντισυστημικότητας προς τους ισχυρούς. Αφετέρου στοχοποιεί ως εξιλαστηρίους τράγους τους αδύναμους και καλεί σε ολική εξόντωση ή, έστω, εξοστρακισμό τους. Κατά τρίτον, καταλήγει εντέλει στο να είναι ο «νταής» ή το «μαντρόσκυλο» για νέα αφεντικά που προκύπτουν από την παραπάνω επιτέλεση, ενώ το φαντασιωτικό του στοιχείο συχνότατα καταλήγει στην προσωπολατρία ενός εθνικού ηγέτη.
Θα ήταν πάντως μονομερές να πούμε ότι ο φασισμός αποτελεί μία λατρεία της ισχύος που απλώς στρέφεται ενάντια στους αδύναμους, που τη στερούνται, για να τους συνθλίψει. Ο φασισμός βασίζεται στην έννοια της «απειλής» και με αυτήν κινητοποιεί τις μάζες. Και η απειλή κατ’ αυτόν βασίζεται σε μία συμπαιγνία ανάμεσα αφενός στα κοσμοπολίτικα «αφεντικά», που φέρεται να καταξιώνει ο φιλελευθερισμός, και αφετέρου στους αδύναμους ανένταχτους στην κοινωνία, που φέρεται να λατρεύει ο σοσιαλισμός. Αυτή η διπλή κίνηση ενάντια και στις ελίτ (του φιλελευθερισμού) και στους αδύναμους (του σοσιαλισμού) είναι διήκουσα στον φασισμό. Ο φασίστας είναι αυτός που θα διεκδικήσει ότι είναι ο γενναίος που ανθίσταται στις ελίτ του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, ενώ ταυτοχρόνως είναι αυτός που δεν ανέχεται όσους αδύναμους δεν εντάσσονται στη σωστή θεώρηση περί έθνους, φυλής και κοινωνίας. Στο φασιστικό φαντασιακό υπάρχει οπωσδήποτε μία συμμαχία ανάμεσα στους δύο. Λ.χ. στο ναζιστικό αρχέτυπο θεωρείτο μια συμμαχία ανάμεσα αφενός στο διεθνοποιημένο κεφάλαιο το οποίο αποδιδόταν στους Εβραίους ως φυλή και αφετέρου σε όλους τους αδύναμους, Εβραίους εργάτες, Ρομά, ομοφυλόφιλους, Σλάβους κ.ά. που θεωρούνται ότι βλάπτουν λόγω της αδυναμίας τους την κυρίαρχη φυλή. Την ίδια λογική πάντως βλέπουμε και σήμερα, όταν συχνά θεωρείται από ακροδεξιούς ότι το προσφυγικό πρόβλημα αλλά και οι πολιτικές δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ έχουν την ίδια πηγή στις επιταγές του διεθνοποιημένου κεφαλαίου (που ακόμη και σήμερα αποδίδεται ενίοτε στους «Εβραίους» κατά έναν ανανεωμένο αντισημιτισμό).
Παρ’ όλο που ενδέχεται να είναι αλήθεια ότι μπορεί να γίνεται εργαλειοποίηση του υπαρκτού προσφυγικού προβλήματος ή του προοδευτικού δικαιωματισμού από πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, το χαρακτηριστικό του ψυχολογικού τύπου του φασίστα είναι η παράνοια που βασίζεται στη μη ανοχή για το ανολοκλήρωτο, για το μη όλον. Πρόκειται για μια ψυχολογία που αισθάνεται ως πάρα πολύ έντονη την απειλή και γι’ αυτό καταφεύγει σε μια λατρεία της ισχύος και δη των πιο προφανών εκδοχών της, όπως η σωματική ρώμη, η δύναμη των βιολογικών κοινοτήτων της οικογένειας, της φυλής και μιας φυλετικής έννοιας του έθνους, ως υπεραναπλήρωση μιας εξαιρετικά ανασφαλούς ψυχοδομής. Ο φασίστας είναι σαν ψυχικός τύπος αυτός που νιώθει μια πολύ μεγάλη απειλή από την όποια αδυναμία του ή μάλλον από τη μη ολότητά του και γι’ αυτό επιθυμεί να συνθλίψει όσους θεωρείται ότι απειλούν τη φαντασιακή του ολότητα ή έστω υπενθυμίζουν το αδύνατο του εγχειρήματός της. Ο φασίστας είναι αυτός που δεν μπορεί να ανεχθεί καθόλου την ασθένεια του πλησίον και θέλει να τον εξαφανίσει, ακριβώς επειδή αυτή η αδυναμία τού υπενθυμίζει τον φαντασιώδη χαρακτήρα της δικής του ολοκληρωτικής ενότητας. Ο ίδιος πάντως φασίστας που θα προτείνει ως ιδανικό τη συντριβή των μη ανεκτών αδυνάμων, θα αυτοπροβληθεί ταυτόχρονα ως ο τολμηρός ενάντια στους ισχυρούς των διεθνοποιημένων δυνάμεων του κεφαλαίου, που δεν έχουν την άμεση προφάνεια της ευρωστίας, αλλά κρύβονται πίσω από αφηρημένες δυνάμεις, όπως η ισχύς του χρήματος, των διεθνών θεσμών κ.ο.κ. Ενώ εντέλει ο φασίστας καταλήγει στο να παίξει ασμένως και με τρόπο που κολακεύει τις ματαιόδοξες φαντασιώσεις του τον «νταή» για νέα αφεντικά, συνήθως με κάποια επίκληση εθνικιστικού τύπου, που δικαιολογεί τη νέα εθελοδουλία του. Καταλήγοντας εντέλει στην προσωπολατρία του ηγέτη, όταν η άρση των θεσμικών διαμεσολαβήσεων της φιλελεύθερης δημοκρατίας θα έχει οδηγήσει σε φαντασίωση άμεσης σχέσης ανάμεσα στον «υγιή» λαό και τον «χαρισματικό» οδηγό.
Μέρος Β΄: Το περιβάλλον των νέων φασισμών
α) Ο δικός μας «καπιταλισμός σε κρίση»
Επιχειρώντας στη συνέχεια μια ερμηνεία του πώς αναδύονται οι νέοι φασισμοί του 21ου αιώνα είναι σκόπιμο να αρχίσουμε από την οικονομική βάση πριν προχωρήσουμε στο ιδεολογικό εποικοδόμημα, ακολουθώντας το αίτημα του εγχειρήματός μας να δούμε ομοιότητες και διαφορές των νέων φασισμών με τον κλασικό. Όχι τυχαία, οι νέοι φασισμοί εντάθηκαν κυρίως μετά από την οικονομική κρίση του 2008. Ο καπιταλισμός στο τέλος του 20ού αιώνα είχε γνωρίσει μία δεύτερη παγκοσμιοποίηση, όπως και στο τέλος του 19ου. Αυτή τη φορά δεν επρόκειτο για μια παλαιού τύπου αποικιοκρατία, αλλά για τη νεοφιλελεύθερη ΤΙΝΑ (There Is No Alternative) μετά το κατά Φουκουγιάμα «Τέλος της Ιστορίας», που ακολούθησε την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού[3]. Ο νέος αποχαλινωμένος καπιταλισμός βασίστηκε στην κατάργηση από την κυβέρνηση Κλίντον και των τελευταίων νόμων ελέγχου του χρηματιστικού κεφαλαίου, που αποτελούσαν κληρονομιά του New Deal του Φραγκλίνου Ρούζβελτ στις ΗΠΑ, αλλά εντάθηκε χάρη στις νέες ψηφιακές δυνατότητες που κατέστησαν δυνατή μια άνευ προηγουμένου ταχύτητα και ισχύ του χρηματιστικού κεφαλαίου, το οποίο «απελευθερώθηκε» από τις παραγωγικές δυνάμεις. Η νέα αυτή χρυσή εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου δεν κράτησε πολύ πάνω από μία δεκαετία (περίπου δηλαδή όσο και η απογείωση του καπιταλισμού στα roaring ʼ20s του 20ού αιώνα) και τη διαδέχτηκε μια σχεδόν 15ετία πλέον συνεχιζόμενης κρίσης του καπιταλισμού με διαφορετικές μορφές, μέσα στην οποία επωάστηκαν οι νέοι φασισμοί. Όχι τυχαία η λεξιπλασία permacrisis, δηλαδή «μόνιμη κρίση» (permanent crisis) αναδείχτηκε σε λέξη του 2022 από το Λεξικό Collins[4].
Στον 21ο αιώνα ο καπιταλισμός δεν είναι πλέον μη οριοθετημένος, όπως στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού. Υπάρχουν πλέον η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για την επίλυση ακραίων κρίσεων, καθώς και σημαντικές εθνικές κεντρικές τράπεζες. Παρόμοιοι θεσμοί «έσωζαν» τον καπιταλισμό κατά τις αντιφάσεις και τις κρίσεις του κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες. Ο τρέχων καπιταλισμός, αν και ελεγχόμενος από θεσμούς, με τρόπο που τον διαφοροποιεί από τον μη οριοθετημένο καπιταλισμό του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, είναι ωστόσο αποχαλινωμένος με την έννοια της απομάκρυνσης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου από την παραγωγή, η οποία κατέστη δυνατή χάρη: α) σε κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις κυρίως στον αγγλοσαξονικό κόσμο υπό την επίδραση του νεοφιλελευθερισμού, β) στις πρωτοφανείς νέες δυνατότητες που παρέχει η ψηφιακή τεχνολογία, αλλά και γ) στο μονοπολικό σύστημα της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης που βρέθηκε χωρίς ιδεολογικό αντίπαλο μετά το 1991.
