Σχέδιο: Χρήστος Μαρκίδης

Γιώργος Ν. Καραβοκύρης

Οι ανασφάλειες της φιλελεύθερης δημοκρατίας και οι απορίες του πολιτικού

Η εποχή των κρίσεων και η μακρά διάρκεια των έκτακτων συνθηκών τους μοιάζει να προετοιμάζει, αν όχι να εμπεδώνει, ένα νέο παράδειγμα του βίου, δίχως, όμως, να μπορεί κανείς να προβλέψει με ασφάλεια τα βασικά του χαρακτηριστικά. Η οικονομική κρίση, η πανδημία, η κλιματική αλλαγή, το προσφυγικό και μεταναστευτικό, ο πόλεμος στην Ουκρανία, το ενεργειακό και επισιτιστικό πρόβλημα φανερώνουν τα σημάδια της αναδιάταξης του παλαιού μεταπολεμικού κόσμου. Όχι μόνο στο επίπεδο της εμπειρίας, αλλά, ως συνήθως συμβαίνει, και σε εκείνο των ιδεών.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία, υπόβαθρο της συνύπαρξης στη νεωτερικότητα, υφίσταται καταρχάς τη φθορά του δεδομένου και αυτονόητου[1], ενώ εμπλουτίζεται κριτικά από παραδόσεις που εγγράφονται στην ευρύτερη οικογένειά της, ιδίως από θεωρητικούς του κοινοτισμού και της ισότητας, που αξιώνουν την αναγνώριση των ταυτοτήτων ή εκθέτουν τις αντινομίες της αξιοκρατίας και των κινήτρων, στο όνομα των ίσων ευκαιριών και της αναδιανεμητικής δικαιοσύνης[2]. Από την άλλη, υποδέχεται τη μετωπική αμφισβήτηση των ριζοσπαστικών ή αντισυστημικών θεωριών, με έμφαση στην υπεροχή του ενιαίου και ομοιογενούς έθνους, που μοιραία αποκλείει τον Άλλο, ή του συμπεριληπτικού λαού, ο οποίος, ωστόσο, πάλι επιτάσσει την πολιτική ή ιδεολογική συνοχή και εκβάλλει ενίοτε σε διχαστικές ταξινομήσεις. Αμφότερες οι παραπάνω θεωρίες, εκ δεξιών και αριστερών, διατηρούν ως κοινό στόχο την αποκαθήλωση των προνομιούχων ελίτ, καθώς οι τελευταίες εμποδίζουν το συλλογικό μας υποκείμενο να εμφανιστεί αυθεντικά, κοινώς υπονομεύουν την αληθινή πραγμάτωση της λαϊκής κυριαρχίας.

Η επίθεση στη φιλελεύθερη δημοκρατία, που τροφοδοτεί ακόμη και το «μίσος»[3] για αυτήν, έχει καταρχάς τη διανοητική και πολιτισμική της βάση[4]. Στην πολιτική φιλοσοφία, το λεξιλόγιο δεν εστιάζει πλέον στο περίφημο τέλος της ιστορίας, αλλά στη δημοκρατική «δυστοπία» ή «δυσφορία»[5] και στο πώς ο αριστοκρατικός ή ολιγαρχικός φιλελευθερισμός έρχεται σε δυσαρμονία με τη συμπερίληψη και συμμετοχή. Στο δίκαιο, πολλοί αναζητούν, για χάρη της ουσιαστικής αντιπροσωπευσιμότητας έναντι της φορμαλιστικής αντιπροσώπευσης, την αναζωογονητική δημοκρατική θεωρία που θα θεραπεύσει την κούραση των αντιπροσωπευτικών θεσμών[6]. Στη λογοτεχνία, η προκλητική γλώσσα που αποδομεί την πολιτική ορθότητα και την εξουσίαση, όπως αυτή του Michel Houellebecq ή του Édouard Louis, διεκδικεί το mainstream κοινό και απειλεί να εκτοπίσει το left-liberal ύφος ενός π.χ. Philip Roth των 90’s ή την αισιοδοξία του millennium. Στις διαδικτυακές πλατφόρμες, η νοσταλγική αναδρομή στα 80’s ή στα 70΄s, με σειρές όπως το Stranger things ή το Τhe Serpent, καλλιεργεί την αίσθηση του εξωτισμού και της απόδρασης (escapism). Το βλέμμα κολλά σαν μαγνητισμένο σε μια χαρούμενη παιδικότητα για να ξεφύγει από την επίπονη ενηλικότητα. Χάνεται σε πολύχρωμα ταξίδια στο παρελθόν, δίχως προβολή στο μέλλον. Πάντα στο πλαίσιο της μαζικής κουλτούρας, ακόμα και τα διασκεδαστικά memes για το (ορθόδοξο) ΠΑΣΟΚ υποδηλώνουν τη συναισθηματική απώθηση της σύγχρονης εξέλιξης και των κοινωνικών μετασχηματισμών της.

