Κώστας Μελάς

Οι ευρωπαϊκές αρχηγεσίες και ο πόλεμος στην Ουκρανία

«Τὸ κακόν δοκεῖν ποτ᾽ ἐσθλὸν /τῷδ᾽ ἔμμεν’ ὅτῳ φρένας θεός ἄγει πρὸς ἄταν»[1]

Σοφοκλής – Αντιγόνη

1.

Πόλεμος στην Ευρώπη. Για ακόμη μια φορά τα τελευταία 30 χρόνια. Η πρώτη φορά ήταν την Άνοιξη του 1991, όταν ξέσπασε ο πόλεμος της διαδοχής στη Γιουγκοσλαβία. Έξι μήνες μετά την ενοποίηση της Γερμανίας και έξι μήνες πριν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Τη φωτιά του πολέμου, η οποία διατηρήθηκε άσβεστη περίπου 8 χρόνια, δεν κατάφεραν να σβήσουν, παρά τις συνεχείς προσπάθειες, οι χώρες της ΕΕ. Σύμπτωμα του χάσματος μεταξύ ρητορείας και πραγματικότητας –διάβαζε αδυναμία– των χωρών της ΕΕ. Η φωτιά έσβησε –όπως έσβησε– με την παρέμβαση του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ το 1999.

 Παρά τα μεγάλα λόγια, ότι έχει έρθει η ώρα της Ευρώπης, οι ΗΠΑ είχαν τον πρώτο λόγο στην καρδιά της Ευρώπης. Για παραπάνω από 20 χρόνια έντονων οικονομικών και πολιτικών μεταβολών στον πλανήτη, η ΕΕ έζησε, με διακυμάνσεις είναι αλήθεια, το όνειρό της ότι μπορεί να δημιουργήσει ένα μόρφωμα εντελώς διαφορετικό από όσα είχαν δημιουργηθεί μέχρι σήμερα στην ιστορία του γνωστού κόσμου. Δηλαδή κάτι διαφορετικό από τις Αυτοκρατορίες και τα Εθνικά κράτη που έχουν εμφανιστεί μέχρι σήμερα, όπως θα αναφέρουμε στη συνέχεια.

Τη συγκεκριμένη περίοδο, με αρχή το 1991, οι ΗΠΑ πίστεψαν ότι η παντοδυναμία τους ως μοναδικής υπερδύναμης θα διαρκέσει in eterno, και ως εκ τούτου προέβαλαν την ισχύ τους παντοιοτρόπως, αδιαφορώντας παντελώς στα αιτήματα της καταρρέουσας Ρωσίας και των άλλων ηττημένων, για μια διαπραγμάτευση για την μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ευρώπη.

Παράλληλα οι ευρωπαϊκές αρχηγεσίες αντιλήφθηκαν, εντελώς λανθασμένα, την περίοδο που μεσολάβησε από το τέλος του «ψυχρού πολέμου» ως την «αρχή της ειρήνης». Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: το τέλος του «ψυχρού πολέμου» είναι το «τέλος της ειρήνης» και η αρχή της αβεβαιότητας και του πολέμου.

Αυτό ήρθε να επιβεβαιώσει με μεγαλοπρέπεια ο πόλεμος στην Ουκρανία. Μια μεγάλη πυρηνική δύναμη, η Ρωσία, εισβάλλει σε μια γειτονική χώρα, την Ουκρανία, προβάλλοντας σειρά επιχειρημάτων αξιολογικού και ηθικού χαρακτήρα, τα οποία επί της ουσίας αποτελούν απλές εκλογικεύσεις εκείνου που μοναδικά έχει περιγράψει ο Θουκυδίδης στο διάλογο των Αθηναίων με τους Μηλίους[2]: το γυμνό εθνικό συμφέρον της Ρωσίας ή, σωστότερα, η επιβίωση της χώρας τους ως μεγάλης δύναμης[3].

Αντιμετωπίζοντας την απειλή και στη συνέχεια την εισβολή και τον γενικευμένο πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρέθηκε, για ακόμη μια φορά, σε απορία. Αμηχανία, έκπληξη, ρητορείες ηθικιστικού περιεχομένου και άλλα παρόμοια αποτέλεσαν τις πρώτες της αντιδράσεις. Αναμενόμενες αντιδράσεις από ένα μόρφωμα που από τη γέννησή του, πεντακάθαρα και συνειδητά, έχει εγκαταλειφθεί στις αγκάλες ενός ανιστόρητου «Ηθικιστικού Οικουμενισμού». Προσπάθεια απόκρυψης της αδυναμίας απάντησης με χρήση σκληρής ισχύος, διότι αυτή τη στιγμή, από ευρωπαϊκής πλευράς, δεν υπάρχουν ούτε οι ετοιμοπόλεμες συμβατικές δυνάμεις, ούτε η οργάνωση, ούτε η αποφασιστικότητα για πόλεμο με τη Ρωσία.