β) Μετα-εκκοσμίκευση αντί ιδεολογίας στις φαντασιακές κοινότητες του διαδικτύου
Επιπλέον, η ήττα του υπαρκτού σοσιαλισμού συνοδεύτηκε από μία μεγάλη επιστροφή του θρησκευτικού φαινομένου, γεγονός που οδήγησε στο να είναι οι τρόποι πρόσληψης του παγκοσμιοποιημένου πλέον καπιταλισμού σε διαφορετικές χώρες λιγότερο ιδεολογικοί και περισσότερο πολιτισμικοί και θρησκευτικοί. Οι δύο εμβληματικοί διανοούμενοι της δεκαετίας του 1990, ο Φουκουγιάμα και ο Χάντινγκτον[5], οιονεί δικαιώθηκαν, παρά τις επιμέρους διαψεύσεις στις οποίες επιμένουν οι επικριτές τους, με την έννοια ότι μετά το τέλος της ιδεολογικής Ιστορίας, το μόνο που απομένει είναι μια σύγκρουση των πολιτισμών γύρω από τους τρόπους οικείωσης του ενιαίου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού σε διαφορετικές χώρες ή κοινότητες. Σε αυτό το περιβάλλον αναπτύσσονται οι νέοι φασισμοί. Είναι ένα περιβάλλον κρίσης, όχι υποχώρησης, του παγκόσμιου καπιταλισμού, αλλά και της παντοκρατορίας των ΗΠΑ, ακόμη και της αυτονόητης για πέντε αιώνες μονοκρατορίας του λευκού δυτικού ανθρώπου, χωρίς όμως να έχει προκύψει ένα παράδειγμα με δυναμική αντικατάστασης.
Το στοιχείο της καπιταλιστικής κρίσης αποτελεί μία ομοιότητα με το περιβάλλον του Μεσοπολέμου. Υπάρχουν, όμως, και οι διαφορές. Το περιβάλλον του 21ου αιώνα είναι πλέον εν πολλοίς μεταεκκοσμικευμένο με αποτέλεσμα οι φασίζουσες αντιδράσεις στον φιλελευθερισμό να συμπλέκονται πλέον όχι με εκκοσμικευμένες ιδεολογίες, αλλά με θρησκείες και πολιτισμούς (εννοούμε ότι αντλούν από αυτές, χωρίς να ταυτίζονται μαζί τους, όπως θα ήθελε μια ρατσιστική θεώρηση). Είναι επίσης ένα περιβάλλον διαμεσολαβημένο περισσότερο από το Διαδίκτυο και την παντοδυναμία της επικοινωνίας, της εικόνας και του θεάματος, σε βάρος των νεωτερικών θεσμικών διαμεσολαβήσεων. Και, βεβαίως, όπως ο κλασικός φασισμός ήταν καινοτόμος στη χρήση της μοντερνιστικής πρωτοπορίας, κατά παρόμοιο τρόπο πολλοί νέοι φασισμοί συνδυάζουν την επίκληση του παρελθόντος με μια πρωτοπορία στη χρήση των δυνατοτήτων που προσφέρει το διαδίκτυο και οι ψηφιακές κοινότητες που δημιουργεί. Αν ο κλασικός φασισμός βασίστηκε στις κατά Άντερσον «φαντασιακές κοινότητες» του έθνους, οι νέοι φασισμοί βασίζονται στις ακόμη πιο φαντασιακές ψηφιακές πλέον κοινότητες του διαδικτύου, που απογειώνονται ακόμη περισσότερο από το Πραγματικό.
Μπορούμε πλέον να εξετάσουμε συγκεκριμένα φαινόμενα νέων φασισμών, με την πυξίδα των πέντε παρατηρήσεων που κάναμε για τις αμφισημίες του αρχετυπικού φασισμού. Θα παρατηρήσουμε, λοιπόν, με τη συνδρομή των πέντε αυτών σημείων ομοιότητες, αλλά και διαφορές των νέων φασισμών με τον ιδεοτυπικό φασισμό. Κατ’ αρχήν, όμως, μια μεθοδολογική επισήμανση ως προς την ονοματοδοσία.
γ) «Νεοφασισμός» ή «μεταφασισμός»;
O Έντσο Τραβέρσο διακρίνει ανάμεσα σε «νεοφασισμό» και «μεταφασισμό», με την έννοια ότι ο νεοφασισμός αποτελεί προσπάθεια αναβίωσης του ιστορικού φασισμού, ενώ ο μεταφασισμός αποτελεί ένα νέο φαινόμενο στις δυτικές κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας, το οποίο δεν διεκδικεί οπωσδήποτε την καταγωγή του στον κλασικό φασισμό[6]. Κατά τον Τραβέρσο, ο μεταφασισμός αποτελεί ένα μεταβατικό φαινόμενο σε κοινωνίες που εξελίσσονται ραγδαία και θα ήταν ίσως καλύτερο να μιλάμε για «μεταφασισμούς» στον πληθυντικό, χωρίς να προσπαθούμε να τους χωρέσουμε όλους σε μία ενιαία έννοια, καθώς αναφύονται σε πολύ διαφορετικές πολιτισμικώς κοινωνίες.
Βεβαίως, και ο κλασικός φασισμός είναι μέχρι ενός βαθμού ένα ετερόκλητο φαινόμενο, υπάρχουν λ.χ. διαφορές ως προς την αντιμετώπιση της χριστιανικής θρησκείας: Έχουμε άλλοτε πλήρη συμμαχία με την Εκκλησία όπως στην Ισπανία του Φράνκο και άλλοτε επίκληση περισσότερο νεοπαγανιστικών αξιών, όπως στον ναζισμό του Χίτλερ. Όμως υπό την επίδραση εντέλει του ναζισμού, ο φασισμός αποκρυσταλλώθηκε εντέλει σε ένα συγκριτικά ομοιογενές φαινόμενο, που λαμβάνει δυνητικά τον χαρακτήρα ιδεοτύπου, συμπεριλαμβανομένων και των αμφισημιών του, σύμφωνα με όσα περιγράψαμε. Αντιθέτως, οι μεταφασισμοί επειδή αναφύονται σε διαφορετικούς πολιτισμούς, ήτοι, αν το θέσουμε με όρους Χάντινγκτον, σε διαφορετικές πολιτισμικές προσλήψεις της ενιαίας στον πλανήτη καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, παρουσιάζουν μία πολύ μεγάλη ποικιλία που διαφεύγει συχνά των γνωστών μας δυτικών ιδεολογικών συγκρούσεων. Μάλιστα, αφότου προέκυψε ο φόβος για την καταστροφή της σύνολης ζωής στον πλανήτη από τη χρήση πυρηνικών όπλων, δεν υπάρχει (κατ’ ελπίδα τουλάχιστον) η δυνατότητα συνολικών απευθείας παγκόσμιων πολεμικών αναμετρήσεων, οπότε οι έριδες συμβαίνουν περισσότερο στο επίπεδο της τρομοκρατίας, της ανταρσίας, της υπονόμευσης της δημοκρατίας εκ των ένδον ή της εμπλοκής σε πολέμους δι’ αντιπροσώπων, καθιστώντας ακόμη πιο ασαφείς τους ορισμούς των εκφάνσεων μεταφασιστικών φαινομένων.
Ο Τραβέρσο παρατηρεί, εξάλλου, ότι στη Δύση ο κλασικός φασισμός στις μεταπολεμικές δεκαετίες απορροφήθηκε εν πολλοίς από τα συντηρητικά δεξιά κόμματα ως ακροδεξιά πτέρυγά τους και όταν μετά από τις πρόσφατες οικονομικές κρίσεις η πολιτική συναίνεση διερράγη, οι μορφές που έλαβε η ακροδεξιά αντίδραση παρουσίασαν ποιοτικώς νέα στοιχεία. Στην Ιταλία λ.χ. η Λέγκα του Βορά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα μεταφασιστικό κίνημα, ενώ ο παραδοσιακός φασισμός έχει απορροφηθεί από τη συντηρητική δεξιά. Είναι και για αυτόν τον λόγο που είναι καλύτερο να μιλάμε για μεταφασισμό (post–fascism), όταν έχουμε παρόμοια φαινόμενα με νέα ποιοτικώς στοιχεία, κρατώντας τον όρο «νεοφασισμός» για τις (μάλλον παρωχημένες πλέον και αφομοιωμένες) προσπάθειες αναβίωσης του ιστορικού φασισμού. Στο δοκίμιό μας ακολουθούμε τη διάκριση του Έντσο Τραβέρσο στην ορολογία, αν και ορισμένες φορές κάνουμε λόγο επίσης για «νέους φασισμούς». Σε κάθε περίπτωση, το σημαντικό της διαίσθησης του Τραβέρσο είναι ότι ο όρος δέον να χρησιμοποιείται στον πληθυντικό λόγω της μη ομογενοποιήσιμης ποικιλίας των φαινομένων, που δείχνει και ότι πρόκειται για φαινόμενα πολυποίκιλου εκφυλισμού μέσα στον χαώδη χαρακτήρα της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής επέκτασης.
