Εισαγωγή
Οι σχέσεις Γερμανίας και Ρωσίας και γενικά της Ανατολικής Ευρώπης αποτελούν πρώτιστο μέλημα της γερμανικής διπλωματίας. Οι λόγοι είναι γεωπολιτικοί και γεωοικονομικοί.
Η Ανατολική Ευρώπη είναι ο χώρος, με την πορεία του οποίου η Γερμανία έχει συνδέσει εδώ και δέκα αιώνες την ιστορική της ύπαρξη[1]. Στον χώρο αυτό δοκιμάστηκαν όλες οι γεωπολιτικές θεωρίες περί ζωτικού χώρου που εκπονήθηκαν από τους Γερμανούς διαμορφωτές στρατηγικής.
Για τη Γερμανία, εξάλλου, οι γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές αναγκαιότητες αλλά και η μελέτη της Ιστορίας μαρτυρούν ότι τα ζωτικά εθνικά συμφέροντά της υπαγορεύουν στη χώρα αυτή να διατηρεί σχέση καλής συνεργασίας με τη Ρωσία. Όποτε η Γερμανία-Πρωσία πορεύθηκε με αυτήν την πυξίδα, επέτυχαν εθνικούς άθλους. Αντιθέτως οσάκις εγκαταλείφθηκε η πορεία αυτή, η Δύναμη στο μέσον της Ευρώπης γνώρισε μεν πρόσκαιρους ρωμαϊκούς θριάμβους, αλλά υπέστη τελικώς μεγάλα δεινά. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια τρεις ιστορικές περιόδους που επιρρώνουν τις ανωτέρω αποφάνσεις. Έτσι θα σταθούμε στις διπλωματικές κινήσεις πρώτον του Φρειδερίκου του Μεγάλου της Πρωσίας, δεύτερον του πρώτου Καγκελάριου της ενοποιημένης Γερμανίας Όθωνα φον Μπίσμαρκ, και τρίτον στην περίοδο του Αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β’ και των πολιτικών διαδόχων του Μπίσμαρκ.
Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να αποτελέσουν, επίσης, κάποιου είδους «ιστορικό μπούσουλα», προκειμένου να περιγραφούν οι μελλοντικές εξελίξεις, ειδικά σε σχέση με τη Γερμανία, η οποία ιστορικά φαίνεται να αποτελεί την εξαρτώμενη μεταβλητή στη σχέση της με τη Ρωσία.
- Ο Φρειδερίκος ο Μέγας και οι διπλωματικές σχέσεις με τη Ρωσία
Οι διμερείς διπλωματικές σχέσεις Γερμανίας και Ρωσίας έχουν περάσει από φάσεις συνεργασίας και συμμαχίας σε εντάσεις και ολοκληρωτικούς πολέμους.
Με τη δημιουργία του Βασιλείου της Πρωσίας το 1701 και την ανακήρυξη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας το 1721, δύο νέα ισχυρά κράτη εμφανίστηκαν και από τότε άρχισαν να αλληλοεπιδρούν.
Τα δύο έθνη πολέμησαν σε αντίθετα μέτωπα κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Αυστριακής Διαδοχής (1740-1748), αλλά ο πόλεμος σημείωσε αύξηση της ισχύος και για τα δύο. Η Ρωσία νίκησε τη Σουηδία και η Πρωσία υπέταξε την Αυστρία. Η Ρωσία και η Πρωσία βρέθηκαν ξανά σε αντιπαράθεση κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου (1756–1763) και συγκρούστηκαν στις μάχες του Γκρος-Γέγκερσντορφ, του Ζόρντορφ, του Κέι και του Κούνερσντορφ. Μετά τη συντριπτική ήττα των Πρώσων, ύστερα από τη μάχη του Κούνερσντορφ το 1759, οι Ρώσοι κατέλαβαν σχεδόν το σύνολο των εδαφών της Πρωσίας και έφθασαν στο Βερολίνο. Η Πρωσία σώθηκε επειδή ακριβώς εκείνη την περίοδο πέθανε ξαφνικά η Αυτοκράτειρα της Ρωσίας Ελισάβετ (1760), η οποία απεχθανόταν τον Φρειδερίκο τον Μέγα και τη διαδέχθηκε ο Πέτρος ο Γ’ ο οποίος ήταν θαυμαστής του. Ο τελευταίος έκανε ειρήνη με την Πρωσία υπογράφοντας τη Συνθήκη της Αγίας Πετρούπολης, επέστρεψε όλα τα εδάφη στην Πρωσία και αποχώρησε ολοκληρωτικά, επιτρέποντας στον βασιλιά της Πρωσίας Φρειδερίκο τον Μέγα να επικεντρωθεί στους άλλους εχθρούς του[2].