Δύο, έχω την εντύπωση, είναι τα βασικά συναισθήματα που κυριάρχησαν στις ευρωπαϊκές αρχηγεσίες αμέσως μετά τη μαζική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία –την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, καμία ευρωπαϊκή κυβέρνηση δεν ανέμενε– ο φόβος και η ματαίωση.

Ο φόβος ίσως είναι το πιο έντονο από τα αρνητικά συναισθήματα που βιώνουν τα άτομα και οι ομάδες ανθρώπων έναντι των άλλων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι έχει αναγνωριστεί ως σημαντικό στοιχείο στην ανάλυση των διανθρωπίνων και των διακρατικών σχέσεων. Στοχαστές όπως οι Θουκυδίδης[4], Μακιαβέλλι[5] και Χομπς[6] έχουν αναγνωρίσει αυτή του τη σημασία. Οι ευρωπαϊκές αρχηγεσίες αισθάνθηκαν έντονα τεράστιο φόβο από τη μαζική εισβολή στην Ουκρανία, κάτι που ενεργοποίησε άμεσα το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, καθιστώντας το πρωταρχικής σημασίας σε σχέση με όσα προηγουμένως υποστήριζαν. Όπως σημειώνει ο Χομπς, «στη λέξη φόβος αντιλαμβάνομαι μια συγκεκριμένη πρόβλεψη του μελλοντικού κακού… όχι μόνο τη φυγή, αλλά και τη δυσπιστία, την υποψία, την προφύλαξη και την πρόνοια απέναντι στον φόβο».

Αυτό κινητοποίησε άμεσα τα αντανακλαστικά τους για ανάληψη συλλογικής δράσης, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο κίνδυνος. Για τις ευρωπαϊκές αρχηγεσίες, αυτό στην πράξη σήμαινε μεγαλύτερη υποταγή στις ΗΠΑ και στην ομπρέλα ασφαλείας που αυτές έχουν προσφέρει στις ευρωπαϊκές χώρες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μεγαλύτερη υποταγή συνοδεύτηκε για ακόμη μια φορά με ρητορείες τύπου: «Επιτέλους η Ευρώπη ξύπνησε», «ήλθε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων», «οι ηγέτες της Ευρώπης σχεδιάζουν νέες πολιτικές», που δίχως αμφιβολία δεν θα έχουν κάποιο άμεσο αποτέλεσμα, αλλά… το ελπίζουμε για το μέλλον. Φράσεις που θυμίζουν έντονα τα αντίστοιχα λόγια του πρωθυπουργού του Λουξεμβούργου Jacques Poos[7] το μακρινό 1991, ότι «Αυτή είναι η ώρα της Ευρώπης και όχι των Αμερικάνων». Το τέλος του θεατρικού έργου έχει την ίδια κατάληξη τόσο το 1991 όσο και το 2022.

Ως ματαίωση ορίζεται η κατάσταση του υποκειμένου όταν του αρνούνται ή όταν αρνείται στον εαυτό του την ικανοποίηση ενός ενορμητικού αιτήματος[8]. Κυρίως αναφέρεται σε ορισμένες προσεγγίσεις του Φρόυντ, σύμφωνα με τις οποίες εξομοιώνεται η ματαίωση με την απουσία ενός εξωτερικού αντικειμένου, που θα μπορούσε να ικανοποιήσει την ενόρμηση. Αυτό οδηγεί το υποκείμενο να εμφανίσει κάποια μορφή νεύρωσης. Συγκρίνοντας τους διάφορους τρόπους σχηματισμού της νεύρωσης, συνάγεται η ιδέα ότι πρόκειται για μια σχέση που μεταβάλλεται, μια ορισμένη ισορροπία, συνάρτηση ταυτόχρονα των εξωτερικών συνθηκών και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ατόμου[9].

Ο πόλεμος στην Ουκρανία ουσιαστικά ματαίωσε τις προσδοκίες που είχαν σχηματίσει οι ευρωπαϊκές αρχηγεσίες για το είδος του μορφώματος που είχαν φανταστεί ότι μπορούσαν να οικοδομήσουν. Ο πόλεμος στην Ουκρανία κυριολεκτικά θρυμμάτισε, επί του πεδίου, τους σχεδιασμούς και τα όνειρα για τη δημιουργία ενός μορφώματος που θα αποτελούσε το κυριότερο επίτευγμα του «μετανεωτερικού κόσμου»[10].

Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, η ΕΕ διαφοροποιείται τόσο από τα συμβατικά κράτη του «νεωτερικού κόσμου» όσο και από τον «προνεωτερικό κόσμο», δηλαδή το χάος που προηγήθηκε του κράτους και έπεται των αυτοκρατοριών[11]. Η μετανεωτερική ΕΕ προσφέρει το όραμα ενός μεταμοντέρνου[12] «συνεργατικού διακυβερνητικού χώρου», με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, με μειωμένη εθνική κυριαρχία –στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις αυτοκρατορίες στην ιστορία. Μέσα από αυτές τις μακροχρόνιες διαδικασίες του ευρωπαϊκού state-building, η ΕΕ θα σχηματοποιηθεί σιγά-σιγά σε ένα «μεταμοντέρνο σύστημα», που έχει σαφή χαρακτηριστικά μεταεθνικής, μετακυριαρχικής ή μετακρατικής πολιτείας[13].