Μέρος Γ΄: Παραδείγματα μεταφασισμών
α) Είναι η Ισλαμοφοβία ο νέος αντισημιτισμός;
Ένα σημαίνον χαρακτηριστικό του μεταφασισμού στην Ευρώπη και κυρίως στη Γαλλία, αλλά και στην Ιταλία και εν μέρει και στην Ελλάδα είναι η Ισλαμοφοβία, με τρόπο ώστε ένας ανανεωμένος εθνικισμός να συνδέεται με τον ρεπουμπλικανισμό ως ευρωπαϊκό ταυτοτικό στοιχείο και με αυτήν την έννοια να διεκδικεί την εισδοχή του στο κυρίαρχο πολιτικό σύστημα. Στη Γαλλία αυτό συμβαίνει όχι μόνο με τη Μαρίν Λε Πεν, αλλά και με τη ρητορική του Ερίκ Ζεμούρ περί μιας Γαλλίας που αυτοκτονεί ενώπιον της εισβολής των μουσουλμάνων[7]. Σημειωτέον ότι η στήριξη της Μαρίν Λε Πεν στον ρεπουμπλικανισμό έχει βαθιές ρίζες στη γαλλική ιστορία· δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η κατεξοχήν αποικιοκρατική περίοδος της Γαλλίας συνέπεσε με την Τρίτη Δημοκρατία, που υπήρξε ο διαπρύσιος κήρυκας της εκκοσμίκευσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο εκκοσμικευμένος πολίτης με τα δικαιώματά του αντιτίθεται όχι μόνο προς τον χριστιανό θρησκευόμενο, αλλά και προς τον μουσουλμάνο ή άλλης θρησκείας ιθαγενή που η γαλλική αποικιοκρατία συνάντησε στις κατακτήσεις της και στη συνέχεια ενσωμάτωσε εκκρεμώς στην κοινωνία της. Αυτό σημαίνει μια βαθιά ρατσιστική διαίρεση μεταξύ πολίτη και ιθαγενούς που υφέρπει στον γαλλικό ρεπουμπλικανισμό, δίνοντας στη Λε Πεν μια ευκαιρία να οικειώνεται εκλεκτικά χριστιανικά ταυτοτικά στοιχεία ως συμβατά με τη ρεπουμπλικανική εκκοσμίκευση, την ίδια στιγμή που παρουσιάζει μια εξοβελιστική ρητορική ως προς τους απογόνους των ιθαγενών της γαλλικής αποικιοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση, η έντονη πολιτισμική σύγκρουση μεταξύ δυτικών αξιών και Ισλάμ και η συνακόλουθη αποδοχή των ακροδεξιών κομμάτων σημαίνει ότι τα τελευταία συχνά υπαγορεύουν στα παραδοσιακά δεξιά κόμματα ή ακόμη και σε φιλελεύθερα κεντροδεξιά κόμματα την πολιτική τους ατζέντα, όπως εν πολλοίς συμβαίνει στη Γαλλία, όπου στοιχεία της πολιτικής του κόμματος της Μαρίν Λε Πεν υιοθετούνται ακόμη και από το φιλελεύθερο κεντροδεξιό κίνημα του Εμανυέλ Μακρόν.
Οι μουσουλμάνοι όμως που στοχοποιούνται στις ευρωπαϊκές χώρες, όπου αναπτύσσονται τα μεταφασιστικά μορφώματα, ανήκουν κυρίως σε δύο κατηγορίες: Αφενός είναι απόγονοι των μουσουλμάνων από τις αποικίες, λ.χ. τις γαλλικές και ιταλικές, οι οποίοι στις μεταπολεμικές κυρίως δεκαετίες μετανάστευσαν στις αποικιακές μητροπόλεις, χρησιμεύοντας ως εργατικό δυναμικό στην καλπάζουσα μεταπολεμική βιομηχανική ανάπτυξη. Κατά δεύτερον, είναι πρόσφυγες και μετανάστες από τους διαδοχικούς πολέμους της τελευταίας εικοσαετίας, λ.χ. στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, αλλά και από τις αναταραχές και τους εμφυλίους που ακολούθησαν μετά τη λεγόμενη Αραβική Άνοιξη λ.χ. στη Λιβύη, τη Συρία κ.ά., καθώς και από συγκρούσεις στην αφρικανική ήπειρο που οφείλονται στις νέες μορφές αποικιοκρατίας. Οι δύο αυτές βασικές κατηγορίες, που ασφαλώς δεν είναι εξαντλητικές ως προς τα εκατομμύρια των μουσουλμάνων που ζουν στην Ευρώπη, σημαίνουν ότι η μορφή του μουσουλμάνου συνδέεται κυρίως με έναν νομάδα εργάτη, ο οποίος απειλεί ως φτηνό εργατικό δυναμικό τον λευκό Ευρωπαίο εργαζόμενο, ενώ ταυτοχρόνως ως μια δυναμική πολιτιστική ετερότητα είναι επικίνδυνος για την ευρωπαϊκή πολιτική συνοχή.
Ο μεταφασισμός βασίζεται, λοιπόν, εν προκειμένω σε μία ξενοφοβία κυρίως «προς τα κάτω», προς τις θεωρούμενες ως απειλές για τους λευκούς Ευρωπαίους εργάτες. Βεβαίως ο κίνδυνος μιας φασίζουσας Ισλαμοφοβίας που τείνει να λάβει για τον μεταφασισμό τον ρόλο που είχε ο αντισημιτισμός για τον παραδοσιακό φασισμό δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε μία αντίστροφη εξιδανίκευση του Ισλάμ. Προφανώς και η αποικιοκρατία δεν αποτελεί μια ευρωπαϊκή/ δυτική αποκλειστικότητα. Το Ισλάμ επεκτάθηκε στην αφρικανική ήπειρο μέσα από ένα είδος δικής του αποικιοκρατίας κατά τον Μεσαίωνα. (Και βεβαίως υπάρχουν αποικιοκρατικά στοιχεία ακόμη και στην Κίνα και τη Ρωσία που σήμερα εμφανίζονται ως αντιαποικιοκρατικές δυνάμεις φίλιες του Τρίτου Κόσμου). Σε κάθε περίπτωση, στην εποχή μας η πρόσληψη του παγκοσμιοποιημένου φιλελευθερισμού από τους πολίτες διαπλανητικά καθίσταται περισσότερο ένα πολιτισμικό και λιγότερο ένα ιδεολογικό ζήτημα. Για τον λόγο αυτό η ιδιαίτερη στάση του Ισλάμ έναντι του παγκοσμιοποιημένου φιλελευθερισμού το καθιστά ως ίσως την περισσότερο μη αφομοιώσιμη πολιτισμική δύναμη. Και γι’ αυτό, η μορφή του μουσουλμάνου είναι για το μεταφασιστικό φαντασιακό κάτι αντίστοιχο με τη μορφή του Εβραίου για το κλασικό φασιστικό φαντασιακό: Είναι η μη αφομοιώσιμη ετερότητα. Ενώ ο φανατικός τζιχαντιστής είναι ίσως μια σύγχρονη εκδοχή της επικίνδυνης ετερότητας που αντιπροσώπευε για το φασιστικό φαντασιακό στον Μεσοπόλεμο ο θεωρούμενος ως «εβραιομπολσεβίκος».
Μια διαφορά είναι ίσως ότι ο παραδοσιακός φασισμός στρεφόταν ενάντια στους Εβραίους ως μια θεωρούμενη κοσμοπολίτικη ελίτ και στους χαρακτηριζόμενους ως «εβραιομπολσεβίκους» ως μια εξωτερική αναδυόμενη υπερδύναμη, ενώ ο μεταφασισμός στρέφεται ενάντια σε μάζες μουσουλμάνων εργατών και προσφύγων/ μεταναστών που θεωρούνται ως επικίνδυνοι κυρίως λόγω του αριθμού τους και του ιντεγκρισμού τους, όχι λόγω του κοσμοπολίτικου ελιτισμού τους ή της έδρασής τους σε ξένα κέντρα εξουσίας. Από την άλλη, παραμένει πάντα η ομοιότητα ότι και ο μεταφασιστικός λόγος θίγει το ζήτημα του κοσμοπολιτισμού των καπιταλιστικών ελίτ, που προωθούν, υποτίθεται, τις μεταναστευτικές ροές, για να υπάρχει φτηνό εργατικό δυναμικό και συναφώς τον απειλητικό για τα έθνη πολυπολιτισμό. Υπάρχουν, επομένως, μετατοπίσεις αλλά και μια υφέρπουσα συγγένεια στις θεματικές και τις εμμονές μεταξύ φασισμού και μεταφασισμού. Ο μεταφασισμός αποτελεί μια αμφισβήτηση από τα δεξιά του κατεστημένου φιλελεύθερου πολιτικού συστήματος, βασιζόμενος στον οικονομικό προστατευτισμό. Το κύριο χαρακτηριστικό του δυτικο-ευρωπαϊκού μεταφασισμού είναι ότι η εξοβελιστέα ετερότητα είναι πλέον κυρίως οι μουσουλμάνοι αντί για τους Εβραίους, όμως οι μουσουλμάνοι αποτελούν σε μεγάλο βαθμό και ένα διεθνοποιημένο προλεταριάτο των δυτικών χωρών.
Η διπλή στόχευση του φασισμού και προς τις ελίτ και προς τους αδύναμους ισχύει και σήμερα. Στον μεταφασιστικό λόγο βρίσκουμε συχνότατα το αφήγημα ότι οι κοσμοπολίτικες ελίτ χρησιμοποιούν τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές, για να εμπεδώσουν έναν πολυπολιτισμό που θα αποδομήσει τα παραδοσιακά έθνη-κράτη. Με αυτόν τον τρόπο –όπως και στον παραδοσιακό φασισμό, έτσι και στον μεταφασισμό– υπάρχει ταυτόχρονη στοχοποίηση των ελίτ και των εξοβελιστέων αδυνάμων. Βεβαίως, η Ισλαμοφοβία είναι ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πλήρες ισοδύναμο του αντισημιτισμού για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς, υπάρχει στην Ευρώπη μια μακραίωνη παράδοση αντισημιτισμού που συνδέεται με το χριστιανικό φαντασιακό, με τρόπο που δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο για τους μουσουλμάνους.