«Μετά το τέλος του Επταετούς Πολέμου ο Φρειδερίκος δεν είχε ενδοιασμούς βέβαια, να συμπράξει με τους πρώην αντιπάλους του, Ρώσους και Αυστριακούς, στους τρεις διαδοχικούς (1772, 1793, 1795) διαμελισμούς της Πολωνίας. Τα επόμενα εκατό και πλέον χρόνια τα κοινά τους συμφέροντα στο θέμα της Πολωνίας, διαμελισμένης και επομένως ανύπαρκτης ως κρατικής οντότητας, ήταν αυτά που απέτρεψαν την όποια πολεμική σύγκρουση μεταξύ Πρωσίας και Ρωσίας».[3]
Ο ιστορικός John Wheeler-Bennett αναφέρει ότι από το 1740: «Οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας […] περιλάμβαναν μια σειρά αποξενώσεων, πράγματι σαφών, καθώς ήταν βασανιστικές, και προσεγγίσεων, αξιοσημείωτων για τη μεγάλη τους ζεστασιά. […] Βασικός παράγοντας στις συνδέσεις ήταν η ύπαρξη μιας ανεξάρτητης Πολωνίας […] όταν τους χώριζε ένα ουδέτερο κράτος, οι δύο μεγάλες δυνάμεις της Ανατολικής Ευρώπης συνεννοήθηκαν, ενώ σε στιγμές ανταλλαγής συνόρων, ξέσπασαν εχθροπραξίες»[4].
- Η εξωτερική πολιτική του Μπίσμαρκ. Καλές σχέσεις με τη Ρωσία
Οι επιτυχίες στους πολέμους για την ενοποίηση της Γερμανίας στη δεκαετία του 1860[5] διευκολύνθηκαν από την έλλειψη εμπλοκής της Ρωσίας[6]. Ωστόσο, η δημιουργία της Γερμανικής Αυτοκρατορίας υπό Πρωσική κυριαρχία το 1871, άλλαξε σημαντικά τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.[7]
Μετά την ενοποίηση, η Γερμανία απέκτησε προοδευτικά τη δύναμη να κυριαρχήσει μόνη της στην ηπειρωτική Ευρώπη, κάτι που με το σύστημα του Μέτερνιχ καμία άλλη δύναμη δεν μπορούσε να το επιτύχει. Οι πέντε δυνάμεις: Ρωσία, Γαλλία, Αυστρία, Πρωσία και Μεγάλη Βρετανία (ΜΒ) είχαν βρει μια κατάσταση ισορροπίας, η οποία διαλύθηκε αρχικά με τον Κριμαϊκό Πόλεμο και στη συνέχεια με την ενοποίηση της Γερμανίας και τη δημιουργία της Ιταλίας. Αυτό που περιέπλεκε ακόμη περισσότερο τα πράγματα ήταν ότι η Γερμανία το πέτυχε αναπτυσσόμενη στα δικά της εθνικά εδάφη και όχι μέσω κατακτήσεων. Η ΜΒ συνήθιζε να επεμβαίνει (απολάμβανε πάντα το δόγμα της ένδοξης απομόνωσης) μόνο όταν διαταρασσόταν η ισορροπία. Όμως η ισορροπία δυνάμεων του συστήματος της Βιέννης, με την οποία ήταν εξοικειωμένη η ΜΒ, είχε αλλάξει ριζικά. Η ενωμένη Γερμανία αποκτούσε τη δύναμη που της χρειαζόταν για να κυριαρχήσει μόνη της στην Ευρώπη – ένα συμβάν στο οποίο είχε πάντα αντισταθεί η ΜΒ, στο παρελθόν, όταν ήταν προϊόν κατάκτησης[8].
Από τη στιγμή που η Γερμανία έγινε μεγάλη δύναμη στην Ευρώπη και μπορούσε να κυριαρχήσει μόνη της, ο Μπίσμαρκ ήταν η εξέχουσα προσωπικότητα της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Ήθελε ειρήνη για τη νέα γερμανική αυτοκρατορία και προσπαθούσε να αποφύγει τις αναμετρήσεις με άλλα έθνη. Ήξερε ότι η δύναμη της Γερμανίας θα προκαλούσε τις άλλες δυνάμεις σε έναν συνασπισμό εναντίον της. Πάλευε πάντα να έχει στο πλευρό της Γερμανίας τουλάχιστον δύο από τις υπόλοιπες δυνάμεις έτσι ώστε πάντα οι αντίπαλοί της να είναι μειοψηφία. Επίσης γνώριζε με απόλυτο τρόπο ότι η αυτοσυγκράτηση της δύναμης είναι η βάση της όποιας επιτυχίας. Επειδή όμως δεν υπήρχαν ηθικοί δεσμοί μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, το έργο του απαιτούσε υπεράνθρωπες προσπάθειες.
Τη δεκαετία του 1850, ο Μπίσμαρκ είχε συνηγορήσει υπέρ μιας πολιτικής που ήταν το ηπειρωτικό ισοδύναμο στην πολιτική της «ένδοξης επανάστασης» της Αγγλίας. Είχε επιμείνει στη μη συμμετοχή σε κάθε είδους εμπλοκή προτού αποφασίσει η Πρωσία να ρίξει το βάρος της σε οποιαδήποτε πλευρά έδειχνε να υπηρετεί καλύτερα το πρωσικό εθνικό συμφέρον. Η μέθοδος αυτή απέφευγε τις συμμαχίες που περιόριζαν την ελευθερία δράσης και, πάνω απ’ όλα, έδινε στην Πρωσία περισσότερες επιλογές από κάθε άλλο δυνητικό αντίπαλό της. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1870, ο Μπίσμαρκ προσπάθησε να σταθεροποιήσει την ενοποίηση της Γερμανίας επιστρέφοντας στην παραδοσιακή συμμαχία με την Αυστρία και τη Ρωσία.