H φιλελεύθερη φθορά αφήνει το αποτύπωμά της στην πολιτική πράξη και συγκυρία. Η άνοδος του ευρωσκεπτικισμού στην Ιταλία, το Brexit και η σταθερή εκλογική επίδοση της γαλλικής ακροδεξιάς, συνιστούν τα αλυσιδωτά κεφάλαια ενός αντιευρωπαϊκού roman. Το ρεύμα του προστατευτισμού σε κοινωνίες παγκοσμιοποιημένες, που κινούνται με ρυθμούς που υπερβαίνουν την κατανόηση και πολλές φορές τη δυνατότητα προσαρμογής μας, ενεργοποιεί την αντίδραση. Στις στρεβλώσεις του καπιταλισμού και τη διεύρυνση των ανισοτήτων, την οποία αναπαριστά προβοκατόρικα η απόκοσμη φιγούρα του παντοδύναμου ιδιοκτήτη στα social media (π.χ. του Elon Μusk), ριζώνουν η απορία ή η αγανάκτηση, σε κάθε περίπτωση η πεποίθηση της συστημικής παρέκκλισης. Ο κριτικός λόγος αξιοποιεί τα κλασικά μοτίβα της εργαλειοποίησης και της αλλοτρίωσης, της «malaise dans la civilisation», για να στραφεί εσχατολογικά σε πιο «γνήσιες» και «αμόλυντες» μορφές ζωής (όπως π.χ. στην υγιεινή ζωή ή την αδιαμεσολάβητη σχέση με το σώμα και τη φύση) αναγγέλλοντάς το επόμενο στάδιο: τη διάσπαση της κοινωνίας σε μικρο-κοινότητες συμφερόντων και ταυτοτήτων που θα βρεθούν, αν δεν βρίσκονται ήδη, σε ένα χάσμα επικοινωνίας. Στο «Make America Great Again» του Donald Trump και στο «είμαι Ιταλίδα, χριστιανή» της Georgia Meloni διατυπώνεται το αίτημα της εξόδου από την πλάνη του κοσμοπολιτισμού και η επιστροφή στην οικεία και θερμή αγκαλιά του έθνους/λαού που οριοθετεί καθησυχαστικά την επιθυμία. Στην Ανατολική Ευρώπη και την Τουρκία, αλλά και σε πιο εξωτικές για μας γωνιές του πλανήτη, τα αυταρχικά καθεστώτα και οι ανελεύθερες δημοκρατίες αναπτύσσονται στο ίδιο ακριβώς έδαφος, την πολιτισμική, πολιτική και θεσμική απόρριψη της φιλελεύθερης δημοκρατίας και των αντιβάρων της. Η πλειοψηφική εκδοχή του πολιτεύματος και η (δήθεν) χαρισματική μορφή του ηγέτη επικαλείται και δημιουργεί τις συναισθηματικές ταυτίσεις που δεν μπορεί να ικανοποιήσει το ορθολογικό και τεχνοκρατικό discours.

Απέναντι σε αυτή τη διπλή δοκιμασία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, την εσωτερική των αλλεπάλληλων κρίσεων που τραντάζουν τα θεμέλια των προηγμένων κοινωνιών και την εξωτερική πίεση των απολυταρχικών πρακτικών και δομών, ο (δικαιο)πολιτικός λόγος εμφανίζεται μάλλον αποσπασματικός παρά ενοποιητικός, μερικός και όχι καθολικός, κατά κανόνα ταυτοτικός και λιγότερο ευέλικτος. Ο «δικαιωματισμός» συγκρούεται με το επείγον πραγματικό, που μας υπενθυμίζει (π.χ. στην οικονομική κρίση και την πανδημία) ότι είμαστε μέλη του κοινωνικού συνόλου και όχι απλές μονάδες και ότι έχουμε ένα καθήκον αλληλεγγύης και φροντίδας των άλλων[7]. Πώς να μιλήσει κανείς με σιγουριά για την ιερότητα της αυτοδιάθεσης του σώματος ή για τη θεμελιώδη αξία του δικαιώματος στην περιουσία και την ιδιοκτησία απέναντι σε απειλές όπως ο covid-19 και η ασύντακτη χρεοκοπία της χώρας μας; Η ανάδειξη της ετερότητας παραμένει μια ισχυρή και επιβεβλημένη αξίωση των κοινωνικών ομάδων που εκτίθενται στην πικρή γεύση της διαφοροποίησης και του αποκλεισμού. Η πολυπολιτισμικότητα και το δικαίωμα στη διαφορά σέβονται το πρόσωπο και κατοχυρώνουν το ατομικό σχέδιο ζωής, όμως, παράλληλα, υπηρετούν την ηθική της κοινότητας και προοπτικά, in extremis, τον κατακερματισμότης κοινής ζωής.