Ένα τέτοιο μετανεωτερικό μόρφωμα, καθοδηγούμενο από μεταμοντέρνες αντιλήψεις αλλά και από αντιλήψεις εκσυγχρονιστικού ορθολογισμού και τη θεωρία της νεωτερικότητας, αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο καμία χώρα δεν κυριαρχεί και το οποίο γεννά αρχές που δεν είναι εθνικές, αλλά ηθικές και νομικοκανονιστικές[14].

Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ επιχείρησαν (ούν) να διαμορφώσουν το πρώτο μεταεθνικό διακυβερνητικό μόρφωμα στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό το μόρφωμα θα αποκτούσε (αποκτά) μια διακριτότητα μέσα από τη χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού του διεθνούς περιβάλλοντος, αποκλειομένης της στρατιωτικής ισχύος.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα ιδιαίτερο διακρατικό μόρφωμα που, μόνο ως τέτοιο[15], θεωρεί ότι ο πόλεμος –η τραυματική ευρωπαϊκή εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων προβάλλεται ως βασικό επιχείρημα– αποτελεί αποτυχία της πολιτικής.

Οι Ευρωπαίοι τείνουν να αντιλαμβάνονται το δικό τους μεταμοντέρνο σύστημα ως μέρος ενός γενικότερου συστήματος, στο οποίο η έννοια του συσχετισμού δυνάμεων πρέπει να αντικατασταθεί από έννοιες όπως η «απόρριψη της ισχύος» και η «αυτοεπιβαλλόμενη συμπεριφορά». Αυτό τους οδηγεί στην απόρριψη του κλασικού raison d’état από την εποχή του Μακιαβέλλι, δηλαδή της αποτελεσματικότητας –άρα, εν πολλοίς, και της μη ηθικής– της λειτουργίας του κράτους, και στην αντικατάστασή του από μια συγχορδία, όσο και να φαντάζει αντιφατικό, οικουμενικής και σχετικιστικής ηθικής στις διεθνείς υποθέσεις.[16]

 Ο αποκλεισμός της χρήσης στρατιωτικής ισχύος προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκτεταμένη χρησιμοποίηση της διπλωματίας, όχι ενός οποιουδήποτε είδους διπλωματίας, αλλά συγκεκριμένα της «κοσμοπολίτικης διπλωματίας», η οποία προκύπτει από έναν νέο τρόπο «μετακρατικής»[17]  συγκρότησης. Η «κοσμοπολίτικη διπλωματία»[18] δεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα στο επίπεδο της εμφάνισής τους (π.χ. τρομοκρατία), αλλά και στο επίπεδο της πρωταρχικής δημιουργίας τους. Δηλαδή επιχειρεί να τα απαλείψει στο επίπεδο παραγωγής τους. Αυτό πιστεύεται ότι μπορεί να επιτευχθεί με την πειθώ, τη συνεργασία, τον διάλογο και την επικοινωνία μέσω της επίκλησης οικουμενικών αξιών και γενικών συμφερόντων. Οι προσπάθειες των οικουμενιστών κατατείνουν στην απόδειξη ύπαρξης πανανθρώπινων καταβολών ή νοητικών ικανοτήτων και προδιαθέσεων, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό διαπιστώνονται κοινές αξίες, κοινοί τρόποι σκέψης και συνεπώς χώρος για καθολική συνεννόηση[19]. Αν τα παγκόσμια προβλήματα είναι δυσεπίλυτα στο επίπεδο του εθνικού κράτους, η κοινή συμπόρευση κρατικών οντοτήτων πολλαπλασιάζει και ανανεώνει τη δύναμη της πολιτικής να πείθει πολλαπλά ακροατήρια και να διαμορφώνει νέες διεθνείς καταστάσεις.[20]

Είτε στο επίπεδο των κρατών-μελών είτε στο επίπεδο της ΕΕ, η συναινετική πολιτική κάνει τη διάκριση μεταξύ «εχθρού» και «φίλου» εξαιρετικά δυσχερή[21]. Σε γενικές γραμμές, η ΕΕ πιστεύει ότι διαμορφώνεται σε μια «δημοκρατική κοινότητα χωρίς εχθρούς»[22].

2.

Η χρονική περίοδος της απόφασης για τη δημιουργία της Ενωμένης Ευρώπης με τη συνεργασία των μεγάλων χωρών Γαλλίας και Γερμανίας, προκαλεί έναν σημαντικότατο προβληματισμό. Είναι γνωστό ότι ο «θεμέλιος λίθος» του ευρωπαϊκού οικοδομήματος τέθηκε στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα, ελάχιστα χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ευρωπαϊκός χώρος υπήρξε η κεντρική σκηνή των πλέον αιματηρών συγκρούσεων που παρακολούθησε ποτέ η ανθρωπότητα.

 Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος ήταν ο τελευταίος από μια ατέλειωτη σειρά πολεμικών συρράξεων στις οποίες είχαν εμπλακεί, από τη μεταμεσαιωνική εποχή και μετά, όλες οι ευρωπαϊκές δυνάμεις με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. H λήξη του βρήκε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να διακηρύττουν σε όλους τους τόνους, όρκους πίστεως υπέρ της διαρκούς ειρήνης και να υιοθετούν ομόφωνα το σύνθημα ποτέ πια πόλεμος. Γεννιέται αμέσως το ερώτημα: τι συνέβη και μεταβλήθηκε άρδην η συμπεριφορά των ευρωπαϊκών δυνάμεων; Πώς οι χθεσινοί ιέρακες μεταμορφώθηκαν σε λευκές περιστερές; Αυτοί που ήθελαν να «βγάλουν ο ένας το μάτι του άλλου» ξαφνικά έγιναν φίλοι και σύμμαχοι. Μάλιστα οι ευρωπαϊκές χώρες δεν διακήρυξαν απλώς τη θέλησή τους για συνεχή ειρήνη, αλλά προχώρησαν και σε πρακτικά βήματα αποφασίζοντας να δημιουργήσουν χώρους άμεσης συνεργασίας μεταξύ τους, με απώτερο σκοπό την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης. Το ερώτημα επομένως φαίνεται εύλογο διότι προέρχεται από μια εμπειρική διαπίστωση, και συγχρόνως καίριο διότι συμπυκνώνει με τον καλύτερο τρόπο την ουσία του προβλήματος.

Η Ευρώπη μέχρι και το 1945 λειτούργησε πολιτικά με την εχθρότητα μεταξύ των κυρίαρχων κρατών της, για τον πολύ απλό λόγο ότι οι ευρωπαϊκές χώρες ήταν και μεγάλες δυνάμεις. Τα συμφέροντά τους επεκτείνονταν πέρα από τα σύνορα της γηραιάς ηπείρου και ως εκ τούτου οι κινήσεις τους, οι ενέργειές τους, οι πόλεμοι στους οποίους εμπλέκονταν είχαν επιπτώσεις και σε άλλες περιοχές της υφηλίου.

Στο πλαίσιο αυτό, από την Αναγέννηση και μετά, το σταθερό μοτίβο της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας ήταν οι διαδοχικές προσπάθειες των ηγετικών κρατών κάθε περιόδου να καταστρέψουν την ισορροπία ισχύος που διατηρούσε την ποικιλομορφία της ηπείρου, αποκτώντας την ηγεμονία σ’ αυτήν. Τρανταχτά παραδείγματα οι Αψβούργοι αυτοκράτορες Κάρολος Ε΄ και Φρειδερίκος Β΄, οι Γάλλοι αυτοκράτορες Λουδοβίκος ΙΔ΄ και Ναπολέων Βοναπάρτης, οι οποίοι προσπάθησαν να ηγεμονεύσουν από θέσεις στην κεντρική ενδοχώρα της Δυτικής Ευρώπης.