Τη δεκαετία του 1880, όμως, δημιουργήθηκε μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Η Γερμανία ήταν πολύ ισχυρή για να μείνει μόνη, επειδή έτσι θα μπορούσε να ενωθεί όλη η Ευρώπη εναντίον της. Ούτε είχε τη δυνατότητα πλέον να βασίζεται στην ιστορική, σχεδόν αυτόματη, υποστήριξη της Ρωσίας. Η Γερμανία ήταν ένας γίγαντας που χρειαζόταν φίλους[9].
Ο Μπίσμαρκ έλυσε αυτό το πρόβλημα με το να αντιστρέψει τελείως την προηγουμένη προσέγγισή του στην εξωτερική πολιτική. Αν δεν μπορούσε πια να χειρίζεται την ισορροπία των δυνάμεων με λιγότερες δεσμεύσεις από κάθε δυνητικό αντίπαλο, θα καλλιεργούσε τις σχέσεις του με περισσότερες χώρες από κάθε πιθανό αντίπαλο, έτσι ώστε να μπορεί να διαλέγει από πολλούς συμμάχους ανάλογα με τις εκάστοτε περιστάσεις.
Εγκαταλείποντας την ελευθερία ελιγμών που χαρακτήριζε τη διπλωματία του τα τελευταία είκοσι χρόνια, ο Μπίσμαρκ άρχισε να χτίζει ένα σύστημα συμμαχιών το οποίο, από τη μια μεριά θα εμπόδιζε τους δυνητικούς αντιπάλους της Γερμανίας να συνασπιστούν και, από την άλλη, θα περιόριζε τη δράση των εταίρων της. Στον καθένα από τους μερικές φορές αντιφατικούς συνασπισμούς του Μπίσμαρκ, η Γερμανία βρισκόταν πάντα πιο κοντά στους διάφορους εταίρους της απ’ όσο ήταν εκείνοι μεταξύ τους. Γι’ αυτό κι ο Μπίσμαρκ είχε πάντοτε ένα βέτο σε θέματα κοινής δράσης, μαζί με την εναλλακτική λύση των ανεξάρτητων ενεργειών. Επί μια δεκαετία κατόρθωσε να διατηρεί συμφωνίες με τους αντιπάλους των συμμάχων του για να μπορεί να συγκρατεί την ένταση απ’ όλες τις πλευρές.
Προχώρησε λοιπόν, στην Ένωση Τριών Αυτοκρατόρων (γερμανικά Dreikaiserabkommen). Αυτή ήταν μια πολιτική συμφωνία που συνήφθη στο Σένμπρουν το 1873 μεταξύ του Γουλιέλμου Α’ της Γερμανίας, του Φραγκίσκου Ιωσήφ της Αυστρίας και του Αλέξανδρου Β’ της Ρωσίας. Η συνθήκη καθιέρωσε συνεννόηση μεταξύ της Αυστρίας και της Ρωσίας σε περίπτωση διεθνούς κρίσης και τη δέσμευση για ειρηνική επίλυση τυχόν διαφορών. Συνυπογράφηκε από τη Γερμανία, η οποία, στο πρόσωπο του καγκελάριου Ότο φον Μπίσμαρκ, στόχευε τόσο στην ειρήνη μεταξύ της Αυστρίας και της Ρωσίας όσο και στην αποφυγή της προσέγγισης της Ρωσίας με τη Γαλλία.
Παρά τις συνεχείς τριβές μεταξύ Αυστρίας και Ρωσίας και την υπογραφή της Διπλής Συμμαχίας του 1879, η οποία απέκλειε τη Ρωσία, η Ένωση παρέμεινε επίσημα σε ισχύ μέχρι τη δολοφονία του Αλέξανδρου Β’ το 1881, έτος κατά το οποίο αντικαταστάθηκε από τη λιγότερο ασαφή δεύτερη Ένωση των Τριών Αυτοκρατόρων (1881), μεταξύ Γερμανίας, Αυστρίας, Ρωσίας. Χρησιμοποιώντας την πρακτική ορολογία της Realpolitik, δέσμευε τους συμβαλλόμενους σε μια καλοπροαίρετη ουδετερότητα στην περίπτωση που ένας από αυτούς θα πολεμούσε μια άλλη χώρα –η Ρωσία με την Αγγλία, λόγου χάρη, ή η Γερμανία με τη Γαλλία. Με αυτό τον τρόπο, η Γερμανία ήταν προστατευόμενη από ένα διμέτωπο πόλεμο και η Ρωσία από την ανασύσταση του Κριμαϊκού συνασπισμού (ΜΒ, Γαλλίας, Αυστρίας), ενώ η δέσμευση της Γερμανίας να υπερασπιστεί την Αυστρία σε περίπτωση επίθεσης παρέμεινε άθικτη (είχε ήδη υπογράψει μια μυστική συμφωνία με την Αυστρία το 1879). Έχοντας υπόψη του τη δυσανασχέτηση της Ρωσίας μετά το Συνέδριο του Βερολίνου[10], τώρα έλπιζε πως θα μπορούσε να χτίσει ένα φράγμα που θα εμπόδιζε μια περαιτέρω ρωσική επέκταση. Μη θέλοντας, όμως, να αφήσει την Αυστρία να χρησιμοποιήσει τις πλάτες της Γερμανίας για να προκαλεί τη Ρωσία, εξασφάλισε επίσης ένα βέτο για την αυστριακή πολιτική στα Βαλκάνια.