Κατά δεύτερον, η ίδια η φύση της θρησκείας του Ιουδαϊσμού είναι διαφορετική από του Ισλάμ και αυτό αντανακλάται στις αντίστοιχες φασίζουσες φοβικές στάσεις εναντίον τους. Ο Ιουδαϊσμός βασίζεται σε έναν εξαιρετισμό του εβραϊκού λαού, που έχει μία ειδική σχέση με τον Θεό διά του Νόμου και του τελετουργικού και δρα έτσι ως ένας πρωτοπόρος οδηγός της ανθρωπότητας, ενώ το Ισλάμ θεμελιώνεται στην εξισωτική κοινότητα της Ούμα. Με έναν στρεβλό διεστραμμένο τρόπο η διαφορά αυτή αντανακλάται στις αντίστοιχες φασίζουσες φοβίες. Οι αντισημίτες του ιστορικού φασισμού είχαν την αυτοσυνειδησία ότι στρέφονταν ενάντια σε έναν λαό που αφενός αποτελούσε την ελίτ του χρηματοπιστωτικού συστήματος και αφετέρου συνωμοτούσε εναντίον των εθνών με τη μορφή του μπολσεβικισμού. Με άλλα λόγια, με έναν παρανοϊκό τρόπο και οι δύο αντίπαλοι του φασισμού, τόσο ο φιλελευθερισμός όσο και ο κομμουνισμός αποδίδονταν στην πραγμοποιημένη μορφή του Εβραίου. Το κοινό στοιχείο του φιλελευθερισμού και του κομμουνισμού που απεχθάνονταν οι φασίστες ήταν ο διεθνισμός τους και οι Εβραίοι θεωρούνταν και στις δύο περιπτώσεις ο Άλλος που αλώνει τις εθνικές κοινωνίες, ώστε να προωθηθεί ο διεθνισμός υπό τις δύο ιδεολογικές μορφές του.
Από την άλλη, οι Ισλαμοφοβικοί της εποχής μας στρέφονται ενάντια στους μουσουλμάνους ως πλατιές μάζες εργατικών στρωμάτων με υψηλή γεννητικότητα που απειλούν την Ευρώπη λόγω του ότι αυτοί δεν αφομοιώνονται στον διεθνοποιημένο δυτικό πολιτισμό. Συμβαίνουν έτσι διάφορες αντιστροφές ή έστω μετατοπίσεις, χαρακτηριστικές της αστάθειας του μεταφασιστικού φαινομένου. Οι μουσουλμάνοι κατηγορούνται για πράγματα, όπως λ.χ. η σχέση τους με τις παραδόσεις τους, οι παραδοσιακές οικογενειακές τους σχέσεις που οδηγούν κατά τα στερεότυπα και σε υψηλή γεννητικότητα κ.ο.κ., τα οποία ένας κλασικός φασίστας θα τα επιθυμούσε για τη δική του κοινωνία. Επομένως, ένας μεταφασίστας έχει δύο επιλογές: Είτε θα είναι αντίζηλος των μουσουλμάνων, δηλαδή θα καλεί τα μέλη των δυτικών κοινωνιών να μιμηθούν τους μουσουλμάνους, δηλαδή να ακολουθούν τις παραδόσεις, να κάνουν πολλά παιδιά κ.ο.κ. Είτε, παραδόξως, θα μετατρέψει την εκκοσμίκευση σε ένα πραγμοποιημένο ταυτοτικό στοιχείο, διεκδικώντας ότι ειδικά οι εκκοσμικευμένοι δυτικοί αποτελούν έναν προηγμένο πολιτισμό που απειλείται από θρησκευτικές δυνάμεις που εναντιώνονται στην εκκοσμίκευση. Ενώ βεβαίως η πρώτη επιλογή είναι η πιο προφανής, συχνά εμφανίζεται και η δεύτερη, όπως στην περίπτωση της Λε Πεν και άλλων δυνάμεων της γαλλικής ακροδεξιάς. Στην τελευταία αυτή περίπτωση στήνεται ένα αφήγημα συνέχειας, κατά το οποίο μόνο μια χριστιανική κοινωνία μπορεί να εκκοσμικευθεί και μόνο μια εκκοσμικευμένη κοινωνία μπορεί να προοδεύσει βάσει των αξιών του ρεπουμπλικανισμού, οι οποίες απειλούνται από τους μουσουλμάνους στο πλαίσιο των πολυπολιτισμικών κοινωνιών. Στο αφήγημα αυτό οι εντάσεις μεταξύ χριστιανισμού και εκκοσμίκευσης αμβλύνονται για χάρη ενός ταυτοτικού αφηγήματος που αντιπαρατίθεται στην πολυπολιτισμικότητα. Για παρόμοιους λόγους, η σημερινή Ισλαμοφοβία δεν αποτελεί επακριβώς μια επανάληψη του ρόλου που έπαιξε ο αντισημιτισμός στον φασισμό του Μεσοπολέμου. Ο αντισημιτισμός έχει μία ιδιαίτερη θέση στην ευρωπαϊκή Ιστορία και άλλωστε επιβιώνει και σήμερα σε ορισμένες περιπτώσεις συνδυαζόμενος με την Ισλαμοφοβία ως διακριτό φαινόμενο. Αυτό πάντως που μπορούμε να συγκρατήσουμε ως μία παράδοξη ιδιοτυπία της εποχής μας είναι η υπό προϋποθέσεις σύμπτωση ρεπουμπλικανισμού και μεταφασισμού (λ.χ. στην εμβληματική περίπτωση της Λε Πεν, αλλά και του Ζεμούρ και άλλων) με τρόπο που υποβαθμίζεται η νεωτερική πολιτειακή αξιακή δεοντοκρατία του ρεπουμπλικανισμού και προβάλλονται περισσότερο πραγμοποιημένα στοιχεία εθνικής συνέχειας που οδήγησαν στην επικράτησή του.
β) Οι ιριδοφόροι του ταυτοτικού δικαιωματισμού
Συναφώς με τα προηγούμενα, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διαφορά του μεταφασισμού από τον φασισμό την οποία παρατηρεί ο Έντσο Τραβέρσο είναι ότι ενώ ο κλασικός φασισμός ήταν φανατικά ομοφοβικός, θεωρώντας ότι η μορφή του ομοφυλόφιλου αποτελεί την αντίθεση προς την οικογένεια στην υπηρεσία του έθνους, σε πολλούς δυτικούς μεταφασισμούς βρίσκουμε υποστήριξη των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ ως ένα ταυτοτικό δυτικό/ευρωπαϊκό στοιχείο που αντιτίθεται στη θεωρούμενη ομοφοβία του Ισλάμ[8] (ή, σε άλλο συγκείμενο, της ρωσικής εκδοχής της Ορθοδοξίας). Είναι και πάλι πολύ χαρακτηριστική η περίπτωση της Μαρίν Λε Πεν στη Γαλλία, η οποία κληρονόμησε από τον πατέρα της ένα κόμμα αντισημιτικό και ομοφοβικό, αλλά το μετάλλαξε σε έναν πολιτικό χώρο, ο οποίος υπερασπίζεται τον ευρωπαϊκό ταυτοτισμό, που περιλαμβάνει, έως ενός ορισμένου βαθμού τουλάχιστον, τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ και τον φεμινισμό ως στοιχεία που διαφοροποιούν την Ευρώπη από τον θεωρούμενο ισλαμικό μισογυνισμό και ομοφοβία. Εν προκειμένω, η διαφορά του μεταφασισμού από λ.χ. φιλελεύθερους, αριστερούς ή συντηρητικούς είναι ότι στήνει, όπως ήδη περιγράψαμε, ένα αφήγημα συνέχειας της Ευρώπης από τον παραδοσιακό χριστιανισμό στον εκκοσμικευμένο ρεπουμπλικανισμό και από εκεί ακόμη και στον φεμινισμό και τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ, πράγμα που οι μεν συντηρητικοί δεν θα δέχονταν, ενώ οι φιλελεύθεροι και οι αριστεροί θα τόνιζαν κυρίως τις διαλεκτικές ασυνέχειες στην ευρωπαϊκή ιστορία.
Βεβαίως, τόσο ο φεμινισμός όσο και ο ΛΟΑΤΚΙ δικαιωματισμός αντιστρατεύονται απολύτως υπαρκτά φαινόμενα παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωμάτων των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ και παραμένουν επίκαιροι όσο ποτέ άλλοτε. Εξάλλου, τα δύο αλληλοσυμπληρούμενα πλέον κινήματα αποτελούν την πρωτοποριακή αιχμή του κατεξοχήν νεωτερικού προγράμματος, ήτοι της ηθικής δεοντοκρατίας που συνδέθηκε με τον Διαφωτισμό. Εννοούμε την απολύτως νεωτερική αντίληψη ότι τα ηθικά και πολιτικά ζητήματα δέον να κρίνονται με νόρμες που προκύπτουν ενδογενώς από τα αιτήματα της επικοινωνίας μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία και όχι με κριτήρια εμπειρικά, ωφελιμιστικά ή, κατά έναν προνεωτερικό τρόπο, αρεταϊκά. Με αυτήν την έννοια, τα αιτήματα ταυτοχρόνως για χειραφέτηση, αλλά και για ισότητα, συμπερίληψη, άρση των στερεοτυπικών ρατσισμών και εντέλει αδελφοσύνη επαναλαμβάνουν δυναμικά σήμερα το τρίπτυχο «ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα» της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτό που εννοούμε με τον όρο «δεοντοκρατία» είναι ότι στη δικαιωματική συζήτηση οποιαδήποτε πολιτική απόφαση δεν μπορεί να κρίνεται στο επίπεδο της εμπειρικής βιολογικής επιστήμης, αλλά σε αυτό των αιτημάτων που μας θέτει ο δημοκρατικός τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο φεμινισμός και ο ΛΟΑΤΚΙ δικαιωματισμός μπορεί να θεωρηθούν ότι αποτελούν μια παράδοξη κορύφωση του νεωτερικού προγράμματος του καντιανισμού.
