Μαριαλένα Σπυροπούλου

Οι αθέατες συνέπειες μιας τρομερής πανδημίας

Αυτό που σπάνια σκεφτόμαστε εν μέσω της ταχύτητας της εποχής και του πυκνού ιστορικού χρόνου είναι το ότι ο ίδιος ο χρόνος χρειάζεται τον χρόνο του. Την τελευταία δεκαετία συμβαίνουν τόσα πολλά που αδυνατεί ο μέσος άνθρωπος να προσλάβει επαρκώς και να συλλάβει νοητικώς τις αλλαγές που υφίσταται. Αυτό έγινε ακόμα πιο έντονο με την πανδημία. Από τη στιγμή που ακούσαμε για πρώτη φορά τη λέξη κορωνοϊός ή αλλιώς Covid19 μέχρι σήμερα μετράμε μόνον μήνες. Η αίσθηση είναι όμως διαφορετική. Ότι μπήκε για τα καλά στη ζωή μας μια αόρατη απειλή, που μπορεί να σβήσει ως απειλή κάποια στιγμή, αλλά ανοίγει ένα καινούργιο ιστορικό κεφάλαιο στη ζωή μας. Ιδίως η επιβεβλημένη καραντίνα της προηγούμενης άνοιξης δημιούργησε συνήθειες, σκέψεις, ανησυχίες, γέννησε συμπεριφορές που θα μας πάρει κάποιον καιρό να τις νοηματοδοτήσουμε. Τάραξε για πάντα τα ύδατα της φαλλικής φαντασίωσης ελέγχου πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη και δη παντοδυναμίας.

Αυτοί που πλήττονται πάντα πρώτοι σε κάθε κρίση, σε κάθε μάχη, σε κάθε πανδημία, οι πρώτοι που καίγονται εν καιρώ πολέμου είναι οι άνθρωποι που πάσχουν ήδη ψυχικά. Η ψυχική νόσος είναι η αόρατη απειλή έτσι και αλλιώς. Πολύ πριν από τον ιό που μεταδίδεται με τον αέρα και δεν μπορούμε να τον δούμε, η ψυχική ανθρώπινη κατάσταση είναι μη ορατή. Γι’ αυτό γεννά και μεγάλη ανησυχία. Όταν υπάρχει ένα ιατρικό πρόβλημα, ένα πρόβλημα υγείας μπορεί κάποιος να μιλήσει με απτά λόγια, να εμφανίσει εξετάσεις, να παρακολουθήσει την πορεία της υγείας, έχει κάτι πάνω στο οποίο πορεύεται. Η ψυχική όμως κατάσταση είναι κρυφή, εσωτερική, κάθε άνθρωπος αισθάνεται μόνος μπροστά στην προσωπική του δυσθυμία ή παρόρμηση, ή εναλλαγή διάθεσης. Και δεν μπορεί εύκολα να το εκφράσει πέρα από τα γραφεία των ειδικών. Το αόρατο που εισήχθη στη ζωή μας αποσταθεροποίησε το αόρατο μιας ήδη επιβαρυμένης ψυχικής υγείας ή ανέδειξε την ευθραυστότητα στη ζωή κάποιων που μέχρι τώρα τα βόλευαν, είχαν βρει τη ρουτίνα τους και τις συνήθειές τους. Και αυτές τους συγκρατούσαν και τους συγκροτούσαν. Σαν να χάθηκε πια οτιδήποτε συγκρατητικό και η απειλή θανάτου εισήχθη στη ζωή μας μαζικά. Γι’ αυτή την απειλή θανάτου ελάχιστα μιλάμε δημοσίως. Και για τις συνέπειες αυτής ή τις παρενέργειές της.

Πολλές φορές, ακόμα και τα περιστατικά των νέων ή και λιγότερο νέων που ξεχύθηκαν μανιακά κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου θα μπορούσαν να ερμηνευτούν και κάτω από αυτήν τη σκέψη. Η άρνηση ως μηχανισμός άμυνας είναι ισχυρός, έχει τα θεμέλιά του σε πρώιμα χρόνια και σχετίζεται με τη δυσκολία του υποκειμένου να αντιληφθεί και να δεχτεί σε βάθος την πραγματικότητα. Ο ένας τρόπος είναι να προσπαθήσει ψευδαισθητικά να την αλλάξει, να τη νοηματοδοτήσει με έναν άλλο τρόπο, ρίζες αυτού του τρόπου συναντάμε σε σχιζοειδείς μηχανισμούς άμυνας που καταλήγουν στις ψυχώσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και μέλη του λειτουργικού πληθυσμού δεν χρησιμοποιούν τέτοιους μηχανισμούς. Ακόμα και η άρνηση της πραγματικότητας, «ότι ο ιός δεν υπάρχει, δεν μας πλήττει, δεν θα μπορέσει να εισέλθει στη δική μας ζωή, και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να λάβουμε μέτρα» προκύπτει από την ίδια περιοχή ψυχικής λειτουργίας.