Οι βλέψεις αυτές δεν ευοδώθηκαν λόγω της αντίδρασης δυνάμεων στις παρυφές της ηπείρου –της οθωμανικής αυτοκρατορίας στην εποχή των Αψβούργων, των ναυτικών δυνάμεων της Ολλανδίας και της Αγγλίας στην εποχή του Φιλίππου Β΄ και του Λουδοβίκου ΙΔ΄, της Αγγλίας και της Ρωσίας στην εποχή του Ναπολέοντα. Ουσιαστικά, όμως, επί διακόσια χρόνια περίπου, από το 1740 έως το 1940, η Ευρώπη ρυθμιζόταν, διαμέσου των διαδοχικών συγκρούσεων των ευρωπαϊκών κρατών, από την Πενταρχία των δυνάμεων που θα συγκεντρώνονταν στη Βιέννη το 1815 –της Ρωσίας, της Αυστρίας, της Πρωσίας, της Γαλλίας και της Αγγλίας. Στη βάση αυτής της διεθνούς τάξης βρισκόταν η ειρήνη της Ουτρέχτης, που έβαλε τέλος στον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής, όταν μπήκε στο προσκήνιο ο διεθνής ρόλος της Αγγλίας ως «ήπιου, διακριτικού εγγυητή της ισορροπίας στην Ευρώπη». Από αυτή την περίοδο εμφανίζεται η αντίληψη ότι η ηγεμονία και η ισορροπία δεν είναι αρχές τάξης που βρίσκονται σε σύγκρουση αποκλείοντας η μια την άλλη.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ευρωπαϊκές δυνάμεις υποβιβάστηκαν σχεδόν σε δευτερευούσης σημασίας δυνάμεις. Η αδυναμία τους να διαδραματίσουν ρόλο παγκόσμιας δύναμης και η ανάδειξη των ΗΠΑ σε ηγεμονεύουσα δύναμη του δυτικού κόσμου, τις οδήγησε να αποδεχθούν την ομπρέλα ασφαλείας που τους πρόσφεραν οι ΗΠΑ, να ενταχθούν στο άρμα τους και να διαφοροποιήσουν την έννοια της Realpolitik, την οποία με πάθος μέχρι τότε ακολουθούσαν, εξαφανίζοντας την έννοια της εχθρότητας, τοποθετώντας στη θέση της την ανταγωνιστικότητα και προβάλλοντας ως raison d’etat τη Συνεργασία και την Οικονομική Αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών. Ουσιαστικά εγκατέλειψαν μέρος του ανύσματος που περιέχει ολόκληρο το φάσμα τη Πολιτικής –διάλογο, διαπραγμάτευση, αντιπαράθεση, πόλεμος– και στράφηκαν στη διαχείριση της διαπραγμάτευσης και του συμβιβασμού. Το παζάρι μεταξύ εταίρων προήχθη σε βασική «πολιτική» πρακτική. Η αποπύκνωση του Πολιτικού οδηγεί στην προτεραιότητα της πολιτικής διαπραγμάτευσης του Οικονομικού, το οποίο προβάλλεται πλέον ως παντοδύναμο. Η πολιτική αγορά, ούσα κουτσουρεμένη, μετατρέπεται με αυτόν τον τρόπο σε οικονομική αγορά. Ο Εχθρός μεταμορφώνεται σε οικονομικό ανταγωνιστή. Λόγω της έλλειψης ισχύος, η ΕΕ αποποιείται τον ρόλο της κυρίαρχης δύναμης και την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενη, θεωρητικοποιεί την αδυναμία της προφασιζόμενη την εγγενή ειρηνικότητά της. Η ελεύθερη οικονομία της αγοράς στην ακραία φιλελεύθερη εκδοχή της αποτέλεσε εξ αρχής τον ιδρυτικό μύθο της ΕΕ. Στην παραδοχή αυτή το κράτος είναι απλά ο νυχτοφύλακας που επιβλέπει τη σωστή λειτουργία των νόμων, στη βάση των οποίων εξασφαλίζεται η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς, αφού προηγουμένως το ίδιο το κράτος με πολιτικές πράξεις την έχει δημιουργήσει.

 Συνεπώς το Πολιτικό καταδικάζεται να αποποιηθεί την ίδια την ύπαρξή του και να λειτουργεί ως υπήκοος και υπηρέτης ενός απρόσωπου, έξω από τη συνείδηση των ανθρώπων, μηχανισμού. Όμως και αυτή η στενή αντίληψη, που διακατέχει του ιθύνοντες της ΕΕ, αποτελεί μια τεράστια φενάκη. Ο θάνατος του ευρωκεντρισμού, που σε διεθνές επίπεδο ουσιαστικά ταυτίζεται με τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό και τη στυγνή αποικιοκρατία, αποδυνάμωσε παντελώς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις και τις πρόσδεσε στο αμερικανικό αυτοκρατορικό-ιμπεριαλιστικό άρμα, αφήνοντάς τους, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, μόνο τη δυνατότητα της οικονομικής κερδοσκοπίας.

3.

Η ΕΕ ως θεσμική οντότητα, με τον σημερινό τρόπο αντίληψης που τη διαπερνά, έχει ασήμαντο ειδικό βάρος ως παίκτης στη διεθνή σκακιέρα της ισχύος. Αυτό φάνηκε απροκάλυπτα με τα γεγονότα της Ουκρανίας και με τη ρωσική εισβολή. Αρχηγεσίες αμήχανες, απροετοίμαστες, ευρισκόμενες σε κατάσταση φόβου και πανικού, αντί να αναστοχαστούν σοβαρά τη μέχρι τώρα ακολουθούμενη πολιτική τους έναντι της Ρωσίας –μην ξεχνάμε ότι ο αγωγός North Stream 2 ήταν έτοιμος να λειτουργήσει αυξάνοντας περαιτέρω την εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο– και να επιχειρήσουν να χαράξουν μια νέα με γνώμονα την ασφάλεια των λαών τους, αποφάσισαν εν θερμώ να ακολουθήσουν τυφλά τις αποφάσεις και τις εντολές του Λευκού Οίκου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι οποίες πρωταρχικά εξυπηρετούν (;) τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι η Ρωσία είναι μέρος της Ευρώπης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Όμως υπάρχει και κάτι ακόμα σημαντικό: διακρίνεται με απαράμιλλη καθαρότητα ότι οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν την ΕΕ ως αυτόνομο γεωπολιτικό παίκτη ούτε στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας ούτε βεβαίως στις αντίστοιχες πλανητικές.

Οι οικονομικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν έχουν διπλή όψη και τραυματίζουν σοβαρά και τις ευρωπαϊκές οικονομίες, δημιουργώντας περαιτέρω ρήγματα στον ήδη φέροντα ρωγμές κοινωνικό ιστό. Η εκτεταμένη χρήση οικονομικών κυρώσεων (που μέχρι τώρα στη Βενεζουέλα, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα δεν οδήγησαν ποτέ στην πτώση του καθεστώτος) υποδηλώνει μια προοπτική, για πολλά χρόνια, διακοπής των οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία. Μια μακρά διακοπή που μπορούν να αντέξουν οικονομικά οι ΗΠΑ, αλλά που για πολλές ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές οικονομικές απώλειες, με άγνωστες κοινωνικές συνέπειες.