Υπάρχει, όμως, σήμερα μία ορισμένη διαδικασία διά της οποίας το όντως δημοκρατικό νεωτερικό αυτό πρόγραμμα μετατρέπεται σε έναν ουσιοκρατικό ευρωπαϊκό ταυτοτισμό που αντιπαραθέτει τη Δύση προς άλλες κουλτούρες που θεωρούνται ως μισογυνικές και ομοφοβικές στον σύγχρονο πόλεμο των πολιτισμών. Όταν μάλιστα μερίδες του Ισλάμ αλλά και η ρωσική ορθοδοξία κραδαίνουν από τη μεριά τους και αυτές το λάβαρο της αντίθεσης προς τη Δύση σε έμφυλα ζητήματα, εισερχόμαστε στην καρδιά των τρεχουσών πολιτισμικών διενέξεων. Κατά ειρωνικό τρόπο μάλιστα, συγκρούσεις που αφορούν κυρίως στη γεωπολιτική ισχύ επενδύονται από όλες τις πλευρές τον χαρακτήρα του αξιακού πολέμου, όταν το μεν αντιδυτικό στρατόπεδο έχει την αυτοσυνειδησία ότι πολεμά για τις αξίες της παραδοσιακής οικογένειας, όπως τυχόν εννοούνται αυτές, οι δε δυτικοί ασμένως αποκτούν τον χαρακτήρα σύγχρονων «σταυροφόρων» του ΛΟΑΤΚΙ δικαιωματισμού ή μάλλον, αν μας επιτραπεί ο νεολογισμός, «ιριδοφόρων» που κραδαίνουν τη σημαία της ΛΟΑΤΚΙ ίριδας, η οποία συμβολίζει το μη δυαδικό έμφυλο φάσμα. Κάνουμε μία παρομοίωση με τις Σταυροφορίες, γιατί στον Μεσαίωνα ο χριστιανισμός ως ένα ουνιβερσαλιστικό όραμα πανανθρώπινης αγάπης και ελευθερίας είχε καταλήξει ταυτοτικό έμβλημα της Δύσης στον γεωπολιτικό πόλεμό της με το Ισλάμ. Και σήμερα η ΛΟΑΤΚΙ ίριδα επιλέγεται από όλες τις πλευρές ως το κατεξοχήν φερόμενο αξιακό διακύβευμα αναμετρήσεων που αφορούν σε μεγάλο βαθμό τη γεωπολιτική ηγεμονία και την οικονομική επιβίωση.
Υπάρχει σε αυτό το πλαίσιο, όπως ακριβώς και με τη μεσαιωνική εργαλειοποίηση του χριστιανισμού από την πολιτική εξουσία, ο κίνδυνος ένα όντως δημοκρατικό όραμα, ο δικαιωματισμός, να καταντήσει ουσιοκρατικό άλλοθι του δυτικού ιμπεριαλισμού (χρησιμοποιούμενος άλλωστε και από τους αντιπάλους της Δύσης ως δικαιολογία για τους δικούς τους επεκτατισμούς). Οι μετατοπίσεις αυτές κατά την ύστερη νεωτερικότητα οδηγούν σε διάφορα υβριδικά φαινόμενα που παρατηρούνται στον επικοινωνιακό κόσμο μας, όπως το λεγόμενο «ροζ ξέπλυμα» (pink–washing), κατά το οποίο αυταρχικά και δολοφονικά καθεστώτα παρουσιάζονται ως δημοκρατικά, επειδή προάγουν τη ΛΟΑΤΚΙ ισότητα. Αλλά έχουμε ενίοτε και το παράδοξο, ιδίως στην Ανατολική Ευρώπη, να αναλαμβάνεται ταυτόχρονα η φασιστική κληρονομιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ένας ΛΟΑΤΚΙ δικαιωματισμός, ο οποίος θα αντέφασκε στον ιστορικώς ομοφοβικό ναζισμό· πλην στη μεταμοντέρνα εποχή μας θεωρείται συμβατός με οποιαδήποτε ιδεολογική τοποθέτηση.
γ) Ο τραμπισμός και οι μιμητές του
Τόσο ως προς τα προηγούμενα, όσο και ως προς αυτά που θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια, χρειάζεται να έχουμε υπ’ όψη το συγκείμενο πνεύμα της εποχής. Ο κλασικός φασισμός αναπτύχθηκε στην περίοδο του φορντικού καπιταλισμού και ήλπιζε σε μια κινητοποίηση εργατών του ίδιου έθνους. Ο σημερινός μεταφασισμός θάλλει σε μια εποχή χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης, όπου ο δημόσιος χώρος είναι εν πολλοίς αυτός των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που χρειάζονται θεαματικές επικοινωνιακές χειρονομίες. Ο σύγχρονος «μεταφασιστικός» ηγέτης είναι συχνά αυτός που θα επιτύχει να καλλιεργήσει μια επιδραστική εικόνα στα σόσιαλ μίντια. Ενώ και ο ιστορικός φασισμός είχε το χαρακτηριστικό της παράκαμψης των δημοκρατικών θεσμικών διαμεσολαβήσεων για χάρη μιας άμεσης σχέσης του λαού με τον χαρισματικό ηγέτη, σήμερα η προσωπολατρία εξελίσσεται σε μία «περσονολατρία» όπου οι νέοι «πιστοί» λατρεύουν μία επιτυχημένη διαδικτυακή περσόνα, ανεξαρτήτως των ιδεολογικών καταβολών της ή της αποτελεσματικότητας του οράματος που κομίζει.
Στην περίπτωση του τραμπισμού συναντούμε παρόμοια χαρακτηριστικά της διαδικτυακής πλέον κοινωνίας του θεάματος. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ένας υποψήφιος που δεν είχε καμία σχέση με τις παραδόσεις του ρεπουμπλικανικού κόμματος στις Η.Π.Α., κατόρθωσε να λάβει το χρίσμα και να κερδίσει τις εκλογές του 2016, χτίζοντας πάνω στο επιχειρηματικό του προφίλ και τη διαδικτυακή του περσόνα. Οι προτάσεις του είχαν χαρακτηριστικά που βρίσκουμε στο μεταφασιστικό φάσμα, όπως ένα πλήρες τρίπτυχο ως προς τους εχθρούς του έθνους: α) Κατηγορίες για τις διεθνοποιημένες ελίτ του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την ίδια στιγμή έντονη δακτυλόδειξή του β) ποιος είναι ο εξωτερικός εχθρός (Κίνα) και γ) ο εσωτερικός (Μεξικανοί και άλλοι μετανάστες). Την ίδια στιγμή λείπει από τον τραμπισμό οποιοσδήποτε αντισημιτισμός που βλέπουμε στην ιστορική αντιφιλελεύθερη ακροδεξιά. Υπάρχουν, όμως, μηχανισμοί στοχοποίησης που απλώς έχουν μετατοπιστεί: Λ.χ. θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι στον Τραμπισμό τον ρόλο των «εβραιομπολσεβίκων» παίζουν οι Κινέζοι ως αναδυόμενη υπερδύναμη που υποκλέπτει την αμερικανική τεχνολογία, τον ρόλο των εξιλαστηρίων θυμάτων αντί για Εβραίους, Ρομά, ομοφυλόφιλους, Σλάβους, τον λαμβάνουν οι Μεξικανοί και σε κάποιον βαθμό οι Μουσουλμάνοι μετανάστες. Συγχρόνως υπάρχει η ίδια κατηγορία προς το διεθνοποιημένο χρηματιστικό κεφάλαιο, (ευτυχώς) χωρίς τη διάσταση του αντισημιτισμού. Στην ουσία και στα μεταφασιστικά αυτά φαινόμενα, όπως και στον φασισμό, λαμβάνει χώρα ο μηχανισμός του αποδιοπομπαίου τράγου, όπως τον έχει περιγράψει ο Ρενέ Ζιράρ[9]. Μία κρίση μιμητικής βίας «επιλύεται» με το να αντικειμενοποιηθεί το σύνολο του κακού σε μία μερίδα της κοινωνίας, η οποία κρίνεται εξοβελιστέα, όπως οι Εβραίοι στον Μεσοπόλεμο ή οι Μεξικανοί και άλλοι μετανάστες στην τραμπική Αμερική. Ταυτόχρονα, πάντως, με τον ζιράρειο αυτό μηχανισμό της πραγμοποίησης του κακού με εναπόθεσή του στον πιο αδύναμο, υπάρχει και η πραγμοποίηση του κακού στον μεγάλο έξωθεν εχθρό («εβραιομπολσεβικισμός» για τον ιστορικό φασισμό, «Κίνα» για τον τραμπισμό) αλλά και στο διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο. Η πιο εντυπωσιακή μεταφασιστική αιχμή, πάντως, του τραμπισμού ήταν η εισβολή MAGAτζήδων (Make America Great Again) στο Καπιτώλιο τον Ιανουάριο του 2021, προκειμένου να αμφισβητηθούν τα αποτελέσματα των εκλογών του 2020, όπου ηττήθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ. Καίτοι αποτυχημένη, αυτή η εικονιστική μεταμοντέρνα απόπειρα πραξικοπήματος κατέδειξε την εξαιρετική επιτελεστικότητα της εικόνας και του θεάματος που διαμεσολαβείται κυρίως από το διαδίκτυο χωρίς δημοκρατικές θεσμικές μεσολαβήσεις κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης. Με αυτήν την έννοια, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα τραμπικό πρότυπο, που ενδέχεται να βρει μιμητές.