Η διπλωματία του Μπίσμαρκ είχε δημιουργήσει μια σειρά από αλληλένδετες συμμαχίες, εν μέρει επικαλύπτουσες η μια την άλλη και εν μέρει ανταγωνιστικές, που εξασφάλιζαν την Αυστρία από μια ρωσική επίθεση, τη Ρωσία από τον τυχοδιωκτισμό της Αυστρίας, τη Γερμανία από μια περικύκλωση, και κατά κάποιο τρόπο εξανάγκαζαν την Αγγλία να προβάλει αντίσταση στη ρωσική επέκταση προς τη Μεσόγειο.
Επί δέκα και πλέον χρόνια, οι υπολογισμοί αυτοί αποδείχτηκαν σωστοί. Στο τέλος, όμως, οι απαιτήσεις της Realpolitik έγιναν πολύ περίπλοκες για να μπορούν να ικανοποιηθούν. Με την πάροδο του χρόνου, η διαμάχη μεταξύ Αυστρίας και Ρωσίας στα Βαλκάνια ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Αν λειτουργούσε με τη σωστή μορφή της η ισορροπία των δυνάμεων, τα Βαλκάνια θα είχαν χωριστεί σε ρωσικές και αυστριακές σφαίρες επιρροής. Η κοινή γνώμη ήταν ήδη εξαγριωμένη όμως απέναντι σε μια τέτοια πολιτική, ακόμη και στα πιο απολυταρχικά κράτη. Η Ρωσία δεν μπορούσε να δεχτεί σφαίρες επιρροής που θα άφηναν σλαβικό πληθυσμό υπό αυστριακή διοίκηση, και η Αυστρία δεν θα δεχόταν να ενισχύσει αυτές που θεωρούσε ως σλαβικές κτήσεις της Ρωσίας στα Βαλκάνια.
- Οι διάδοχοι του Μπίσμαρκ
Στη ρίζα της Realpolitik βρισκόταν ένα μεγάλο μέρος της γερμανικής εθνικής ιδεολογίας που μπορεί να συνοψισθεί στα εξής: «Ό,τι κι αν λένε οι άλλοι, η μόνη ρεαλιστική θέση είναι ότι η πολιτική βασίζεται στην αχαλίνωτη χρήση βίας. Πιο συγκεκριμένα, η διεθνής πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Διότι παρά τις ωραίες λέξεις που μπορεί να μεταχειρίζονται οι ξένοι πολιτικοί ηγέτες, την κρίσιμη ώρα βασίζονται κι αυτοί στην ισχύ τους, για να πραγματοποιήσουν τους πολιτικούς τους σκοπούς. Και τη χρησιμοποιούν δίχως αναστολές, όπως κι οι Γερμανοί. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι Γερμανοί είναι πιο ειλικρινείς»[11].
Η παραπάνω άποψη βρίσκεται πολύ κοντά στην ιστορική πραγματικότητα. Εκεί όμως που χρειάζεται να σταθούμε είναι η λέξη «ειλικρινείς». Ενώ η εθνική πίστη των Γερμανών στη Realpolitik συνδεόταν με την πίστη τους στον πόλεμο και στη χρήση της ένοπλης ισχύος ως έσχατο μέσο για την επίλυση συγκρούσεων μεταξύ των εθνών και έδειχναν ιδιαίτερη ευαισθησία στον ρόλο που έπαιζε η φυσική βία, δεν έδειχναν ανάλογη ευαισθησία για τους περιορισμούς στην άσκηση της υπέρτερης ισχύος την οποία συνεχώς υπερτιμούσαν ως προς την μακροχρόνια αποτελεσματικότητά της, πιστεύοντας ότι πάντοτε θα λειτουργούσε υπέρ τους. Αυτή τη μονομέρεια των αντιλήψεών τους την ονόμαζαν ειλικρίνεια.
Αρνούνταν κατηγορηματικά να «ντύσουν» την ωμή βία με την λεγόμενη «μαλακή ισχύ» ώστε να παραχθεί η ισχύς με τη σύγχρονη έννοια κάτι που, κυρίως οι Αγγλοσάξονες, αλλά και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά εθνικά κράτη το έχουν αναγάγει σε υπέρτατη τέχνη. Η απουσία «μαλακής ισχύος» σε συνδυασμό με την άτεγκτη προτεσταντική ηθική τους στην ουσία μετέτρεπε την γερμανική Realpolitik σε ένα επικίνδυνο μίγμα κυνικού ρομαντισμού και άτεγκτης πορείας προς το πεπρωμένο.
Η ανάμνηση του ότι η Γερμανία είχε χρησιμοποιηθεί επί τόσο καιρό σαν το βασικότερο πεδίο μαχών της Ευρώπης είχε δημιουργήσει μια βαθιά ριζωμένη αίσθηση ανασφάλειας στον γερμανικό λαό. Παρόλο που η αυτοκρατορία του Μπίσμαρκ ήταν τώρα η ισχυρότερη δύναμη της ηπειρωτικής Ευρώπης, οι Γερμανοί ηγέτες πάντα ένιωθαν μια ακαθόριστη απειλή, γεγονός που μαρτυρούσε το πάθος τους για την πολεμική ετοιμότητα, το οποίο φούντωνε ακόμη περισσότερο η φιλοπόλεμη ρητορική. Οι Γερμανοί στρατιωτικοί προγραμματιστές πάντοτε σκέφτονταν μέσα σε πλαίσια ταυτόχρονης αντιμετώπισης ενός συνδυασμού όλων των γειτόνων της Γερμανίας ταυτόχρονα. Προετοιμαζόμενοι γι’ αυτό το σενάριο της χειρότερης δυνατής περίπτωσης, βοήθησαν στο να γίνει πραγματικότητα. Κι αυτό, επειδή μια Γερμανία αρκετά δυνατή για να νικήσει όλους μαζί τους γείτονές της, προφανώς θα μπορούσε να συντρίψει οποιονδήποτε απ’ αυτούς κατά μόνας. Βλέποντας τον στρατιωτικό κολοσσό στα σύνορά τους, οι γείτονες της Γερμανίας ενώθηκαν σε ένα κοινό μέτωπο αμοιβαίας προστασίας μετουσιώνοντας τη Γερμανική αναζήτηση ασφάλειας σε παράγοντα ανασφάλειας της.