 Ο τερματισμός των φιλοδοξιών περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας είναι εμφανής δια γυμνού οφθαλμού. Συγχρόνως επιδιώκεται και η αύξηση της ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ από τις ΗΠΑ, με παράλληλη μείωση του ευρωπαϊκού οικονομικού ανταγωνισμού προς τις ΗΠΑ. Η αβεβαιότητα αυξάνεται κατακόρυφα και οι ευρωπαϊκές αρχηγεσίες, διασπασμένες, λόγω των ιδιαίτερων εθνικών οπτικών που υιοθετούν, δύσκολα θα ανταπεξέλθουν στις κρίσιμες αυτές στιγμές.

Για ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη (Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία) στόχος φαίνεται να είναι η επίτευξη ταχείας αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης, ώστε να αποφευχθεί η διάχυση του πολέμου σε χώρες της ΕΕ. Ο στόχος τους είναι να επιτευχθεί μια σταθερή ειρήνη σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Αντιθέτως, για άλλα ευρωπαϊκά κράτη (Πολωνία, Βαλτικές χώρες, Σλοβακία) στόχος φαίνεται να είναι η ήττα της Ρωσίας[23] –και όχι του Πούτιν– με παράταση της σύγκρουσης για όσο χρονικό διάστημα απαιτηθεί (το παράδειγμα του Αφγανιστάν), συνάδοντας με τις επιδιώξεις των ΗΠΑ.

Είναι σαφές ότι οι επιδιώξεις των ΗΠΑ δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς πρώτα μια εμφανή ρωσική ήττα. Για να επιτευχθεί αυτό, μπορεί να χρειαστεί να κλιμακωθεί η σύγκρουση για μήνες ή για όσο διάστημα απαιτηθεί. Η διευκόλυνση μιας λύσης μέσω διαπραγματεύσεων δεν φαίνεται να συνάδει με τους στόχους της Ουάσιγκτον που θέλει την πτώση του Πούτιν και, ως εκ τούτου, την ηχηρή ήττα του.

Ο ψύχραιμος αναστοχασμός των ευρωπαϊκών αρχηγεσιών για όλα τα παραπάνω αποτελεί ένα μικρό βήμα για τη διάσωση της ειρήνης και του πολιτιστικού status των ευρωπαϊκών λαών.


[1] «Το κακό φαίνεται για καλό σε αυτόν, του οποίου το μυαλό ο θεός οδηγεί προς την άτη [=καταστροφή, συμφορά]».

[2] Θουκυδίδης, Ιστορία, Βιβλίο Ε, σ. 165-187, Εκδόσεις Κάκτος 1992.

[3] Η υπαρξιακή απειλή που αισθάνθηκε η Ρωσία, καθ’ ερμηνείαν, για την ολοκληρωτική απώλεια της Ουκρανίας, με την προοπτική της ένταξης της τελευταίας στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, την οδήγησε να πράξει με τον τρόπο που έπραξε, αντιλαμβανόμενη το συγκριτικό της πλεονέκτημα τη δεδομένη περίοδο επί του πεδίου, υιοθετώντας τη λογική του «πρώτου χτυπήματος». Η λογική αυτή παρέχει το δικαίωμα στους αντιπάλους-εχθρούς, επί των οποίων ασκείται το «πρώτο χτύπημα», να ξετυλίξουν σειρά ηθικών επιχειρημάτων εναντίον του επιτιθέμενου, στη βάση ότι «ούτος ήρξατο χειρών αδίκων». Ο επιτιθέμενος, ο εισβάλλων, βρίσκεται εν αδίκω, ο αμυνόμενος εν δικαίω.

Διατυπώνεται όμως, παράλληλα και η άποψη της λεγόμενης «προληπτικώς αμυντικής επίθεσης», κατά –καθ’ ερμηνείαν– μιας εκδηλούμενης απειλής, όταν το προληπτικά θανάσιμο χτύπημα αποτελεί τη μοναδική δυνατότητα του αμυνομένου να αποφύγει το αντίστοιχο συντριπτικό χτύπημα του αντιπάλου. Συνεπώς το ποιος βρίσκεται εν αδίκω περιπλέκεται και οδηγείται σε ατέρμονες διενέξεις περί δικαίου. Θα μεταφέρω μόνο τα λόγια του Θουκυδίδη, «…ότι τα λόγια που στηρίζονται στο δίκαιο δεν λείπουν ούτε από τον ένα ούτε από τον άλλο…». Δύσκολα επομένως μπορεί να προκύψει η ηθική ανωτερότητα της άμυνας έναντι της επίθεσης.