Ταυτοχρόνως, πέρα από το όποιο ιδεολογικό εποικοδόμημα (και η αγορά ιδεών στο διαδίκτυο εφευρίσκει πληθώρα παρόμοιων ιδεολογικών άλλοθι), χρειάζεται να ενσκήψουμε στη βάση του τραμπισμού: Ο τελευταίος εντάσσεται στις «κεντρομόλες» δυνάμεις που αποπειρώνται, όχι με μεγάλη επιτυχία εντέλει, να περιορίσουν την παντοκρατορία του διεθνοποιημένου χρηματιστικού κεφάλαιου, μέσω μιας έμφασης στο (επαν-)εδαφικοποιημένο κεφάλαιο, εν προκειμένω εναλλακτικών εταιριών που δραστηριοποιούνται εντός των ΗΠΑ, δημιουργώντας θέσεις εργασίας. Ο τραμπισμός τελικά μάλλον απέτυχε ως προς τις επιδιώξεις του, αναγκαζόμενος σε συνεχείς παλινωδίες, ωστόσο μέρος της πολιτικής του, όπως η ανάγκη ανάσχεσης της Κίνας, συνεχίστηκε από τη διάδοχη κυβέρνηση Δημοκρατικών του Τζο Μπάιντεν. Σε ό,τι αφορά το θέμα μας, μπορούμε να κρατήσουμε ότι ο τραμπισμός αποτελεί μία «κεντρομόλα» δύναμη του «καπιταλισμού σε κρίση», η οποία επικοινωνιακά βασίζεται σε σύγχρονες διαδικτυακές και θεαματικές μορφές περσονολατρίας. Αλλά ας εξετάσουμε ευρύτερα το ζήτημα του λαϊκισμού.
δ) Αποτελούν οι λαϊκισμοί μορφές μεταφασισμού;
Κατ’ αρχήν, η βασική εννοιολογική διαφορά ανάμεσα αφενός στους φασισμούς, συμπεριλαμβανομένων και των μεταφασισμών, και αφετέρου στον λαϊκισμό[10] είναι ότι ο λαϊκισμός στηρίζεται πάντα στην αντίθεση ανάμεσα στον λαό και τις ελίτ, ενώ οι φασισμοί στοχοποιούν αποδιοπομπαίους τράγους εκτός μιας ταυτοτικής κοινότητας, η οποία επιτελείται μέσα από τον κατά Ζιράρ θυσιαστικό μηχανισμό. Βεβαίως, ο λαϊκισμός μπορεί επίσης να οδηγεί σε μια πραγμοποιημένη και φαντασιακή ταυτοτική κοινότητα, η οποία ενδέχεται να είναι ακόμη και εθνική, όμως υφέρπει σε αυτόν μια αντιστασιακή λαϊκότητα ενάντια στους θεωρούμενους ως κυρίαρχους, ενώ οι φασισμοί στοχοποιούν κυρίως τον ξένο. Γι’ αυτό και οι διαφορετικών μορφών νεόδμητοι φασισμοί δεν πρέπει να ταυτίζονται με το φαινόμενο του λαϊκισμού, παρ’ όλο που μπορεί να έχουν ως κοινό στοιχείο τους τον ταυτοτισμό, τον δοξασμό της (εθνο)-λαϊκότητας ή και να ικανοποιούν εν μέρει παρόμοιες συλλογικές ψυχικές ανάγκες. O λαϊκισμός είναι εν πολλοίς συμπεριληπτικός, καθώς αποσκοπεί να εντάξει τα ασθενέστερα λαϊκά στρώματα στο πολιτικό σύστημα και να τους δώσει φωνή, ενώ οι φασισμοί είναι αποκλειστικοί, καθώς στρέφονται κυρίως στο να αποκλείσουν τους ξένους που δεν ανήκουν στην εθνική ταυτότητα.
Βεβαίως, όπως έχουμε ήδη υπαινιχθεί, η πραγματικότητα μπορεί να είναι ακόμη πιο περίπλοκη από αυτό το βασικό σχήμα. Ο λαϊκισμός απευθύνεται συχνά σε προσφάτως αποκλεισμένους που διεκδικούν την επανένταξή τους. Λ.χ. ο δυτικός λαϊκισμός (με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ελληνικό, αλλά παρόμοια ισχύουν με μικρότερη ένταση και σε Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία κ.ο.κ.) απευθύνεται συχνά σε προσφάτως πτωχοποιημένα στρώματα της μικροαστικής τάξης λόγω της όξυνσης της κρίσης του καπιταλισμού, τα οποία διεκδικούν την επαναφορά τους στην αστική τάξη και στο πολιτικό της σύστημα. Από την άλλη στην Τουρκία λ.χ. ο λαϊκισμός απευθύνεται σε λαϊκά στρώματα που είχαν αποκλειστεί από το κεμαλικό σύστημα κ.ο.κ. Επίσης, μπορεί να υποστηριχθεί ότι, όπως είδαμε, οι μεταφασισμοί στοχοποιούν τους ξένους προλετάριους ως ένα σύμπτωμα της παγκοσμιοποίησης και χρηματιστικοποίησης, με αποτέλεσμα να στρέφονται ταυτοχρόνως προς τα «κάτω» εναντίον των ξένων εργατών και προς τα «πάνω» ενάντια στις φιλελεύθερες ελίτ του κεφαλαίου, ομοιάζοντας ως προς το δεύτερο με ορισμένες μορφές λαϊκισμού. Είναι δυνατό η επιτέλεση της συμπερίληψης των λαϊκών στρωμάτων (λαϊκισμός) να συμπέσει με έναν αποκλεισμό των ξένων (φασισμός), όμως η έμφαση στον προσανατολισμό των δύο φαινομένων είναι διαφορετικός: Ο λαϊκισμός στρέφεται εναντίον ενός παλαιού καθεστώτος που φιλοδοξεί να καταστήσει παρωχημένο, ενώ ο φασισμός κατά βάση συμπλέει με τους υποκείμενους αρμούς του καθεστώτος, προκειμένου να εξοβελίσει αλλότρια στοιχεία από την κοινωνία.
Σε κάθε περίπτωση, ο όρος «λαϊκισμός» χρησιμοποιείται συχνά με τρόπο πολεμικό από τους φιλελεύθερους, προκειμένου να συνομαδωθούν υπό έναν όρο-ομπρέλα τόσο οι αριστεροί λαϊκισμοί όσο και οι δεξιοί. Όμως, όπως επιμένει κυρίως η Σαντάλ Μουφ[11], ο αριστερός λαϊκισμός έχει χαώδη διαφορά από τον δεξιό, καθώς είναι συμπεριληπτικός ως προς τον λαό, στρεφόμενος ενάντια στις ελίτ και είναι «αγωνιστικός», έχοντας έναν δημοκρατικό αντιστασιακό χαρακτήρα, προκύπτοντας άλλωστε από σημαντικές κρίσεις στο σύστημα δημοκρατικής αντιπροσώπευσης του λαού. (Περιπτώσεις συμπεριληπτικού λαϊκισμού έχουμε λ.χ. στον ίδιο τον ιστορικό αμερικανικό λαϊκισμό που λειτούργησε σε δημοκρατική κατεύθυνση, αλλά και στον παλαιό ρωσικό λαϊκισμό, στον λατινοαμερικάνικο λαϊκισμό κ.ο.κ.). Αντιθέτως, είναι ο δεξιός λαϊκισμός αυτός που έχει χαρακτηριστικά εξοβελισμού των ξένων και γι’ αυτό ομοιάζει με φαινόμενα του μεταφασιστικού φάσματος. Για την αριστερή αυτοσυνειδησία το κρίσιμο ερώτημα είναι αν εντάσσεται ή όχι στην έννοια του λαού ο ξένος, ο πρόσφυγας, ο μετανάστης και αν, κατ’ επέκταση, ο λαϊκισμός είναι πολιτειακός, όπως ο αριστερός, ή εθνικιστικός, όπως ο δεξιός.
Δεν πρέπει άλλωστε να παραθεωρούμε ότι η οξύτατη κρίση των θεσμών κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης και η μεταδημοκρατία της εποχής μας έχουν οδηγήσει και τους ίδιους τους φιλελεύθερους σε καινοτόμα κινήματα που παρακάμπτουν τα παραδοσιακά κόμματα, στηριζόμενα σε χαρισματικούς ηγέτες που αξιοποιούν με τη σειρά τους την επικοινωνιακή περσόνα τους, τη δυναμική τους, την άμεση «ολύμπια» σχέση με τον λαό κ.ο.κ. Χαρακτηριστικότερο επιτυχημένο παράδειγμα είναι το κίνημα του Εμανυέλ Μακρόν που υποσκέλισε την παραδοσιακή γαλλική δεξιά, καθώς και ο Ματέο Ρέντσι στην Ιταλία, ενώ στη χώρα μας είχαμε το κίνημα «Το Ποτάμι» του δημοσιογράφου Σταύρου Θεοδωράκη, που δεν έφτασε στην κυβέρνηση, αλλά είχε επιδραστικότητα στην πολιτική ζωή. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η έμφαση σε ένα επικοινωνιακό χάρισμα με κύριο στίβο τις διαδικτυακές κοινότητες δεν είναι μονοπώλιο ούτε των αριστερών λαϊκιστών, ούτε των ακροδεξιών, αλλά συμβαίνει ακόμη και στους κεντρώους φιλελεύθερους.
