Για τις Αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο
Μπορούμε να βρούμε τρία ορόσημα στο έργο του μεγάλου Ιταλού συγγραφέα: το σύντομο πέρασμα του από τη λογοτεχνία του φανταστικού με την τριλογία Οι πρόγονοί μας, και τα δύο εμβληματικά έργα της μεταμοντέρνας περιόδου του, το Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης και τις Αόρατες πόλεις. Όλα εμβληματικά και όλα νοητές καρφίτσες του λογοτεχνικού χάρτη που σχεδίασε ο Καλβίνο. Ενός χάρτη μοναδικού που δεν θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει και ένα κατεξοχήν σημείο αναφοράς του ανθρώπινου πολιτισμού: την πόλη.
Όταν ξεκινάω να διαβάζω ένα έργο του, πολλώ δε μάλλον ένα από τα προαναφερθέντα, πάντα ξεκινάω με μια ερώτηση: τι θέλει να πει; Ποιο είναι το νόημα αυτών που διαβάζω, του μαγικού κόσμου που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μου, ποιες είναι εκείνες οι μαεστρικές κινήσεις που κινούν τα νήματα στο παρασκήνιο; Τι υπάρχει κάτω από την επιφάνεια; Και το κυριότερο, είμαι μέρος αυτής της λογοτεχνικής τελετουργίας και αν ναι, κατά πόσο; Ξεκινώντας τις Αόρατες πόλεις, και διαβάζοντας τις αφηγήσεις του Μάρκο Πόλο για τα μέρη που ταξίδεψε στον Κουμπλάι Χαν, ένιωσα μια σταδιακή καταβύθιση σε έναν κόσμο τόσο εξωτικό και ταυτόχρονα τόσο οικείο, ένα γνώριμο σημαίνον το οποίο λάμβανε άπειρα σημαινόμενα στη γλώσσα του Καλβίνο. Έτσι ακολούθησα τη συμβουλή του Anthony Doerr: άφησα το βιβλίο να είναι αυτό που θέλει να είναι τη χρονική στιγμή που το διαβάζω και να υποδυθώ τον ρόλο του αναγνώστη/επισκέπτη στις αστικές περιοδιολογήσεις του Πόλο, απολαμβάνοντας τα αξιοθέατα, και αφήνοντας αυτή τη μυστική δύναμη που δένει μια πόλη να με μεταφέρει σε καινούργια αφηγηματικά μονοπάτια[1].
Διαβάζοντας για τις ιδιαίτερες πόλεις που κυμαίνονταν στα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, άρχισα να ταλαντεύομαι και εγώ μεταξύ της λογοτεχνικής και αφηγηματικής μαγείας και της ανάγκης να δω πέρα απο το προφανές, να γίνω ανατόμος των αστικών δομών, μια ανάγκη οριζόμενη απο το τι είναι αληθινό και τι όχι μέσα από αυτή την αφήγηση[2]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι πόλεις άρχισαν να σπάνε μπροστά στα μάτια μου και να απογυμνώνονται, μετατρεπόμενες σε σύμβολα και λόγο, σε αρχέτυπα και σε σκιαγραφήματα για το τι μπορεί να είναι μια πόλη, ακόμη και αν αυτή δεν είναι καν πραγματική, και πώς αυτή μπορεί να γίνει αντικείμενο επικοινωνίας μεταξύ δύο ατόμων. Να ξεκινήσω δηλαδή απο το θεμελιώδες.