Οι διάδοχοι του Μπίσμαρκ εγκατέλειψαν την τακτική της μετριοπάθειας και άρχισαν να βασίζονται όλο και περισσότερο στη δύναμη, γεγονός που εκφράζει και μια από τις αγαπημένες διακηρύξεις τους –ότι η Γερμανία θα γινόταν το σφυρί και όχι το αμόνι της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Ήταν λες και η Γερμανία είχε αναλώσει τόση ενέργεια για να γίνει έθνος-κράτος που δεν της είχε μείνει καιρός να σκεφτεί ποιους σκοπούς θα έπρεπε να υπηρετεί το νέο κράτος. Η αυτοκρατορική Γερμανία ποτέ δεν μπόρεσε να αναπτύξει μια ιδέα για το ποιο ήταν το εθνικό της συμφέρον. Παρασυρμένη από αισθήματα της στιγμής και με κύριο χαρακτηρισμό τους μια φοβερή έλλειψη ευαισθησίας σε καθετί το ξένο, οι Γερμανοί ηγέτες μετά τον Μπίσμαρκ συνδύασαν την επιθετικότητα με την αναποφασιστικότητα και πέταξαν τη χώρα τους πρώτα στην απομόνωση και μετά στον πόλεμο.
Ο Μπίσμαρκ είχε καταβάλει τεράστιες προσπάθειες έτσι ώστε να μην προβάλλεται η γερμανική δύναμη, χρησιμοποιώντας το περίπλοκο σύστημα των συμμαχιών του για να συγκρατεί τους πολλούς εταίρους του και να μην αφήσει τις υποβόσκουσες διαφορές τους να εκραγούν σε ένα πόλεμο. Οι διάδοχοι του Μπίσμαρκ δεν είχαν ούτε την υπομονή ούτε τη διακριτικότητα για να συνεχίσουν μια τόσο πολύπλοκη πολιτική.
Το 1888 επέρχεται ο θάνατος του αυτοκράτορα του Γουλιέλμου Ι. Ο γιός του Φρειδερίκος βασίλεψε μόνο 98 ημέρες (πέθανε από καρκίνο του φάρυγγα). Τον διαδέχθηκε ο γιός του Γουλιέλμος ΙΙ. Το 1890 απέλυσε τον Μπίσμαρκ από Καγκελάριο.
Αυτό που ήθελε περισσότερο ο Γουλιέλμος ΙΙ, ήταν η διεθνής αναγνώριση του κύρους της Γερμανίας, και κυρίως της δύναμής της. Προσπαθούμε να ασκήσει αυτό που αποκαλούσε Weltpolitik ή οικουμενική πολιτική, χωρίς να προσδιορίσουν ποτέ το νόημα ή τη σχέση της με το γερμανικό εθνικό συμφέρον. Η επιθετική γλώσσα έκρυβε ένα κούφιο εσωτερικό και τα μεγαλόστομα συνθήματα μια ατολμία και μια απόλυτη έλλειψη προσανατολισμού. Η καυχησιολογία, σε συνδυασμό με την αναποφασιστικότητα, αντανακλούσαν την κληρονομιά δύο αιώνων γερμανικού επαρχιωτισμού. Ακόμη κι αν η πολιτική της Γερμανίας ήταν συνετή και υπεύθυνη, η ενσωμάτωση του γερμανικού κολοσσού στο τότε διεθνές πλαίσιο θα απαιτούσε υπεράνθρωπες προσπάθειες.
Μέσα σε είκοσι χρόνια μετά την αποπομπή του Μπίσμαρκ, η Γερμανία κατόρθωσε να επιτύχει μια πλήρη αντιστροφή συμμαχιών. Το 1898, η Γαλλία και η ΜΒ είχαν βρεθεί στο χείλος του πολέμου για την Αίγυπτο. Η εχθρότητα μεταξύ ΜΒ και Ρωσίας είχε αποτελέσει μόνιμο παράγοντα των διεθνών σχέσεων στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα. Κατά διαστήματα, η ΜΒ είχε αναζητήσει συμμάχους εναντίον της Ρωσίας δοκιμάζοντας τη Γερμανία πριν καταλήξει στους Ιάπωνες. Κανείς δεν πίστευε ότι η ΜΒ, η Γαλλία και η Ρωσία θα μπορούσαν ποτέ να βρεθούν στο ίδιο στρατόπεδο. Κι όμως, δέκα χρόνια αργότερα, αυτό ακριβώς ήταν που πέτυχε η επίμονη και απειλητική γερμανική διπλωματία.