ε) Η ιδεολογική επικοινωνιακή χρήση του «φασισμού» κατά τον πόλεμο στην Ουκρανία
Καθώς ο φασισμός είναι ο μεγάλος απωθημένος ηττημένος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο, είναι χαρακτηριστικό ότι η κατηγορία προς τους αντίπαλους για «φασισμό» επανέρχεται σε κάθε πολεμική αναμέτρηση, με σημαίνον παράδειγμα τη μείζονα αντιπαράθεση του 2022 στην Ουκρανία. Από τη μια η δικαιολόγηση της ρωσικής κυβέρνησης ήταν η «αποναζιστικοποίηση» και «αποφασιστικοποίηση» του ουκρανικού καθεστώτος με βάση το ότι ο ουκρανικός εθνικισμός έχει αναφορές σε Ουκρανούς εθνικιστές, όπως ο Στεπάν Μπαντέρα, οι οποίοι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο είχαν συνεργαστεί με τους ναζί, αλλά και στο ότι στην καταστολή των ρωσόφωνων στην Ανατολική Ουκρανία έχουν πρωτοστατήσει ακροδεξιές ομάδες, όπως ο Δεξιός Τομέας, το Σβομπόντα και το Τάγμα Αζόφ. Από την άλλη, η Ουκρανία και η Δύση χρησιμοποιούν πληθωριστικά παρομοιώσεις του Ρώσου Προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν με τον Χίτλερ, όπως η λέξη πορτ-μαντό Πούτλερ, με βάση ομοιότητες όπως ότι η Ρωσία είναι όπως και η Γερμανία του Β΄ Παγκοσμίου μια ρεβανσιστική ηπειρωτική δύναμη που εναντιώνεται στις ναυτικές δυνάμεις, προερχόμενη από ιστορική ταπείνωση και εργαλειοποιώντας μειονότητες σε γειτονικά έθνη-κράτη μιας επίδοξης σφαίρας επιρροής (οι Γερμανοί τους Σουδήτες στην Τσεχοσλοβακία και εν γένει τους γερμανόφωνους σε Αυστρία, Πολωνία κ.ά.· οι Ρώσοι τους ρωσόφωνους σε ανατολική Ουκρανία, Υπερδνειστερία, Νότια Οσετία, Αμπχαζία κ.ά.). Αυτό που αποκαλύπτεται από τις διπλές αιτιάσεις είναι ότι ο φασισμός αποτελεί σήμερα ακόμη το μεγάλο ταμπού, βάσει του οποίου μπορείς να δαιμονοποιείς τον αντίπαλο, για να προωθήσεις τις γεωπολιτικές σου επιδιώξεις, την ίδια στιγμή που απενοχοποιείται στην πράξη με κάθε τρόπο.
Και από τη μεν Δύση είναι πλέον δυνατό να βλέπουμε μια υβριδική συνύπαρξη του ιδεολογικού λαβάρου του δικαιωματισμού μαζί με την ανοχή σε ανατολικοευρωπαϊκούς εθνικισμούς που έχουν τις αναφορές τους σε ακροδεξιά μορφώματα του Β΄ Παγκοσμίου. Ενώ από την άλλη, οι ευρασιατικές δυνάμεις διεκδικούν μία δική τους οδό προς τον καπιταλισμό, η οποία παρακάμπτει ως οιονεί παρωχημένες τις «ευάλωτες» και ασθενείς ευρωπαϊκές δημοκρατίες, επιμένοντας σε αυταρχικές διαχειρίσεις της κοινωνίας και της οικονομίας, ενίοτε με έναν πολιτικώς αδιαμεσολάβητο δοξασμό γυμνών βιολογικών δεδομένων, όπως η οικογένεια, το έθνος με φυλετική σημασία, η σωματική ρώμη κ.ο.κ. Κατά ειρωνικό τρόπο, ο όρος «φασισμός» χρησιμοποιείται ως πολεμικό εργαλείο εναντίον του αντιπάλου, την ίδια στιγμή που η μείζων αναμέτρηση της εποχής μας λαμβάνει χαρακτηριστικά ενός ακροδεξιού εμφυλίου.
στ) Έχει περιεχόμενο ο όρος «ισλαμοφασισμός»;
Μεταφερόμενοι, πάντως, στις παρυφές του δυτικού κόσμου, στις δυνάμεις της Ευρασίας, ένα ενδιαφέρον ζήτημα είναι αν στη μεταεκκοσμικευμένη εποχή μας ισλαμικά μορφώματα παίζουν ανάλογο ρόλο με αυτόν που διαδραμάτισε ιστορικά ο φασισμός, όπως δείχνει να υπαινίσσεται ο διαδεδομένος πλέον όρος «ισλαμοφασισμός». Η παρομοίωση του ισλαμιστικού ιντεγκρισμού με τον φασισμό του μεσοπολέμου μπορεί να έχει κάποια ερείσματα –άλλωστε έχει γίνει όχι μόνο από δεξιούς θεωρητικούς[12] αλλά ακόμη και από τον Αλαίν Μπαντιού, όταν έγραφε για τη δράση του ISIS στη Συρία.[13]
Ένα πιθανό κοινό μπορεί να είναι η αντίδραση του ισλαμιστικού φονταμενταλισμού στον παγκοσμιοποιημένο πλέον φιλελευθερισμό, ενώ η επίκληση στη θρησκευτική κοινότητα της σουνιτικής Ούμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένας ριζοσπαστικός κοινοτισμός ή και ως μια πραγμάτωση του λαϊκιστικού ιδεώδους για μια λαϊκή κοινότητα χωρίς θεσμικές διαμεσολαβήσεις εξασθενημένης αντιπροσώπευσης. Επίσης, οι αποστολές καμικάζι θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μια μεταμοντέρνα εκδοχή της χαϊντεγγεριανής υπαρκτικής αυθεντικότητας που επιτυγχάνεται μόνο ενώπιον του θανάτου.
Ωστόσο, από μια άλλη πλευρά ο ισλαμιστικός ιντεγκρισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει υποκαταστήσει τον κομμουνισμό. Το ιδεώδες της Ούμα είναι μία κοινότητα απόλυτης ισότητας και όχι φασίζοντος εξαιρετισμού και υπερανθρωπισμού. Ο ισλαμικός ιντεγκρισμός απευθύνεται κυρίως στα απογοητευμένα λαϊκά στρώματα, όπως άλλοτε ο κομμουνισμός. Ακόμη και οι τρομοκρατικές ενέργειες των τζιχαντιστών έχουν λάβει μάλλον τη θέση της ακροαριστερής βίας όπως διείδε χαρακτηριστικά ο τρομοκράτης Κάρλος, ο οποίος ξεκίνησε ως κομμουνιστής και κατέληξε ως συμπαθών ισλαμικών υποθέσεων, οι οποίες φαίνεται ότι στη μετα-εκκοσμικευμένη εποχή μας είτε έχουν υποκαταστήσει την κομμουνιστική υπόθεση είτε αποτελούν το πιο θεαματικό σύμπτωμα της αποτυχίας της. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι ο σουνιτικός ιντεγκρισμός αναδύθηκε ως ένα σύμπτωμα της αποτυχίας του αραβικού σοσιαλισμού, ο οποίος οδήγησε σε δικτατορικά πλην εκκοσμικευμένα καθεστώτα λ.χ. στη Συρία, το Ιράκ, τη Λιβύη και αλλού. Μέσα στους επιθανάτιους σπασμούς αυτών των σοσιαλιστικών προταγμάτων, που επαγγέλθηκαν εκκοσμίκευση στη Μέση Ανατολή, αναδύθηκε ο ισλαμιστικός ιντεγκρισμός και μάλιστα συχνότατα με τις ευλογίες των δυτικών κυβερνήσεων που τον υποβοήθησαν οικονομικά και στρατιωτικά, προκειμένου να ανατραπούν τα καθεστώτα των μπααθιστών. Με αυτήν την έννοια, ο ισλαμιστικός ιντεγκρισμός αποτελεί μία παλινδρόμηση σε μεσαιωνικά κοσμοείδωλα, η οποία άντλησε ζωτικές δυνάμεις από τα οράματα ισότητας του αραβικού σοσιαλισμού, ενώ χρησιμοποίησε και απολύτως σύγχρονα μέσα για τη διάδοσή του, όπως λ.χ. το διαδίκτυο. Είναι εμφανής εδώ η ομοιότητα με τον κλασικό φασισμό, ο οποίος είχε ρομαντικές αναφορές στον δυτικό Μεσαίωνα, πλην αναδύθηκε ως ένα σύμπτωμα της αποτυχίας του σοσιαλισμού κατά τον Μεσοπόλεμο και εντέλει έκανε μια εργαλειακή χρήση της τότε πρωτοπορίας, λ.χ. του φουτουρισμού στην προπαγάνδα του.