Σε έναν πρώτο βαθμό μπορούμε να δούμε μια εκτενή άσκηση στην έννοια «πόλη», στο έργο του Καλβίνο, έναν διαλογισμό πάνω στα επίπλαστα όριά της και μια απόπειρα για την απόδοση προσδιορισμού. Πράγματι, η πόλη αποτελείται απο καθημερινότητα, απλότητα, απο αναμνήσεις και ιστορίες που την ποτίζουν και κατά μία έννοια της προσδίδουν υπόσταση. Η πόλη είναι σύμβολα, επιγραφές, θάμπωμα, τόσο που δεν βλέπεις τίποτε άλλο. Είναι ενθουσιασμός για την αποκρυπτογράφηση των μηνυμάτων της αρχιτεκτονικής και των δομικών ιδιαιτεροτήτων της σε τέτοιο βαθμό, που πολλές φορές μένουμε στο περίβλημα και όχι στην ουσία. Η πόλη είναι τρέλα, γεμάτη από σημάδια που παραπέμπουν στο αλλόκοτο, στο παράλογο, είναι το αόρατο, το αθέατο, αυτό που βλέπεις μόνο αν την απογυμνώσεις τελείως, κατέχει ψυχρά είδωλα και κάτοπτρα που αντανακλούν την ύπαρξή σου χωρίς να μπορείς να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου. Στην πόλη μπορείς να χαθείς.
Η πόλη είναι γραφική, αλλά μόνο στον βαθμό που αυτή μπορεί να αλλάξει. Μόνο έτσι μπορείς να εκτιμήσεις το αστικό παρελθόν και να αναγνωρίσεις την παράδοση της πόλης αλλά και την ίδια την ύπαρξη της νοσταλγίας. Η πόλη είναι ιστορίες που διηγούμαστε, που λέμε, που μοιραζόμαστε μεταξύ μας με τις παρέες μας. Ας μην ξεχνάμε πως τα καφενεία είναι ένας κατεξοχήν τόπος δημιουργίας και κυκλοφορίας ιστοριών βιωμενων η μη ανάμεσα στους θαμώνες. Η πόλη είναι ρόλοι που ξαναμοιράζονται, είναι μια τράπουλα που φαίνεται αλλαγμένη, αλλά είναι ολόιδια με τους ίδιους χαρακτήρες. Οι κάτοικοί της ανανεώνονται συνέχεια, αλλά οι χαρακτήρες είναι απαράλλακτοι. Η πόλη είναι αντιφάσεις και κινητικότητα, μια διαρκής κίνηση σωμάτων, μεταμορφώσεων και επανατοποθετήσεων, είναι το βλέμμα στραμμένο κάτω, στο πεζοδρόμιο, στο πλακόστρωτο, στην άσφαλτο. Είναι η ακούσια προσπάθειά μας να κοιτάξουμε στα έγκατα της πόλης, είναι πεζοπορία, είναι βάδισμα, είναι εφαλτήριο μνήμης: θυμάσαι σοκάκια, περιπάτους, σημεία που υπήρξαν, μαγαζιά που έσβησαν στον χρόνο.
Η πόλη είναι επίσης βρωμιά, ασχήμια, είναι αυτό που δεν θέλουμε να δούμε αλλά είμαστε τόσο εξοικειωμένοι μαζί του, είναι αυτό που σπρώχνουμε με κάθε αφορμή για να δώσουμε θέση στο όμορφο και το ιδανικό, αγνοώντας πως εξοβελίζουμε την ίδια την πόλη. Η πόλη είναι παρακμή, είναι όμως και ακμή σε έναν χορό ανόδου και πτώσης που δεν σταματάει ποτέ, είναι μια ταλάντευση του αστικού χώρου που ακολουθεί τις κινήσεις των κατοίκων της. Η πόλη είναι οι νεκροί της, είτε αυτοί μένουν στο έδαφος είτε συνεχώς επανέρχονται στη μνήμη και στην ιστορία.