Πρόκειται για τη δημιουργία της Τριπλής Συνεννόησης ή Τριπλής Αντάντ (Triple Entente), η συμμαχία που ένωνε τη Ρωσική Αυτοκρατορία, την Γ΄ Γαλλική Δημοκρατία και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας, έπειτα από την υπογραφή της Αγγλορωσικής Αντάντ στις 31 Αυγούστου 1907.
Είχε προηγηθεί το 1904 η υπογραφή σειράς συμφωνιών μεταξύ Βρετανίας και η Γαλλίας, οι οποίες έγιναν γνωστές με την ονομασία Εγκάρδια Συνεννόηση (Entente Cordiale). Η Εγκάρδια Συνεννόηση σήμανε το τέλος της βρετανικής ουδετερότητας στην Ευρώπη. Αποτέλεσε, εν μέρει, μια απάντηση στον ολοένα και αυξανόμενο γερμανικό ανταγωνισμό, όπως αυτός εκφράστηκε μέσω της μετατροπής της Kaiserliche Marine (Αυτοκρατορικού Ναυτικού της Γερμανίας) σε ένα πολεμικό ναυτικό ικανό να αμφισβητήσει την κυριαρχία του Royal Navy (Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού).
Όσο περίπλοκοι κι αν ήταν οι ελιγμοί του, ο Μπίσμαρκ ποτέ δεν είχε αποπειραθεί να ξεπεράσει τις παραδόσεις της ισορροπίας δυνάμεων. Οι διάδοχοί του, ωστόσο, ήταν φανερό ότι δεν ένιωθαν άνετα με αυτή την πολιτική και ποτέ δεν έδειξαν να καταλαβαίνουν πως, όσο περισσότερο μεγάλωνε η δύναμή τους, τόσο πιο πολύ ενθάρρυναν τον σχηματισμό αντισταθμιστικών συνασπισμών και την αύξηση των εξοπλισμών που ήταν εγγενείς στο σύστημα της ευρωπαϊκής ισορροπίας.
Οι Γερμανοί ηγέτες δυσανασχετούσαν βλέποντας την απροθυμία άλλων χωρών να συμμαχήσουν με ένα έθνος που ήταν ήδη το ισχυρότερο στην Ευρώπη και του οποίου η δύναμη προκαλούσε τον φόβο μιας γερμανικής ηγεμονίας. Η τακτική του εκφοβισμού φαινόταν στους ηγέτες της Γερμανίας ο καλύτερος τρόπος για να κάνουν τους γείτονές τους να συνειδητοποιήσουν τα όρια της δικής τους δύναμης και τα οφέλη τα οποία υποτίθεται ότι θα αποκόμιζαν από τη φιλία της Γερμανίας. Αυτή η προσβλητική μέθοδος πέτυχε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα. Στην προσπάθεια να διασφαλίσουν απόλυτα τη χώρα τους, οι Γερμανοί ηγέτες μετά τον Μπίσμαρκ απειλούσαν όλα τα άλλα ευρωπαϊκά έθνη με μια απόλυτη ανασφάλεια, προκαλώντας σχεδόν αυτόματα τη δημιουργία αντιπάλων συνασπισμών. Δεν υπάρχουν διπλωματικά μονοπάτια που να οδηγούν γρηγορότερα στην κυριαρχία. Ο μόνος δρόμος είναι ο πόλεμος, ένα μάθημα που οι επαρχιώτες ηγέτες της μεταμπισμαρκικής Γερμανίας έμαθαν μόνο όταν ήταν πολύ αργά πια για να αποφύγουν μια παγκόσμια καταστροφή.
Η χώρα που ανακηρύχθηκε ιεραρχικά ο πρώτος εχθρός ήταν η Αυτοκρατορική Ρωσία.
Σύμφωνα με τον Troy Paddok[12], καθηγητή της Μοντέρνας Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Conecticut State University, η διαδικασία της δημιουργίας της έννοιας του «ρωσικού κινδύνου» στην Αυτοκρατορική Γερμανία πραγματοποιείται την περίοδο 1890-1914. Δείχνει ότι σε μια χώρα όπως η Γερμανία, με μεγάλη αίσθηση του εθνικισμού και με κυρίαρχη ιδεολογία των παγγερμανισμό, το εκπαιδευτικό σύστημα και οι δημόσιοι θεσμοί στρέφουν μέσα σε 25 χρόνια την γερμανική κοινή γνώμη ενάντια στη Ρωσία και την ετοιμάζουν για τον επερχόμενο πόλεμο. Αλλά και επί του διπλωματικού πεδίου η Γερμανία έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να αποξενώσει τη Ρωσία: υποστήριξε αμέριστα την Αυστρία κατά την προσάρτηση της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης (1908) και συμφώνησε για την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού και την αποστολή Γερμανού στρατηγού που θα αναλάμβανε τη στρατιωτική διοίκηση της Κωνσταντινούπολης (1913). Στις 25 Φεβρουαρίου 1914, ο κάιζερ Γουλιέλμος Β’ είπε στον καγκελάριό του σχετικά μ’ αυτές τις εξελίξεις: «Οι ρωσοπρωσικές σχέσεις πέθαναν για τα καλά! Τελικά γίναμε εχθροί!»[13]
Συμπέρασμα
Θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε την ανάλυσή μας στις περιπτώσεις της Ναζιστικής περιόδου, αλλά και στην περίπτωση των Καγκελαρίων Βίλυ Μπραντ και Χέλμουτ Σμιτ στη μεταπολεμική περίοδο και ακόμη στην περίπτωση του πρώτου Καγκελάριου της επανενωθείσης Γερμανίας Χέλμουτ Κολ. Τα ίδια συμπεράσματα συνάγονται επίσης και για τους Καγκελάριους Σρέντερ και Μέρκελ.
Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κι έπειτα, η Γερμανία επεδίωξε μια σχετικά ήρεμη εξωτερική πολιτική. Από την εκδήλωση της κρίσης στην Ουκρανία (2014) και ίσως και νωρίτερα, το Βερολίνο φαίνεται να αναγνωρίζει την ανάγκη για μια αρκετά δραματική αλλαγή. Οι Γερμανοί ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων της καγκελαρίου, του Προέδρου, του υπουργού Εξωτερικών και του υπουργού Αμύνης, έχουν απευθύνει έκκληση για ένα νέο πλαίσιο, αντίθετο προς την αυτοσυγκράτηση που έχει επιδείξει η Γερμανία ως τώρα. Θέλουν να αναλάβει η Γερμανία μεγαλύτερο διεθνή ρόλο και να ενεργοποιηθεί περισσότερο εκτός των συνόρων της, πολιτικά και στρατιωτικά.
Για το Βερολίνο, η ανακοίνωση αυτής της υψηλού επιπέδου στρατηγικής μεταστροφής πραγματοποιείται εν μέσω μια δίνης γεωπολιτικών δεδομένων. Όντας εκ των πραγμάτων ηγέτιδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η Γερμανία έχει να αντιμετωπίσει και να διορθώσει την αργή αποτυχία του ευρωπαϊκού σχεδίου. Θα πρέπει να προσαρμοστεί στην πολιτική της αναγκαστικής απεμπλοκής των ΗΠΑ από διάφορες περιοχές του πλανήτη και θα πρέπει να διαχειριστεί μία σύνθετη, απαραίτητη και επικίνδυνη σχέση με τη Ρωσία. Μία εξωτερική πολιτική που χαρακτηρίζεται από πραότητα, δεν είναι κατάλληλη για να αντιμετωπισθεί η σημερινή κατάσταση της Γερμανίας. Εάν δεν δράσει η Γερμανία τότε ποιος θα δράσει; Κι αν δράσει κάποιος άλλος, θα είναι αυτό προς το συμφέρον της Γερμανίας; Το τελευταίο είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα.
Μια τέτοια αναδιάρθρωση, δείχνει ότι η Γερμανία έχει τα δικά της εθνικά συμφέροντα, που μπορεί να διαφέρουν από τα συμφέροντα των εταίρων της. Για τις περισσότερες χώρες αυτό φαίνεται αυτονόητο. Αλλά για τη Γερμανία είναι μια ριζοσπαστική θέση, εξαιτίας της εμπειρίας της στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέχρι τώρα απέφυγε να προβάλει μια ισχυρή εξωτερική πολιτική και την προώθηση των εθνικών συμφερόντων της, ώστε να μην αναβιώσουν οι φόβοι της γερμανικής επιθετικότητας και του γερμανικού εθνικισμού. Πιθανόν οι Γερμανοί να έχουν αποφασίσει ότι αυτή η θέση είναι πλέον απαράδεκτη και ότι η προώθηση των εθνικών συμφερόντων τους δεν ενέχει τους κινδύνους που ενείχε κάποτε.
Δυστυχώς για τους Γερμανούς ιθύνοντες οι εξελίξεις δεν τους δικαιώνουν[14]. Η χώρα που πραγματικά βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα μετά την εισβολή της Ρωσίας και τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία είναι η Γερμανία. Πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά οι εξελίξεις είναι δυσάρεστες για τη Γερμανία. Το μέλλον εμφανίζει υψηλή αβεβαιότητα σε ένα πλανητικό περιβάλλον ρευστό και με αυξημένους γεωπολιτικούς και γεωοικονομικούς κινδύνους.
[1] James Hawes, Μικρή Ιστορία της Γερμανίας, μτφρ. Ανδρέας Παππάς, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2018, σ. 131.
[2] Hans-Joachim Spanger, «German-Russian Relations», Studia Diplomatica, Vol. 65, No. 1, The European Security System Revisited (2012), σσ. 33-44, Published By: Egmont Institute.
[3] James Hawes, Μικρή Ιστορία της Γερμανίας, ό.π., σ. 131.
[4] John Wheeler-Bennett, A Wreath to Clio: Studies in British, American and German Affairs, Palgrave Macmillan 1967.
[5] Πρόκειται για τον πόλεμο για το Σλέσβινγκ- Χολστάϊν (1864), τον Πρωσοαυστριακό πόλεμο (1866) και τον Γαλλοπρωσικό πόλεμο (1870), τα αποτελέσματα των οποίων ανέδειξαν μια καινούργια ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη και την Γερμανία ισότιμο παίκτη.
[6] Η ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό πόλεμο (1854), όπου οι Μεγάλες Δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες για πρώτη φορά από την εποχή του Ναπολέοντα, διέλυσε την εγκαταστημένη ισορροπία δυνάμεων από την εποχή της Ιεράς Συμμαχίας (1815) δημιουργώντας μια εντελώς νέα, όπου το παίγνιο των ισορροπιών ήταν σαφώς πιο περίπλοκο και σύνθετο.