Ή υπάρχει και το αντίθετο, άνθρωποι που είναι τόσο τρομαγμένοι που δεν αντέχουν να το συνειδητοποιήσω και καταλήγουν στην αντίδραση να θέλουν να ζήσουν σαν να είναι η τελευταία τους ευκαιρία για ζωή. Σοκαρίστηκα το καλοκαίρι όταν άκουσα την είδηση που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα ότι όταν έκλεισαν τα νυχτερινά στέκια γνωστού και πολύ τουριστικού νησιού των Κυκλάδων, εξαιτίας της κατακόρυφης αύξησης των κρουσμάτων, νέα παιδιά έπαιρναν φουσκωτά ή ταχύπλοα μέσα στη νύχτα για να πάνε σε μπαρ του απέναντι νησιού.

Πόσες τρομακτικές σκέψεις δεν αναδύονται μέσα από αυτή την αδημονία για υπερβολική ζωή, που καταλήγει όμως σε διακινδύνευση;

Το άλλο στοιχείο που αυξήθηκε μαζί με την αόρατη απειλή του κορονοϊού είναι το άγχος και οι κρίσεις πανικού. Επίσης ύπουλο το άγχος, σκοτεινό, ένα «αέριο» μέσα στον αέρα που αναπνέει η ψυχή. Πολλές φορές, χωρίς συνείδηση αυτού που πάσχει από αγχώδη διαταραχή ή που δεν έπασχε εντόνως πριν από την περασμένη άνοιξη. Το πραγματικό της πανδημίας, της ορατής απειλής της ζωής, έφερε μαζί και την οικονομική ανασφάλεια εκ νέου. Μετά από μια δεκαετία οικονομικής απορρύθμισης, ιδίως για τη χώρα, ξύπνησε εφιάλτες, «οικεία κακά», σε μια στιγμή όπου όλοι έλεγαν ότι κάτι άλλαζε προς το καλύτερο. Αυτές οι συνεχείς τρικλοποδιές, τα «χτυπήματα κάτω από τη ζώνη» επηρεάζουν πάντα περισσότερο τους ανθρώπους χωρίς πολλά στηρίγματα. Συνηθίζουμε να μιλάμε για προηγούμενα υποκείμενα νοσήματα, για το πόσο εκτεθειμένη θα είναι η υγεία κάποιου αν νοσήσει από κορονοϊό, αλλά σπανίως αναφερόμαστε στα υποκείμενα ψυχικά νοσήματα. Δυστυχώς η ψυχική νόσος είναι ακόμα ατομική υπόθεση, έστω οικογενειακή. Ιδίως οι ηλικιωμένοι άνθρωποι που ζουν κοντά σε νέους ή εφήβους βιώνουν μεγαλύτερη ψυχική ανασφάλεια, νιώθουν εξαιρετικά εκτεθειμένοι, ακόμα και αν εκείνοι δεν βγαίνουν καν από το σπίτι τους.

Δεν υπονοώ ότι η πανδημία θα αυξήσει τις αυτοχειρίες, όπως πολύ συχνά αναφερόταν από μερίδα των ψυχιάτρων ή και κομμάτων μέσα στην οικονομική κρίση. Δεν είναι το ζήτημα εδώ της αυτοχειρίας. Ούτε είναι τόσο απλή αναλογική η σκέψη. Είναι η επιδείνωση όμως μιας αόρατης ψυχικής απειλής πάνω σε μια αόρατη πανδημική απειλή.

Σιωπηλά, αθόρυβα, αγόγγυστα καμιά φορά, αρκετοί συνάνθρωποί μας ντρέπονται για το πόσο επιδεινώθηκε η διάθεσή τους το τελευταίο διάστημα. Και δυστυχώς, διαβάζοντας μερικά ημερολόγια καραντίνας ανθρώπων που ασκούν επιρροή με τη θέση τους ή το έργο τους στην κοινωνία συνειδητοποίησα ότι κανείς δεν άντεξε να μιλήσει ανοιχτά. Για όσα μας συνέβησαν, για το τέλος μιας εποχής έτσι και αλλιώς.

Ξαφνικά όλοι περνούσαν υπέροχα κλεισμένοι μέσα στα σπίτια τους. Οπότε το στίγμα για όλους αυτούς τους ανθρώπους που βασανίζονται ψυχικά γίνεται ακόμα μεγαλύτερο. Είναι ταμπού να μην τα καταφέρνεις ακόμα και τώρα, σε μια πανδημία που πραγματικά κλονίζει τα θεμέλια της σκέψης για το είδος της ζωής που ζούμε.

Σκέφτομαι με μειδίαμα, ότι όλοι περάσαμε τόσο καλά κλεισμένοι στα σπίτια μας την άνοιξη, που το καλοκαίρι που μας πέρασε, ελάχιστα καθίσαμε μέσα. Και αυτό τελικά δεν είναι άρνηση της πραγματικότητας, είναι μια ταπεινή παραδοχή της ψυχικής μας ανάγκης να βγούμε έξω, να δούμε κόσμο.

Κύλιση στην κορυφή