Η πόλη είναι όλα αυτά και ακόμη παραπάνω. Η πρόθεση όμως του Καλβίνο δεν είναι να αναλωθεί σε μια ελεγεία πάνω στην πόλη, αλλά να επεκτείνει τα όρια της γλώσσας του συμβολισμού και των νοηματοδοτήσεων γύρω από αυτήν. Γινόμαστε μάρτυρες αυτής της προσπάθειας για τις πολλαπλές διαστάσεις της πόλης και των πραγματικά άπειρων μορφών που μπορεί να λάβει, καθώς επαφίεται σε σημαντικό βαθμό πάνω στην υποκειμενικότητα των ατόμων που ζουν σε αυτήν, που την επισκέπτονται ή που την βλέπουν ως κάτι μακρινό και ξένο. Όπως αναφέρει και η Merve Emre σε ένα άρθρο της στον New Yorker, οι όμορφες αναμνήσεις της πόλης για κάποιον μπορεί να είναι οι εφιάλτες κάποιου άλλου[3]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η γλώσσα που συνυφαίνει την ύπαρξη της πόλης διαθέτει τη δυνατότητα αποδόμησης και επανασύστασής της κατα το δοκούν, με κοινή μεταβλητή και τον ίδιο τον αναγνώστη που θα διαβάσει αλλιώς τις πόλεις του Καλβίνο και τους κατοίκους που ζουν στην πόλη. Για άλλη μια φορά τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας είναι θολά, αλλά εκεί ακριβώς βρίσκεται η μαγεία της σκέψης του Καλβίνο.
Εκκινούμενος απο αυτήν ακριβώς την απροσδιοριστία, προσπάθησα να μεταφέρω το βιβλίο στο σήμερα, στην πόλη του 21ου αιώνα και να εκμεταλλευτώ τις πολλαπλές δυνατότητες που μπορεί να προσφέρει μια νέα νοηματοδότηση για την πόλη. Πράγματι, η έννοια της πόλης στο σήμερα μπορεί να λαμβάνει τόσο διαφορετικά χαρακτηριστικά που να συμπεριλαμβάνουν το άσχημο και το διαβρωτικό (π.χ. η επίδραση του υπερ-τουρισμού), όπως και το όμορφο και το δημιουργικό, σε μια διαρκή συνδιαμόρφωση της αστικής ταυτότητας. Οι πόλεις μπορεί να είναι αλλιώς, να είναι πολλά παραπάνω απ’ όσα βλέπουμε, φτάνει να κοιτάξουμε λίγο καλύτερα. Ίσως έτσι μπορούμε να αισθανθούμε τους γύρω μας, να κατανοήσουμε τις σχέσεις μας με την πόλη και να δημιουργήσουμε πιο όμορφες πόλεις που θα αντιστοιχούν στις ιδεατές προσλήψεις των περισσότερων.
Μια τέτοια συνεχή ανανοηματοδότηση είναι πραγματικά ατέρμονη, καθώς ο ίδιος ο λόγος που παράγει την πόλη δεν μπορεί να έχει ποτέ πραγματικό τέλος και θα είναι πάντα προϊόν ανταγωνισμών, ζυμώσεων, και συμβιβασμών. Ίσως και η μαγεία των Αόρατων πόλεων να βρίσκεται σε αυτό ακριβώς το πράγμα, στο απλησίαστο που αντιπροσωπεύει η έννοια της πόλης, αυτό που δεν θα μπορεσει ποτέ να οριστικοποιηθεί, όσες φορές και να προσπαθήσουμε.
Στη τελική, ίσως αυτό ακριβώς να είναι και η ίδια η λογοτεχνία, μια συνεχής προσπάθεια για να κατανοήσουμε καλύτερα τον κόσμο.
[1] Anthony Doerr, The Timeless Magic of Italo Calvino’s Invisible Cities at 50, Literary Hub, https://lithub.com/the-timeless-magic-of-italo-calvinos-invisible-cities-at-50/.
[2] Lydia Pyne, Invisible Cities: Where Travelers Go Everywhere and Nowhere, Los Angeles Review of Books, https://lareviewofbooks.org/blog/reviews/invisible-cities-travelers-go-everywhere-nowhere/.
[3] Merve Emre, «Marvelous Things. The Worlds of Italo Calvino», The New Yorker, March 6, 2023, σ. 69.