Εντέλει, χρειάζεται εν προκειμένω μία σημαντική διάκριση. Ο όρος «ισλαμοφασισμός», αν χρησιμοποιείται για να υπαινιχθεί ότι υπάρχουν εγγενή στοιχεία στο Ισλάμ που το καθιστούν μία θρησκεία πρόσφορη σε φασιστικές χρήσεις, τότε αποτελεί ένα πολεμικό σημαίνον που αξιοποιείται κατά κανόνα από ακροδεξιούς, οι οποίοι επιθυμούν οι ίδιοι μία ταυτοτική και φασίζουσα πραγμοποίηση της Δύσης ως ενός αποκλειστικού πολιτισμού που ουσιοκρατικά μάχεται τις θρησκευτικές ετερότητες. Αν, όμως, ο ίδιος όρος απλά σημαίνει ότι οι ανταποκρίσεις στις κρίσεις του καπιταλισμού που παλαιότερα έβρισκαν διέξοδο (είτε στον κομμουνισμό ως πρόταγμα απελευθέρωσης, είτε) στον φασισμό ως κεντρομόλο αντίθεση στις δυνάμεις του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, σήμερα συντονίζονται με θρησκευτικές ανησυχίες στον μουσουλμανικό κόσμο, τότε αξίζει ενδεχομένως τη σκέψη μας. Είναι πιθανό στη μεταεκκοσμικευμένη εποχή μας, οι αντιδράσεις στη διαλεκτική των καπιταλιστικών αντιφάσεων να λαμβάνουν κατεξοχήν και θρησκευτικό χαρακτήρα, με το Ισλάμ να αποτελεί προνομιακό πεδίο έκφρασής τους λόγω του συνδυασμού που έχει ιντεγκρισμού και καθολικότητας (ενώ, αν μας επιτρέπεται να το θέσουμε σχηματικά, ο Χριστιανισμός έχει καθολικότητα χωρίς ιντεγκρισμό και ο Ιουδαϊσμός ιντεγκρισμό μαζί με εξαιρετισμό). Χρειάζεται βεβαίως να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί ως προς την εμβέλεια των γενικευτικών αποφάνσεων, καθώς, όπως και με τον Χριστιανισμό και τον Ιουδαϊσμό, υπάρχουν πολλές μορφές Ισλάμ και ο ιντεγκρισμός δεν είναι η μοναδική. Αλλά και γιατί –ακόμη κι αν δεχτούμε ότι μία μορφή ισλαμικού ιντεγκρισμού διαδραματίζει ρόλους συσπειρώσεων ανάλογους με αυτούς του φασισμού στον Μεσοπόλεμο– πρέπει κάθε φορά να θέτουμε το ερώτημα ποιος είναι αυτός που κάθε φορά εργαλειοποιεί το Ισλάμ προς αυτήν την κατεύθυνση και γιατί. Και εδώ δεν είναι άμοιρη ευθυνών η «συλλογική Δύση» που έχει κατά καιρούς εργαλειοποιήσει τους μουτζαχεντίν εναντίον των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν, βλαστήματα της Αλ Κάιντα ενάντια στον αραβικό σοσιαλισμό, εμμέσως ακόμη και τον ίδιο τον ISIS, επιτρέποντας τη συνεργασία της Τουρκίας μαζί του και με άλλους τρόπους.
Αντί επιλόγου: Η πολιτική σημασία της ταπεινοφροσύνης
Ύστερα από την περιδιάβασή μας σε μια φαινομενολογία διαφορετικών πτυχών του, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει περιεχόμενο ο όρος «μεταφασισμός» στη διττότητά του: Ήτοι, ως έχων κάποια δομικά ανάλογα με τον ιστορικό φασισμό, πλην σε μια μετατοπισμένη εκδοχή τους στην ύστερη νεωτερικότητα, όπου θάλλει η ψηφιακή κατασκευή κοινοτήτων και το μείζον διακύβευμα είναι η πολιτισμική μεταεκκοσμικευμένη οικείωση ενός παγκοσμιοποιημένου και αποχαλινωμένου καπιταλισμού σε κρίση. Ως προς το ποια είναι τα δομικά ανάλογα, δείξαμε την προσπάθεια σύμπηξης μια πολιτικής κοινότητας με θυσιαστική στοχοποίηση των απειλητικών αδύναμων, με ανταγωνισμό προς τις δυνάμεις του διεθνοποιημένου χρηματιστικού κεφαλαίου, βάσει μιας «κεντρομόλου» λογικής που τοποθετεί την έμφαση σε πιο άμεσα δεδομένα, όπως η ισχύς, η ρώμη, η φυλή και η οικογένεια, έστω κι αν αναφέρεται σε μια φαντασιωτική εκδοχή τους. Ως προς αυτό υπάρχει μία επαρκής ομοιότητα με τον ιστορικό φασισμό, η οποία δικαιολογεί τη χρήση του ίδιου σημαίνοντος ως δεύτερου συνθετικού του όρου «μεταφασισμός». Από την άλλη το συνθετικό «μετα-» έχει επίσης τη δική του σημασία, καθώς πρόκειται, όπως δείξαμε, για φαινόμενα μεταβατικά και εκφυλιστικά, για μια πληθώρα μεταφασισμών και όχι για ένα ενιαίο σύγχρονο φασιστικό παράδειγμα, ακριβώς γιατί ο καπιταλισμός βιώνει μια κρίση, της οποίας η έκβαση δεν είναι έκδηλη, λόγω και της αδυναμίας πλήρους επιστράτευσης του πολεμικού καπιταλισμού λόγω του φόβου πυρηνικού ολοκαυτώματος, ενώ έχουμε φαινόμενα υποχώρησης τόσο της νεωτερικής εκκοσμίκευσης όσο και της κυριαρχίας του λευκού δυτικού ανθρώπου εν γένει, χωρίς όμως να εμφανίζεται ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό παράδειγμα με δυναμική αντικατάστασης του υπάρχοντος. Στο περιβάλλον αυτό οι μεταφασισμοί εμφανίζονται ως μια πληθώρα μεταμοντέρνων υβριδικών μορφωμάτων, με φαντασιώσεις ισχύος που υπεραναπληρώνουν τη θεμελιώδη αδυναμία τους.
Αντί επιλόγου, θα μπορούσαμε να κάνουμε μια παρατήρηση γι’ αυτήν την τελευταία πνευματική διάσταση της υπέρβασης του φασισμού σήμερα. Η υπαρξιακή αλήθεια του φασισμού είναι ότι σε στιγμές υπαρκτικής κρίσης ο νεωτερικός άνθρωπος αποφασίζει να υπεραναπληρώσει την αδυναμία του, βασιζόμενος σε μία φαντασιακή καταφυγή σε αφηγήματα απόλυτης πληρότητας και συνέχειας. Γι’ αυτό και ο φασίστας απειλείται από τους εκάστοτε αδύναμους ή διαφορετικούς, επειδή οι τελευταίοι, παρά την αδυναμία τους, αποτελούν τους ήλους που ρηγματώνουν τη φαντασίωση ολότητας. Αν πολιτικοί στοχαστές σήμερα όπως ο Μάικλ Χαρτ έχουν τονίσει την αξία της αγάπης για την πολιτική[14], έχει έρθει η στιγμή να σκεφτούμε την πολιτική σημασία της ταπεινοφροσύνης. Η ταπεινοφροσύνη είναι η δύναμη να αντέχουμε την αδυναμία μας, να αναλαμβάνουμε τις διαψεύσεις μας, είναι η αντίσταση στον πειρασμό της άμεσης ολοποίησης. Και γι’ αυτό αποτελεί προϋπόθεση για μια γνήσια ανθρώπινη καθολικότητα που να συμπεριλαμβάνει τον διαφορετικό και τον ξένο. Ο φασισμός αποτελεί εντέλει ένα σύμπτωμα ήττας των οραμάτων καθολικότητας της ανθρωπότητας, τόσο των αφηρημένων, όπως ο φιλελευθερισμός, όσο και των συγκεκριμένων, όπως ο σοσιαλισμός[15], και μια φαντασιακή ανάδειξη του μερικού (λ.χ. ρώμη, ισχύς, φυλή, οικογένεια) σε ψευδή καθολικότητα· χρειαζόμαστε να βιώσουμε γι’ αυτό την ταπεινοφροσύνη ως μια κατεξοχήν πολιτική αρετή, η οποία με την ανεκτικότητά της στην κρίση, την ασθένεια και τη ματαίωση, αποτελεί την προϋπόθεση για την οικοδόμηση μιας γνήσιας ανθρώπινης καθολικότητας που αποτελεί τη μόνη υπαρξιακή υπέρβαση του φασισμού.
[1] David Harvey, Seventeen Contradictions and the End of Capitalism, Profile Books, Λονδίνο 2014.
[2] Βλ. Benedict Anderson, Imagined Communities, Verso, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1983.
[3] Francis Fukuyama, The End of History and the Last Man, Free Press, Νέα Υόρκη 1992.
[4] https://www.bbc.com/news/entertainment-arts-63458467
[5] Samuel Huntington, The Clash of Civilizations and the Remaking of World Order, Simon & Schuster, Νέα Υόρκη 1996.
[6] Enzo Traverso, Τα νέα πρόσωπα του φασισμού, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2017, (μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος, τίτλος του πρωτοτύπου: Les nouveaux visages du fascisme, Textuel, Παρίσι 2017), σ. 14.
[7] Éric Zemmour, Le suicide français, Éditions Albin Michel, Παρίσι 2014.
[8] Τραβέρσο, Τα νέα πρόσωπα του φασισμού, σ. 41-43.
[9] René Girard, Le bouc émissaire, Grasset, Παρίσι 1982.
[10] Για μια διαφωτιστική πλήρη χαρτογράφηση του φαινομένου του λαϊκισμού, βλ. Γιάννης Σταυρακάκης, Λαϊκισμός. Μύθοι, στερεότυπα και αναπροσανατολισμοί, ΕΑΠ, Πάτρα 2019.
[11] Chantal Mouffe, For a Left Populism, Verso, Λονδίνο 2018.
[12] Malise Ruthven, Encounters with Islam: On Religion, Politics and Modernity, I.B. Tauris, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2012.
[13] Alain Badiou και Peter Engelmann, For a Politics of the Common Good, Polity Press, Κέιμπριτζ 2019.
[14] Michael Hardt, «For Love or Money», Cultural Anthropology 26/4 (2011), σ. 676-682.
[15] Βλ. τις πολύ ενδιαφέρουσες περιγραφές και παρατηρήσεις του Ντιντιέ Εριμπόν για το πώς το κόμμα της Μαρίν Λε Πεν παίρνει πολλές ψήφους στις περιοχές με Γάλλους εργάτες, οι οποίοι στρέφονται ενάντια στους ξένους λόγω της ήττας του σοσιαλιστικού οράματος συγκεκριμένης καθολικότητας, βλ. Didier Eribon, Retour à Reims, Fayard, Παρίσι 2009.