[7] Ted Hopf, Russia’s European Choice, Palgrave Macmillan, 2008.
[8] Το ίδιο είχε πράξει και ο Ρισελιέ, ο οποίος σε όλη του τη ζωή άσκησε εξωτερική πολιτική αποτροπής δημιουργίας ενιαίας αυτοκρατορίας στα γερμανικά εδάφη (Τριακονταετής πόλεμος, ο Αψβούργος καθολικός Αυτοκράτορας Φερδινάνδος ΙΙ, οι Διαμαρτυρόμενοι πρίγκηπες, η συνθήκη της Βεστφαλίας). Αντικειμενικός σκοπός του Ρισελιέ ήταν να βάλει ένα τέλος σε αυτό που θεωρούσε περικύκλωση της Γαλλίας, να εξαντλήσει τους Αψβούργους και να εμποδίσει τη γέννηση μιας μεγάλης δύναμης στα σύνορα της Γαλλίας –ιδίως εκείνης της Γερμανίας. Για να εξουθενώσει τους εμπόλεμους και να παρατείνει τον πόλεμο, ο Ρισελιέ χρηματοδοτούσε τους εχθρούς των εχθρών του, δωροδοκούσε, υποκινούσε εξεγέρσεις και χρησιμοποιούσε ένα εντυπωσιακό πλήθος από δυναστικά και νομικά επιχειρήματα. Έπεισε, ακόμη, τον καθολικό Γάλλο Βασιλιά να πάρει το μέρος των Προτεσταντών Πριγκήπων. Η αρχική φάση του Τριακονταετούς πολέμου μπορεί να θεωρηθεί σαν μια απόπειρα των Αψβούργων να διαδραματίσουν τον δυναστικό ρόλο εκείνων που θα ένωναν τη Γερμανία – κατά παρόμοιο τρόπο με εκείνον που η Αγγλία είχε γίνει κράτος-έθνος υπό την κηδεμονία μιας νορμανδικής δυναστείας και μερικούς αιώνες αργότερα είχαν ακολουθήσει οι Γάλλοι υπό τη δυναστεία των Καπετιδών. Ο Ρισελιέ ματαίωσε τα σχέδια των Αψβούργων και η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χωρίστηκε σε περισσότερους από τριακόσιους άρχοντες, όλους ελεύθερους να ασκούν μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Η Γερμανία δεν κατόρθωσε να γίνει κράτος-έθνος. Διασπασμένη και με την προσοχή της συγκεντρωμένη σε φτηνές δυναστικές φιλονικίες έγινε εσωστρεφής. Το αποτέλεσμα ήταν η Γερμανία να μην αναπτύξει εθνική πολιτική κουλτούρα και να περιβληθεί από μια σκληρή κρούστα επαρχιωτισμού, από την οποία δεν κατόρθωσε να βγει παρά μόνο προς τα τέλη του 19ου αιώνα , όταν την ενοποίησε ο Μπίσμαρκ. Όταν τελικά ενοποιήθηκε η Γερμανία, ήταν τόσο άπειρη σε ό,τι είχε σχέση με το εθνικό συμφέρον της, που προκάλεσε πολλές από τις μεγαλύτερες τραγωδίες αυτού του αιώνα. Επί 200 έτη, η Γερμανία ήταν το θύμα και όχι ο πρωταίτιος των πολέμων στην Ευρώπη. Στον Τριακονταετή πόλεμο, οι Γερμανοί είχαν απώλειες που υπολογίζονταν στο 30% ολοκλήρου του πληθυσμού τους και οι περισσότερες αποφασιστικές μάχες των δυναστικών πολέμων του 18ου αιώνα και των ναπολεόντειων πολέμων είχαν διεξαχθεί σε γερμανικό έδαφος. Βλ. Henry Kissinger, Διπλωματία, μτφρ. Γιούρι Κοβαλένκο, εκδ. ΑΑ. Λιβάνη, Αθήνα 1995, ειδικά το Κεφ. 3.
[9] Henry Kissinger, Διπλωματία, ό.π., ειδικά το Κεφ. 6.
[10] Η ρωσική αυλή εξοργίστηκε καθώς πίστευε ότι ο εγκέφαλος πίσω από αυτή τη συμφωνία ήταν ο Μπίσμαρκ. Υπό αυτές τις συνθήκες ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος Γ’ αρνήθηκε να ανανεώσει τη συμμετοχή της Ρωσίας στην ένωση των Τριών Αυτοκρατόρων το 1887.
[11] Νόρμπερτ Ελίας, Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας. Δοκίμιο πάνω στην κατάρρευση του πολιτισμού, μτφρ. Γ. Πεδιώτης-Γ. Θψμαδάκης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015, σ. 115.
[12] Troy Paddok, Creating the Russian Peril. Education, the Public Sphere, and National Identity in Imperial Germany, 1890-1914, Camden House, Rochester, NY, 2010.
[13] Henry Kissinger, Διπλωματία, ό.π., σ. 223.
[14] Κ. Μελάς, «Η ατμομηχανή κουράστηκε» https://neoplanodion.gr/2024/02/15/atmomechane-germanike/ και Κ. Μελάς, «Η Γερμανία μεταξύ δύο πυρών»https://neoplanodion.gr/2022/07/23/he-germania-metaxy-dyo-pyron/