[4] Θουκυδίδης, Ιστορία, Βιβλίο Α, Κάκτος, Αθήνα 1992. Στη σ. 57 γράφει: «Η πιο αληθινή λοιπόν, αλλά και λιγότερο ομολογούμενη αιτία, ήταν, νομίζω, το γεγονός ότι η δύναμη των Αθηναίων γινόταν όλο και πιο μεγάλη, πράγμα που φόβισε τους Λακεδαιμονίους και τους ανάγκασε να πολεμήσουν. Στη σ. 157 γράφει: «Οι Λακεδαιμόνιοι ψήφισαν ότι οι συνθήκες είχαν διαλυθεί και ότι έπρεπε να γίνει πόλεμος, όχι τόσο γιατί πείστηκαν από τους λόγους των συμμάχων τους όσο επειδή φοβούνταν ότι οι Αθηναίοι θα αυξήσουν ακόμη πιο πολύ τη δύναμή τους…»

[5] Ν. Μακιαβέλλι, Ο Ηγεμόνας, μτφρ. Ζώζη Ζωγραφίδου-Καραχάλιου, Βάνιας, Αθήνα 1996, XVII, σ. 104-107

[6] Τ. Χομπς, Λεβιάθαν, μτφρ. Γρηγόρης Πασχαλίδης, Γνώση, Αθήνα 1989, σ. 195-196, και Περί του πολίτη ή φιλοσοφικά στοιχεία για την κυβέρνηση και την πολιτική κοινωνία, μτφρ. Ηλίας Βαβούρας, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2015, Ι, σημείωση 2, σ. 128-129

[7] Βλ. A. Riding, «Europeans Send High-Level Team», The New York Times, 29.6.1991.

[8] J. Laplanche – J-B. Pontalis, Λεξιλόγιο της Ψυχανάλυσης, μτφρ. Β. Καψαμπέλης, Π. Αλούπης, Λ. Χαλκούση, Κέδρος, Αθήνα 1986, σ. 304.

[9] Ό.π., σ. 304-305.

[10] Η σχετική βιβλιογραφία είναι πολυάριθμη και πολυσχιδής. Θα περιοριστούμε να αναφέρουμε τα εξής: P. Anderson, The Origins of Postmodernity, Paperback 1998, F. Jameson, Το μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού, μτφρ. Γιώργος Βάρσος, Νεφέλη, Αθήνα 1999, T. Eagleton, Οι αυταπάτες της μετανεωτερικότητας, μτφρ. Γιώργος Σπανός, Καστανιώτης, Αθήνα 2003, T. Eagleton, Μετά τη θεωρία, μτφρ. Πέγκυ Καρπούζου, Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, Π. Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, Θεμέλιο 1991, Ζ.Φ. Λυοτάρ, Η μεταμοντέρνα κατάσταση, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Γνώση, Αθήνα 1984.

[11] Για τις έννοιες αυτές και τον τρόπο που χρησιμοποιούνται στο σημείο αυτό του κειμένου δες: R. Cooper, Η Διάσπαση των Εθνών, μτφρ. Κωνσταντίνος Αμπαζής, Κέδρος, Αθήνα 2005.

[12] Ό.π. παραπάνω.

[13] Για μια συνοπτική παρουσίαση όλων αυτών των απόψεων, βλ. Δ.Ν. Χρυσοχόου, Δοκίμιο για τη διεθνή θεωρία, Παπαζήση, Αθήνα 2006, ειδικά κεφάλαιο 3 και 5.

[14] Δες : J. Habermas, α) Il discorso filosofico della modernita. Laterza 1988. β) Η ηθική της επικοινωνίας. Ηθική του διαλόγου – Σημειώσεις για ένα πρόγραμμα θεμελίωσης, μτφρ. Κωνσταντίνος Καβουλάκος, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1997. γ) Ο μεταεθνικός αστερισμός, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, Πόλις, Αθήνα 2003. δ) Η διάσπαση της δύσης, μτφρ. Αναστασία Δασκαρόλη, Καστανιώτης, Αθήνα 2007. Ο Habermas αναζητά την πολιτική δυνατότητα μιας μεταεθνικής δημοκρατίας, η οποία αποδίδει ειδική σημασία στην έννοια «λαός», απαλλαγμένη από κάθε μορφής υπαγωγή σε μια «προπολιτική κοινότητα πεπρωμένου και δημιουργίας δεσμών και προκαταβολικής εμπιστοσύνης». Δηλαδή ψάχνει να βρει μια άλλη μορφή συλλογικής ταυτότητας για να αντικαταστήσει τους φαντασιακούς δεσμούς του έθνους, ως συνεκτικούς και οργανικούς δεσμούς συγκρότησης της έννοιας του «λαού». Η συνεκτική αυτή ύλη, κατά τον Habermas, πρέπει να αναζητηθεί στην αξιακή θεμελίωση του ευρωπαϊκού ηθικού και πολιτικού πολιτισμού.

[15] Η πρόσφατη ιστορική εμπειρία έδειξε ότι τα εθνικά κράτη που συμμετέχουν στο ιδιαίτερο αυτό μόρφωμα υπερασπίζονται τα «εθνικά τους συμφέροντα» μέσω πολέμων (περίπτωση νήσων Φώκλαντ).