Στην άλλη όχθη, ο ρεπουμπλικανισμός, που στηρίζεται στο όριο της ελευθερίας, με άλλα λόγια στην υπαγωγή στον νόμο του Κράτους και το γενικό συμφέρον[8], εκτρέπεται, λόγω των εξαιρετικών καταστάσεων, στον συνεχή και ακραίο περιορισμό των δικαιωμάτων. Έτσι, η αναπαράσταση του γενικού καλού στις μέρες μας αντί να λαμβάνει θετικό πρόσημο παραπέμπει σε μια επώδυνη αναγκαιότητα και όχι σε μια ανέφελη επιλογή ελευθερίας, με σημαντικό κόστος σε επίπεδο αυθεντίας (authority) και πειθούς. Ταυτόχρονα, τα φαινόμενα διαφθοράς πλήττουν τη νομιμοποίηση του Κράτους και αποσταθεροποιούν την εμπιστοσύνη μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Στο ιδεολογικό πεδίο, τα συμβολικά στηρίγματα του πολιτικού επιχειρήματος βρίσκονται σε αμηχανία: η σοσιαλδημοκρατική υπόσχεση, η οποία ανατρέχει στην αισιόδοξη, όσο και μακρινή, δεκαετία του 70, επιχειρεί να ανακάμψει, αλλά πρέπει να επαναπροσδιοριστεί σε εντελώς διαφορετικά και ίσως αντιφατικά για τους παραδοσιακούς σκοπούς της συμφραζόμενα, ενώ ο αριστερός ριζοσπαστισμός προσκρούει στην σκληρή εμπειρία του πραγματικού, της κυβερνησιμότητας και της ασφάλειας, με την ευρύτερη έννοια του όρου. Την ίδια στιγμή, ο φιλελευθερισμός της αριστείας υπονομεύεται, ως πρόγραμμα και σύνθημα, από τις αντίξοες συνθήκες που τον υποστηρίζουν και οι οποίες τοποθετούν πολλούς σε ανταγωνισμούς που αδυνατούν να ακολουθήσουν.

Κοντολογίς, μια κρίσιμη απόσταση φαίνεται να χωρίζει την πολιτική από την κοινωνική πραγματικότητα. Ενώ η δεύτερη εξελίσσεται ταχύτατα και απρόβλεπτα και πρωτοφανείς τρόποι εργασίας, επικοινωνίας και οικειότητας της προσδίδουν νέες σημασίες, η πρώτη παλεύει να συντονιστεί. Ίσως γι’ αυτό επικρατεί στον δημόσιο και τον καθημερινό μας λόγο η μικροπολιτική και λείπει η αναγωγή στο πολιτικό, όπως το ορίζει ο Marcel Gauchet, δηλαδή στην κεντρική κατεύθυνση και τη μεγάλη εικόνα[9]. Ακόμη όμως και η αποσπασματική σύλληψη της πραγματικότητας, που σε έναν βαθμό διέπει κάθε –μη ολοκληρωτική– θεωρία ή πολιτική πράξη, μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά στο πλαίσιο ενός δημιουργικού εκλεκτικισμού. Αυτός προϋποθέτει τον διάλογο, το pick and choose πολιτικών και μια σύνθετη ταυτότητα που θα επιβιώσει στον χρόνο και θα γεφυρώσει τις αντιφατικές και ειρωνικές συχνά όψεις των καιρών. Οι τελευταίες επανακαθορίζουν τα όρια των ιδεών και των εννοιών και μας διδάσκουν ότι πάντα κάτι μας διαφεύγει στην πολιτική τοποθέτηση, την επιστημονική γνώση και ερμηνεία. Η παραδοχή της ατέλειας και της αδυναμίας και η αποδοχή του παράδοξου συγκροτεί ένα ανοικτό υποκείμενο, ατομικό και συλλογικό. Δεν επιδρά, εντούτοις, ανακουφιστικά, ούτε είναι δημοφιλής, ιδίως σε εποχές πόλωσης. Σε αυτές κυριαρχούν οι ερμητικά κλειστές ταυτότητες της βεβαιότητας, που λειτουργούν διαιρετικά, διαλεγόμενες στην ουσία περισσότερο με τον εαυτό, παρά με τον άλλον. Μάλλον έτσι διαμορφώνεται, δίχως να το αντιλαμβανόμαστε, μια αυτοαναφορική «στροφή» της (πολιτικής) κοινωνίας, με χαρακτηριστικά υπεραναπλήρωσης της διάχυτης ανασφάλειάς της.