[16] Β. Χωραφάς- Κ. Μελάς: Ποια είναι τα όρια επέκτασης της ΕΕ και ποιες οι δυνάμεις που καθορίζουν αυτή τη διαδικασία; Monthly Review Νο 42. Ιούνιος 2008.

[17] Ο προσδιορισμός «μετά» εδώ χρησιμοποιείται μόνον ως χρονικός προσδιορισμός και καθόλου δεν έχει αξιολογικό περιεχόμενο.

[18] Ο σημαντικότερος εκφραστής του κοσμοπολιτισμού ως διεθνούς πολιτικής και ηθικής φιλοσοφίας είναι ο Καντ. Στο έργο του Για την Αιώνια Ειρήνη, μτφρ. Άννα Πόταγα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1992, ο Γερμανός φιλόσοφος και στοχαστής επιχειρεί να διατυπώσει μια ηθική διεθνή θεωρία γύρω από το βασικό, κυρίαρχο και ζωτικό ζήτημα του πολέμου. Μέσα από τη φιλοσοφική του θεώρηση και τη λογική ενός κώδικα συμπεριφοράς καταλήγει ότι υπάρχει ανάγκη δημιουργίας έννομων σχέσεων μεταξύ κυρίαρχων κρατών. Η πρότασή του συνίσταται στην ανάγκη ύπαρξης ενός «κοσμοπολιτικού δικαίου» (ius cosmopoliticum) ως μια νέα κατηγορία δικαίου (παράλληλα και πέρα από το συνταγματικό και το διεθνές δίκαιο), με βάση το οποίο οι λαοί και τα έχοντα συνταγματική τάξη κράτη θα αναδείξουν το σύστημα της «κοσμοπολιτικής δικαιοσύνης». Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό που επιδιώκει ο Καντ δεν είναι η δημιουργία ενός «παγκόσμιου –οικουμενικού– δημοκρατικού κράτους», αλλά το κτίσιμο ενός διεθνοδικαϊκού πλαισίου εντός του οποίου τα κράτη θα συμπεριφέρονται ηθικά, δεδομένου ότι η ηθική συμπεριφορά είναι απόρροια της υιοθέτησης ηθικών αρχών. Φυσικά οι πρώτοι που υποστήριξαν τον κοσμοπολιτισμό ήταν οι αρχαίοι στωικοί φιλόσοφοι. Ένας από τους πρώτους γνωστούς «κοσμοπολίτες» ήταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (Τα Εις Εαυτόν, μτφρ. Γιάννης Αβραμίδης, εκδ. Θύραθεν, Αθήνα 2009), ο οποίος πίστευε ότι ο Κόσμος μοιάζει με μια μεγάλη πόλη-κράτος, μια κοινότητα στην οποία όλοι οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους με βάση την ισότητα.

[19] Κύριος εκπρόσωπος, στην εποχή μας, αυτής της αντίληψης σε φιλοσοφικό επίπεδο είναι ο J. Habermas. Για μια καταλυτική κριτική αυτής της αντίληψης δες: Π. Κονδύλης, Από τον 20ό στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Θεμέλιο, Αθήνα 1998. Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος και Πολιτική, ΑΑ. Λιβάνης, Αθήνα 2005, Κεφάλαιο ΙΙ. Επίσης: Β’ Μέρος, Κεφ. 2-3. C. Preve, Καιροί Αναζήτησης. Δοκίμιο για τη νεωτερικότητα, μτφρ. Χρήστος Νάτσιος, Στάχυ, Αθήνα 1998.

[20] Η πολυμερής συνεργασία ισοδυνάμων δυνάμεων φαντάζει ως το ιδανικό σκηνικό μιας τέτοιας αντίληψης. Η ιστορική πραγματικότητα και στο σημείο αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη.

[21] Για την αντίληψη αυτή δες: C. Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού, μτφρ. Αλίκη Λαβράνου, Κριτική, Αθήνα 1988. Π. Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση, Στιγμή, Αθήνα 1991. Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος και Πολιτική, ό.π.

[22] Οι οπαδοί της θεωρίας για τη δημοκρατική ειρήνη εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο στο επίπεδο των εθνικών κρατών να κινητοποιηθεί ο λαϊκός παράγοντας υπέρ οποιασδήποτε πολεμικής λύσης. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για τις ευρωπαϊκές «μεταεθνικές» κοινωνίες, που εμφανίζουν αποδυνάμωση της εθνικής τους ταυτότητας αλλά και ιδιαίτερη ευαισθησία στις αντιδράσεις της παγκόσμιας κοινής γνώμης.

[23] Oleksij Mel’nuk , Il problema non e Putin, e la Russia, Rivista Limes, Aprile 2022,p.97-100


«Πήγαινε να γεράσεις ρυθμικά.
Κάτι σκιές που όλο σου γνέφουν
φώτισέ τις»
Κύλιση στην κορυφή