[1] Σύμφωνα με τον Γεράσιμο Κουζέλη, «φαίνεται πως πράγματι η δημοκρατία, ως ο νεωτερικός τρόπος ύπαρξης του ανθρώπου, κι όχι μόνο του πολίτη, ως κατηγορία που αποδίδει τον τρόπο άρθρωσης της πολιτικής με την οικονομία και την ιδεολογία στον καπιταλιστικό κόσμο, έχει καταστεί καθολικό μέσο, αυτονόητο και πανταχού παρόν (..) Η κριτική της δημοκρατίας ασκείται στο όνομά της, με τη δημοκρατία ως έμβλημα. Κανείς δεν μπορεί να θέσει τον εαυτό του εκτός του πλαισίου που ορίζει, κανένας λόγος, καμιά πρακτική δεν μπορεί να θεμελιωθεί εκτός αυτού του πλαισίου. Το γλωσσικό μας παιχνίδι, ο τρόπος ζωής μας ορίζονται από τη δημοκρατία». Βλ. Ιδίου, «Τέσσερα ερωτήματα για τη δημοκρατία», Αυγή/Ενθέματα, 31.3.2013.

[2] Χαρακτηριστικό, ως προς τον συνδυασμό κοινοτισμού και ισότητας, το παράδειγμα του Μ. Sandel, Δικαιοσύνη, μτφρ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Πόλις, 2013 και Η τυραννία της αξίας, μτφρ. Μιχάλης Μητσός, Πόλις, 2022.

[3] J. Rancière, To μίσος για τη δημοκρατία, μτφρ. Βίκυ Ιακώβου, Πεδίο, 2009.

[4] Την πολιτισμική κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας φωτίζει ο Ν. Σεβαστάκης, Ταξίδι στο άγνωστο. Φιλελεύθερη δημοκρατία και κρίση πολιτισμού, Στερέωμα, 2020.

[5] Με τον εύστοχο όρο «discontent» o Sandel συλλαμβάνει, ήδη από τη δεκαετία του ʼ90, και επικαιροποιεί σήμερα, σε μια νέα έκδοση, τις απορίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Βλ. M. Sandel, Democracy’s Discontent: A New Edition for Our Perilous Times (2nd Edition), Belknap Press, 2022.

[6] Βλ. ενδεικτικά τη διατριβή του Β. Daugeron, La notion d’élection en droit constitutionnel. Contribution à une théorie juridique de l’élection à partir du droit public français, Dalloz, 2011.

[7] Πρόκειται για δυο αντιλήψεις, αυτές της αξίας και του συμφέροντος, που διαχρονικά απασχολούν τη θεωρία και την εφαρμογή των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Στην πρώτη εντάσσονται οι ηθικοπολιτικές θεωρίες, όπως για παράδειγμα του Ronald Dworkin και του John Rawls, που αντιμετωπίζουν τα δικαιώματα ως τις πιο ισχυρές (ηθικές και νομικές) αξιώσεις έναντι του Κράτους και στη δεύτερη οι ωφελιμιστικές που εστιάζουν στη συνεπειοκρατία και την υπηρεσία του δημοσίου συμφέροντος, σε κάθε περίπτωση στη στάθμιση των δικαιωμάτων και την αναλογικότητα (Robert Alexy) των περιορισμών τους.

[8] Στη ρεπουμπλικανική εκδοχή του, το ισχυρό Κράτος δεν παρεμβαίνει για να πλάσει συνειδήσεις ή να επιβάλει μια κυρίαρχη θεωρία του αγαθού, αλλά για να αποκαταστήσει την ισότητα και να δώσει την ευκαιρία σε όλους να επωφεληθούν της ιδιότητας του πολίτη και, το κυριότερο, να μη γίνουν αντικείμενα εξουσίασης κάποιου τρίτου. H πρόσληψη αυτή της ελευθερίας δεν είναι ούτε αρνητική ούτε θετική. Τοποθετείται ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό και προωθεί το ιδανικό της μη-εξουσίασης. Βλ. J.-F. Spitz, Le moment républicain en France, Essais, Gallimard, Paris, 2005, σελ.13-61 και P. Pettit, Républicanisme. Une théorie de la liberté et du gouvernement, μετ. P. Savidan-J.-F. Spitz, Essais, Gallimard, Paris, 2004, σελ.47 επ.

[9] Μ. Gauchet, Le politique versus la politique, http://gauchet.blogspot.com/2007/11

«Κάποτε θα ξανάρθω δε θα νιώθω
πως είμαι παρείσακτος
και κατάσαρκα θα φορώ σχισμένα σύννεφα»
Κύλιση στην κορυφή